Jason and the argonauts
The golden fleece
Jason and the argonauts
Medea
Jason and the argonauts
Jason and the argonauts
Greek myhtology, the winds
Greek mythology
Greek myhtology
the amazons
Artemis
Απολλωνας
οι Τίτανες
οι Συμπληγάδες
Ελληνική μυθολογία
Μήδεια
οι γυναίκες της μυθολογίας
 
 
 
 
 
 
 
 
Επιστροφή στην ελληνική μυθολογία

ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ

Ο ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΜΑΛΛΟΥ ΔΕΡΑΤΟΣ

Η αναζήτηση του Χρυσόμαλλου Δέρατος είναι επίσης γνωστή ως o Ιάσονας και οι Αργοναύτες.

Όταν ο Φρίξος θυσίασε το κρίαρι  με το χρυσομάλλο δέρας στον Δία, ο πατέρας των Θεών, πήρε το τομάρι του ζώου και το κρέμασε σε μιά βελανιδία σε ένα ιερό δάσος του Άδη.  Από τότε πολλοί προσπάθησαν να ανακαλύψουν και να πάρουν το χρυσομάλλο δέρας αλλά μονο ένας κατάφερε να το πάρει ο Ιάσωνας ο ατρόμητος αρχηγός των αργοναυτών.  Η Νεφέλη είχε παντρευτει τον βασιλιά του Ορχόμενου Αθάμαντα και απέκτησε μαζί του δυο παιδιά, τον Φρίξο και την Έλλη, έπειτα από λίγο καιρό όμως ο βασιλιάς εγκατέλειψε την πρώτη του γυναίκα και παντρευτηκε την Ινω, μια μοσχερή και κακιά πριγκήπισσα. Η Ινώ ζήλευε τα παιδιά του Αθάμαντα και προσπαθούσε να απαλλαγεί από αυτά, έτσι λοιπόν έβαλε σε εφαρμογή το εξής σχέδιο. Σε μιά γιορτή που ήταν συγκεντρωμένες όλες οι γυναίκες τις έπεισε να φουρνήσουν τους σπόρους για να έχον καλύτερη σοδειά, όπως ήταν φυσικό, κανένας σπόρος δεν βλάστησε, μπροστά στην γενική ακαρπεία, ο Αθάμας έστειλε ανθρώπους στο μαντείο να του πούν τον λόγο αυτης της καταστροφής, οι απεσταλλμένοι όμως ήταν άνθρωποι της Ινώς και όταν επέστρεψαν είπαν στον βασιλιά ότι για να ξανά καρπίσει η γή, έπρεπε να θυσιάσει τα δυο παιδιά του, τον Φρίξο και την Έλλη. Ο βασιλιάς μπροστά στο ενδεχόμενο γενικού λιμού, αποφάσισε να θυσιάσει τα παιδιά του, ευτηχώς η Νεφέλη που έβλεπε τα πάντα από τον ουρανό, έπεισε την Ήρα να την βοηθήσει για να σώσει τα παιδιά της. Η σύζηγος του Δία, έστειλε στη γή ένα τεράστιο κριάρι με ολόχρυσο τρίχωμα, το κριάρι πήρε στη ράχη του τα δυο παιδιά για να τα πάει σε ασφαλές μέρος. Με τα δυο παιδιά στη ράχη του, το κριάρι πέταξε προς την Κολχίδα (μια περιοχή της Μικράς Ασίας). Καθώς όμως πετούσαν πάνω από το στενό θαλάσσιο περασμα που χωρίζει την Ευρώπη από την Μικρά Ασία, η Έλλη έχασε την ισοροπία της και έπεσε στο κενό, από τότε το πέρασμα αυτό ονομάζεται Ελλήσπονδος, για να θυμίζει το θάνατο του μικρού κοριτσιού. Ο Φρίξος έφτασε στον προόρισμό του σωός και αβλαβής. Ο βασιλιάς Αιήτης, ο ηγεμόνας της Αίας, καλοδέχτηκε το παιδί. Για να ευχαριστήσει τους θεούς που του είχαν σώσει την ζωή, ο Φρίξος θυσίασε το χρυσομάλλο κριαρι στον Δία, τον προστάτη των φυγάδων. Το χρυσομάλλο δέρας το τομάρι δηλαδή του ζώου, κρεμάστηκε από μια βελανιδιά σε ένα ιερό δάσος του Άδη και φυλακάς του ορίστηκε ένας τρομακτικός δρακοντας.  

Ο ΝΕΑΡΟΣ ΙΑΣΩΝΑΣ


Το χρυσομάλλο δέρας έγινε πολυ γρήγορα θρύλος. Κανείς δεν ήξερε ακριβώς που βρισκόταν, αλλά πολλοι προσπάθησαν να το βρούν. Ένας από τους πολλούς ήταν ο νεαρος Ιασονάς. Γίος του Αίσονα, του βασιλιά της Ιωλκού, ο Ιασωνας απομακρύνθηκε από την οικογενειά του στην πιο τρυφερή ηλικία. Ήταν ακόμα πολύ μικρός όταν ο πατέρας του εκθρονίστηκε από τον αδελφό του τον Πελία και για να του σώσει την ζώη, τον εμπιστεύτηκε στον Κένταυρο Χείρωνα. Όπως όλοι οι κένταύροι, ο Χειρώνας ήταν από τη μέση και πάνω άνθρωπος και από τη μέση και κάτω άλογο. Αντίθετα όμως από τους Κενταύρους, που ήταν βάρβαροι και άξεστοι, εκείνος ήταν συνετός και σοφός. Γνώριζε μουσική, ιατρική, αστρονομία και παρά τον ήπιο χαρακτήρα του ήταν δείνος πολεμιστής. Ο Χείρωνας, που είχε ήδη διδάξει  πολλούς ήρωες, όπως το γενναίο Ηρακλή, μεγάλωσε το μικρό Ιασωνά με πατρική στοργή.
Ο Ιάσονας είχε μόλις γίνει είκοσι χρονών όταν πληροφορήθηκε πως ο θείος του, ο Πελίας, α σφετεριστής του πατρικού θρόνου, διοργάνωνε αθλητικους αγώνες προς τιμην του θεού Ποσειδώνα. Ποτέ άλλοτε δεν του είχε δοθεί μια τόσο καλη ευκαιρία να επιστρέψει στην πατρίδα του, την Ιωλκό !
<< Θα πάρω μέρος στους αγώνες και θα αναγκάσω τον Πελία να με αναγνωρίσει ως γιό του Αίσονα και μόνο νόμιμο διάδοχο του θρόνου>> ανακοίνωσε στον δάσκαλο του.
Πριν φύγει για την Ιωλκο, φόρεσε το δέρμα ενός πάνθηρα που είχε πιάσει ο ίδιος και για όπλα πήρε δυο δόρατα.
Στον δρόμο για την γενέτειρα του, ο νεαρός Ιασονας χρειάστηκε να διασχίσει ένα ποτάμι και, καθώς περπατούσε μέσα στα νερά, έχασε το ένα του σανδάλι. Όμως αυτό δεν τον εμπόδισε να συνεχίσει τον δρόμο του, να φτάσει στην Ιωλκό και να παρουσιάστει, σίγουρος για τον εαυτό του, μπροστά στον βασιλιά.


Η ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΟΥ ΙΑΣΟΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΛΙΑ


Η υποδοχη που του έκανε ο Πελίας ήταν κατα περίεργο τρόπο καλή. Μόλις ο βασιλιάς αντίκρισε τον Ιάσονα, κατάλαβε πως θα ήταν περιττό να πάει κόντρα στον πεπρωμένο. Αρκετά χρόνια πριν, το μαντείο των Δελφών τον είχε προιδοποιήσει για ένα μονοσάνδαλο άντρα που θα ερχόταν στο παλάτι και θα παρουσιαζόταν μπροστά του. Μόλις,  λοιπόν είδε το νεαρό αγόρι, κατάλαβε πως ο μονοσάνδαλος άντρας για τον οποίο μιλούσε ο χρησμός ήταν ο Ιάσονας.
<<Ξέρω πως έχεις ερθεί να διεδοικήσεις αυτά που δικαιωματικά σου ανήκουν>> του είπε ο Πελίας χαμογελαστός. Όμως πρίν σου παραδώσω τον θρόνο, θα πρέπει να μου αποδείξεις ότι είσαι πραγματικά γενναίος, θα πρέπει λοιπόν να μου φέρεις  το χρυσομάλλο δέρας. Για το ταξίδι σου θα αναθέσω εγώ στον καλύτερο τεχνίτη να καασκευάσει ένα πανέμορφο πλοίο. Ο Ιασόνας δέχτηκε αμέσως, ζήτησε όμως από τον βασιλιά να ορκιστεί στο όνομα των Θεών ότι θα κράτησει τον λόγο του. Ο Πελίας πιστεύοντας ότι ο Ιάσονας θα χανόταν στο ταξίδι, έδωσε τον λόγο του.


ΤΟ ΠΛΟΙΟ ΑΡΓΩ ΚΑΙ ΟΙ ΑΡΓΟΝΑΥΤΕΣ


Το πλοίο του Ιάσονα, το σχεδίασε και το κατασκεύασε ο Άργος, ο γιός του Φρίξου και το ονόμασε Αργώ, ενώ όλες τις εργασίες τις επέβλεπε η θεά Αθηνά. Για την ξυλεία που χρειάστηκε, ο Άργος χρησιμοποίησε τα πιο καλά και πολύτιμα δέντρα: μερικα πεύκα από το Πήλιο και αρκετές από τις βελανιδιές με την ανθρώπινη μιλιά, τα γερά δέντρα του Δία που φυτρώνουν μόνο στη Δοδώνη. Έτσι η Αργώ, εκτός από το ότι ήταν ευκίνητο και γρήγορο πλοίο, είχε επιπλέον το χάρισμα της ομιλίας. Το πλήρωμα του πλοίου αποτελούταν από πενήντα χειροδύναμους κωπηλάτες, ενώ στο πλαί του Ιάσονα, έτρεξαν ένα σωρό φημισμένοι και τιμημένοι ήρωες, από τον Ηρακλή και τον Θησέα μέχρι τον Ορφέα, τον Κάστορα και τον Πολυδεύκη. Μια μέρα πριν από την αναχώρηση τους, ο Ιάσονας έκανε όλες τις πρέπουσες θυσίες στον Απολλώνα, ενώ ο Ορφέας με την μελωδική φωνή του και την γλυκιά μουσική της ήρας του, τραγούδησε έναν ύμνο για να εξευμενίσει τους Θεούς. Έτσι ξεκίνησε από τις Παγασές,  λιμάνι της Θεσσαλίας  η αργοναυτική εκστρατεία. Ένα ταξίδι γεμάτο περιπετεια, παράξενες συναντήσεις και ηρωικά κατορθώματα.

ΣΤΟ ΝΗΣΙ ΤΗΣ ΛΗΜΝΟΥ


Ως πρώτο σταθμό  τους, οι  αργοναύτες επέλεξαν το νησί της Λήμνου, οι φιλόδοξοι αυτοί οι ήρωες όμως, δεν γνώριζαν πως το νησί ήταν καταραμμάνο από την Θεά Αφροδίτη. Οι γυναίκες του νησιού είχαν παραμελήσει τα θρησκευτικά τους καθήκοντα προς την θεά της όμορφιάς και του έρωτα, σχεδόν για ένα ολόκληρο χρόνο και η Αφροδίτη αποφάσισε να τις τιμωρήσει αυστηρά. Από τη μιά μέρα στην άλλη το δέρμα όλων των γυναίκων του νησιού άρχισε να αναδίδει μια απαίσια μυρωδιά και κανείς δεν μπορούσε να τις πλησιάσει, οι σύζηγοι απέφευγαν τις γυναίκες τους, οι αδελφοί έμειναν μακριά από τις αδελφές τους και οι γίοι από τις μανάδες τους. Αυτή όμως η απόριψη είχε κάνει έξαλλες τις γυναίκες, έτσι μιά βραδιά, φόρεσαν τις πανωπλίες, πήραν τα όπλα των αντρών και τους επιτέθηκαν, εκείνη την νύχτα έγινε πραγματική σφαγή και μέχρι το πρωί δεν είχε μείνει ούτε ένας ζωντανός άντρας στον νησί. Όταν λοιπόν είδαν από την ακτή το πλοίο των αργοναυτών να πλησιάζει πήραν τα όπλα τους και έτρεξαν στη παραλία για να εμποδίσουν τους ταξιδιώτες να πατήσουν το πόδι τους στο νησί. Ο Ιάσονας παρακάλεσε τις γυναίκες να μιλήσει με την αρχηγό τους και αυτές τον οδήγησαν στη βασιλισσα Υψιπύλη από την οποία έμαθε τι είχε κάνει τις γυναίκες τόσο άγριες, ο Ιάσονας ήξερε καλά πόσο εκδικητικοί μπορούσε να γίνει μερικές φορές η Αφροδίτη, και αποφάσισε να βοηθήσει τις γυναίκες του νησιού. Τίποτα δεν απολάμβανε περισσοτερό η θεά από τις θυσίες και τις τελετές που τις αφιέρωναν οι θνητοί. Γι’αυτο ο Ιάσονας διετάξε τη διοργάνωση λαμπρών τελετών. Μόλις άρχισαν οι θυσίες και τα αφιερώματα η οργή της Αφροδίτης μαλάκωσε και οι γυναίκες της Λήμνου απελευθερωθηκαν από την κατάρα, μέσα σε μερικά λεπτα ξανα βρήκαν την ομορφιά, τη δροσιά και την γοητεία τους. Οι αργοναύτες έμειναν στη Λήμνο για μερικά χρόνια και πολλοί από αυτούς παντρεύτηκαν με κάποιες από τις γυναίκες του νησιού, έτσι το νησί ξανα γέμισε με παιδιά και οι γυναίκες και άντρες ζούσαν ειρηνικά.

ΟΙ ΓΙΓΑΝΤΕΣ ΤΗΣ ΠΡΟΠΟΝΤΙΔΑΣ


Μετά την Λήμνο, οι αργοναυτές συνέχισαν το ταξίδι τους. Διέσχισαν τον Ελλήσπονδο και έφτασαν στη χώρα των Δολιονων, ενος ειρηνικού λαού που ζούσε στις ακτές της Προποντιδας, οι Δολιονες, όμως υπέφεραν από τους γίγαντες που ζούσαν κρυμμένοι στα δάσοι των γύρω ορεινών περιοχών. Ήταν παιδιά της Γαίας και εκτός από πελώριοι ήταν άγροι και βαναυσοί. Ο Κυζικός ο νεαρός βασιλιάς των Δολιόνων, υποδέχτηκε με ευγένεια τους ταξιδιώτες και τους φιλοξένησε σύμφωνα με όλες τις τιμές που αρμόζουν σε καλοδεχούμενους ξένους. Οργάνωσε λοιπόν γιάυτους ένα πλούσιο συμπόσιο. Μετά τον δείπνο κάποιο από τους συντρόφους του Ιάσονα θέλησαν να γνωρίσουν καλύτερα τη χώρα των Δολιόνων και έτσι αποφάσισαν να ανέβουν το βουνό Δινδυμό για να θαυμάσουν τη θέα από ψηλά. Οι γίγαντες βλέποντας το πλήρωμα να απομακρύνετε θέλησαν να καταλάβουν την Αργώ, για κάκη τους όμως τύχη στο πλοίο είχε μείνει ο Ηρακλής για να το φυλάει. Παρόλο που τον είχε πάρει ο ύπνος, μόλις κατάλαβε πως δεχόταν επίθεση πετάχτηκε όρθιος και πάλεψε σαν λιοντάρι για να απωθήσει τους πελώριους εχρούς του. Οι φωνές και ο σάλος της μάχης ακουγόταν μέχρι την κορυφή του βουνού όπου είχαν φτάσει εν τω μεταξύ οι αργοναύτες, χωρίς να χάσουν καιρό, έτρεξαν να βοηθήσουν τον συντροφό τους και κατάφεραν να σώσουν το πλοίο τους. Η Αργώ δεν είχε πάθει καμία ζημιά, αλλά οι αργοναύτες αποφάσισαν να σαλπάρουν και να συνεχίσουν το ταξίδι τους. Όμως τη νυχτα, σηκώθηκε αντίθετος άνεμος και το πλοίο πλησιάσε και πάλι τις ακτές της Προποντίδας. Αυτη τη φορά οι Δολίονες μη μπορώντας να διακρίνουν καλά το πλοίο, νόμισαν πως ήταν πειρατές και επιτέθηκαν στο πλήρωμα, όμως ούτε οι αργοναύτες κατάλαβαν ποίοι τους χτυπούσαν με τόσο μίσος αφου το σκοτάδι ήταν πυκνό. Η μάχη κράτησε ως το χάραμα και μόνο όταν ξημέρωσε κατάλαβαν τι είχε συμβεί, ήταν όμως πλέον αργά και οι Δολίονες αλλά και οι αργοναύτες θρηνούσαν τα αδικοχαμένα θύματα τους. Οι  νεκρικές τελετές για την ταφή των νεκρών κράτησαν τρείς ημέρες, ανάμεσα στους σκοτωμένους ήταν και ο βασιλιάς Κυζικός που έπεσε νεκρός από το σπαθί του Ιάσονα. Όταν ο θρήνος και οι τελετές τελείωσαν οι αργοναύτες με βαριά καρδιά συνέχισαν το ταξίδι τους.

Ο ΜΑΝΤΗΣ ΦΙΝΕΑΣ


Στη Μυσία μια περιόχη της Μικράς Ασίας ο Ηρακλής αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τους συντρόφους του για να επιστρέψει στον βασιλιά Ευριστέα και να ολοκληρώσει τους άθλους του. Στην χώρα των Βερύκων, ο Πολυδευκής διακρίθηκε στην πάλη όταν αναγκάστηκε να αντιμετωπίσει τον βασιλιά της περιοχής Αμυκό,  που δέν έδωσε άδεια στους αργοναύτες να πιούν νερό από την πηγή του. Στη συνέχεια μια τρικυμία ανάγκασε τους αργοναύτες να αράξουν στην ακτή της Θράκη. Εκεί βρέθηκαν στη χώρα του μάντη Φινέα. Ο Φινέας ήταν τυφλός αλλά το μεγαλύτερο προβλημά του ήταν οι άρπυες, φτερωτά πνεύματα από τη μέση και πάνω ήταν γυναίκες ενώ από τη μέση και κάτω αρπαχτικά πουλιά. Κάθε φορά που ο μάντης προσπαθούσε να βάλει λίγο φαγητό στο στόμα του, οι άρπιες πετούσαν πάνω από το κεφάλι του και του μόλυναν το φαγητό. Ο φινέας ήταν πραγματικά απελπισμένος αλλά για καλή του τύχη τον Ιάσονα συντροφευάν οι δύο φτερωτοί ήρωες Ζήτης και Καλαίης, μόλις αυτοί είδαν τις αρπύες να πλησιάζουν τον φτωχό μάντη, άνοιξαν τα φτερά τους και τις κυνήγησαν για μέρες και νύχτες χώρις σταματημό. Τελικά τα τερατομόρφα πλάσματα εξαντλημένα από το ανελαιητο κυνηγητό, ορκίστηκαν να μην ξανά ενοχλήσουν τον μάντη και εξαφανίστηκαν, για να ευχαριστήσει τους σωτήρες του, ο Φινέας τους αποκάλυψε ένα σωρό μυστικά που θα τους βοήθουσαν στην εκστρατεία τους: ποιό δρόμο θα έπρεπε να ακολουθήσουν, ποιούς τόπους να επισκεφτούν και ποιίους λαούς μπορούσαν να εμπιστευτούν και ποιούς θα έπρεπε να αποφύγουν. Έτσι ακολουθώντας τις συμβουλές του Φινέα, οι αργοναυτές γνώρισαν μέροι υπέροχα και ανεξερεύνητα. Επισκέφτηκαν την χώρα των Χαλίβων, οι κάτοικοι της οποίας ήταν εξαισιοί σιδηρουργοί και τη χώρα των Μοσσυνοικών, σκληρότατων και αγριότάτων πολεμιστών που πήραν το όνομα τους από τους Μοσσυνες, τους ψηλούς πύργους στους οποίους κατοικούσαν.
 

ΟΙ ΣΥΜΠΛΗΓΑΔΕΣ ΠΕΤΡΕΣ


Ένα από τους πολλούς κινδύνους που έμελε να αντιμετωπίσουν οι αργοναύτες ήταν ένα από τα πιό επικύνδινα και τρομακτικά θαλλάσια περάσματα τις Συμπληγάδες πέτρες ή αλλίως γαλάζιοι βράχοι. Οι βράχοι αυτοί κινούνταν με τα θαλλάσια ρεύματα και έσπαζαν σαν καρυδότσούφλα τα πλοία που είχαν την ατυχία να βρέθουν αναμεσά τους. Ο Φινέας όμως τους είχε πεί να αφήσουν ένα περιστέρι να περάσει από το πέρασμα και άν περνούσε το περιστέρι να περνούσαν και αυτοί, όταν οι αργοναύτες έφτασαν στο πέρασμα άφησαν ένα περιστέρι και αύτο κατάφερε να περάσει από το θανάσιμο πέρασμα και μόνο λίγα φτερά από την ουρά του έμειναν στους βράχους όταν αυτοί έκλεισαν. Μόλις άνοιξαν οι βράχοι, η Αργώ πέρασε γρήγορα αναμέσα τους.  Όπως και το περιστέρι, έτσι και το πλοίο χτυπήθηκε λίγο στην πρίμνη του, αυτό όμως ήταν ένας ακόμα οιωνός που προείδοποιούσε τους αργοναύτες πως οι δοκιμασίες τους δεν είχαν ακόμη τελειώσει. Από τότε τα βράχια δεν ξανά έκλεισαν και το πέρασμα έγινε ασφαλές για τη ναυσιπλοοία.  Παρόλα αυτά η Αργώ έπλεε πλέον με ασφάλεια στον Ευξινό πόντο και πλησίαζε αργά και σταθερά στον προόρισμό της. Περνώντας από τον Καυκασό οι αργοναύτες είδαν επιτέλους τις ακτές της Κολχίδας. Περνώντας από τον ποταμό Φάση, έπλευσαν στα ηρεμά νερά του μέχρι που είδαν το λιμάνι της Αιάς.

Η ΜΗΔΕΙΑ


 Μόλις το πλοίο άραξε στην Αία, ο Ιασονάς παρουσιάστηκε στον βασιλιά Αιητή στο παλάτι βρισκόταν και η Μήδεια, η κόρη του βασιλιά, που μόλις είδε τον νεαρό ήρωα τον ερωτεύτηκε αμέσως. Ο Αιητής δεν ήταν καθόλου χαρούμενος για την άφιξη των αργοναυτών στη χώρα του, επιθυμία του ήταν να σκοτώσει τους αργοναύτες και να κάψει την Αργώ. Έτσι όταν ο Ιάσονας μπήκς μόνος του στο παλάτι και ζήτησε από τον ηγεμόνα της Αίας να του παραδώσει το Χρυσομάλλο δέρας, ο βασιλιάς ξεσπασέ με μανία, διέταξε να πιάσουν τον Ιάσονα και να τον παραδώσουν στον αιμοβόρο δράκο που φυλούσε το Χρυσομάλλο δέρας για να τον σκοτώσει. Αυτό ακριβώς θα είχε γίνει αν η Αθηνά δεν έτρεχε να βοηθήσει τον ήρωα, η Θεά απελευθέρωσε τον Ιάσωνα από τον δράκο που ήταν έτοιμος να τον κατασπαράξει, η θεά χτύπησε τον δράκο με τόση δύναμη που αυτό έπεσε κάτω αναισθητός. Η Μήδεια που κατείχε όλα τα μυστικά των βοτάνων, τον φίλτρων και της τέχνης της μαγίας, έτρεξε να βοηθήσει τον Ιάσονα και τον φρόντισε με τρυφερότητα και αγάπη και συμφώνησε με τον Ιάσονα να τον βοηθήσει με αντάλλαγμα να την πάρει μαζί του και να την παντρευτεί.

Η ΑΡΠΑΓΗ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΜΑΛΛΟΥ ΔΕΡΑΤΟΣ


Ο Ιάσονας μαγεμένος από την ομορφιά της Μήδειας, δέχτηκε αμέσως. Το ίδιο βράδυ η Μήδεια και ο Ιάσονας πήγαν στο δάσος και η κοπέλα αποκοίμησε τον φύλακα δράκο με ένα φίλτρο που έριξε στα μάτια του. Έτσι ο Ιάσονας ανενόχλητος άρπαξε το Χρυσομάλλο δέρας. Ο Ιάσωνας και η Μήδεια με το Χρυσομάλλο δέρας έτρεξαν στο πλοίο για να φύγουν όσο πιό γρήγορα γινόταν από την Κολχίδα. Πρίν σαλπάρουν η Μήδεια προέβλεψε πως ο πατέρας της δεν θα τους άφηνε να φύγουν τόσο εύκολα έτσι πήγε στο παλάτι και άρπαξε το μικρό της αδελφό τον Αψύρτο. Ο βασιλιάς Αιήτης, μόλις κατάλαβε τι είχε συμβεί διέταξε τους στρατιώτες του να καταδιώξουν τους κλέφτες, η Μήδεια όμως για να σταματήσει την καταδίωξη, σκότωσε το μικρό άψευτο, τον τεμάχισε και σκόρπισε τα μέλη του στον δρόμο. Ο βασιλιάς Αιήτης, μη μπορώντας να πιστέψει πως η κόρη του είχε διαπράξει τόσο φρικτο εγκλήμα, μαρμάρωσε, διέταξε τους στρατιώτες να σταματήσουν την καταδίωξη και να μαζέψουν τα διάσπαρτα μέλη του γιού του και να τον θάψουν με τις πρέπουσες τιμές. Ο βασιλιάς Αιήτης καταράστηκε την Μήδεια να γίνει η καρδιά της σκληρή σαν πέτρα και να μη βρεί την γαλήνη για όλη της την ζωή. Ο Ιάσονας και η Μήδεια έφτασαν στο πλοίο τρέχοντας. Οι αργοναύτες είχαν επιτέλους πετυχεί τον σκοπό τους, το Χρυσομάλλο δέρας ήταν στα χέρια του Ιάσονα και έτσι το πλοίο σήκωσε τα πανιά του με προόρισμο την Ιωρκό. Τότε όμως ακούστηκε για πρώτη φορά η φωνή του πλοίου, «Ατρόμητοι αργοναύτες, μέχρι τώρα δεν είχα μιλήσει και δεν έκρινα ποτέ αυτά που έτυχε να δώ κατα την διάρκεια αυτου του ταξιδιού, τώρα όμως δεν μπορώ να σιωπήσω μπροστά σε ένα τόσο απαισιο έγκλημα, για να φέρετε σε πέρας την αποστολή σας, δεχτήκατε να βάψετε τα χέρια σας με το αίμα ενός αθώου παιδιού. Γι’αυτο πρέπει να εξαγνιστείτε από το μιασμά. Δεν μπορείτε πιά να πάρετε το δρόμο του γυρισμού. Πρέπει να πάτε στο νησί όπου κατοικεί η μάγισσα Κίρκη η αδελφή του βασιλιά Αιήτη. Μόνο αυτή μπορεί να σας εξαγνήσει από τα αμαρτηματα σας, Ιάσονα και εσένα φθονερή Μήδεία.

Ο ΓΑΜΟΣ

Στο νησί της Κίρκης, εκτός από την τελετή του εξαγνισμού, ο Ιάσονας και η Μήδεια έκαναν και την τελετή του γάμου τους. Οι εορτασμοί έγιναν κάτω από την προστασία της 'Ηρας, της γυναίκας του Δία και προστάτιδας του γάμου. Για να ομορφύνει την τελετή, η Ήρα έστειλε στους νεόνυμφους ως δώρο μια συντροφιά από λευκό -ντυμένες νύμφες για να τραγουδήσουν με τη γλυκιά φωνή τους. Μαζί τους έψαλε και ο Ορφέας ύμνους αγάπης με τη λύρα του.
Αφού ο Ιάσονας και η Μήδεια ενώθηκαν με τα δεσμά του γάμου και εξαγνίστηκαν από τη φοβερή αμαρτία που βάραινε πάνω τους, μπορούσαν να πάρουν και πάλι το δρόμο της επιστροφής προς την Ιωλκό. Όμως οι περιπέτειες των Αργοναυτών δεν ειχαν ακόμα τελειώσει.

Ο ΓΙΓΑΝΤΑΣ ΤΑΛΟΣ

Τις πρώτες μέρες του ταξιδιού ξέσπασε μια τρομερη καταιγίδα και η Αργώ πάλευε με τα κύμματα εννέα μέρες και εννέα νύχτες, μέχρι που αυτά την έριξαν στις ακτές της Λιβύης, κοντά στις Σύρτες. Το βάθος του νερού σε εκείνο το σημείο ήταν τόσο μικρό, που η Αργώ κινδυνευε να προσαράξει. Έτσι οι Αργοναύτες αναγκάστηκαν να μεταφέρουν το πλοίο στους ώμους τους ως τη λίμνη Τριτωνίδα. Χάρη στον Τρίτωνα, το θεό της λίμνης, βρήκαν διέξοδο προε τη θάλασσα και συνέχισαν το ταξίδι τουε με κατεύθυνση την Κρήτη. Οταν έφτασαν στο νησί, ήρθαν αντιμέτωποι με ένα φοβερό γίγαντα, τον Τάλο. Ο Τάλος πετούσε τεράστιους βράχους από την ακτή στα καράβια που περνούσαν, για να τα απομακρύνει από το νησί. Η Μήδεια, με τιε μαγικές δυνάμεις της, τον έκανε να χάσει τα λογικά του, κι αυτός έσχισε τη φλέβα του αστραγάλου του, που τον κρατούσε στη ζωή, και πέθανε. Ετσι οι Αργοναύτες συνέχισαν ανενόχλητοι την πορεία τους.

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΑΡΓΟΝΑΥΤΩΝ

Οι γενναίοι ήρωες ήταν και πάλι σε ελληνικά νερά. Διέσχισαν το Αιγαίο Πελαγος και έφτασαν στις Παγάσες και από εκεί κατευθύνθηκαν προς την Ι ωλκό. Η αποστολή τους είχε στρεφθεί με επιτυχία. Για να γιορτάσουν την επιστροφη τους, οι σύντροφοι του Ιάσονα οργάνωσαν συμπόσια με χορούς και τραγούδια ενώ διηγούνταν με συγκίνηση τις αξεχαστες εμπειρίες τους σε όσους δεν τις έζησαν από κόντα.Όμως για τον Ιάσονα η επιστροφή στην Ιωλκό δεν ήταν καθόλου χαρμόσυνη. Δε βρήκε εκεί ούτε τον πατέρα του ούτε τη μητέρα του να τον περιμένουν. 0 Πελίας τούε είχε αιχμαλωτίσει μόλις ο Ιάσονας αναχώρησε για την εκστρατεία του και τους είχε σκοτώσει. Παρά τον όρκο που είχε δώσει στον Ιάσονα, αρνήθηκε να του παραδώσει το θρόνο.
«Δεν πρόκειται να παραδώσω στα χέρια αυτού του άτιμου άνδρα το Χρυσόμαλλο Δέρας» αποφάσισε ο Ιάσονας με τη σύμφωνη γνώμη και της Μήδειας. «Δεν αξίζει κάτι τόσο πολύτιμο!» Η Μήδεια αποφάσισε να εκδικηθεί η ίδια το χαμό των γονιών του Ιάσονα.Έτσι, έστησε ένα σατανικό σχέδιο.

ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΤΗΣ ΜΗΔΕΙΑΣ

Μια μέρα η Μήδεια είπε στιε κόρες του Πελία: «0 πατέρας σας είναι γέρος και ανήμπορος. Δε θα θέλατε να ξαναβρεί τη ζωντάνια της νεότητάς του;».Οι κόρες του Πελία με περιέργεια ρώτησαν τη μαγισσα πως θα μπορούσε να το καταφέρει αυτό. Η Μηδεία τους υποσχέθηκε πονηρά πωε θα τους έδειχνε τον τρόπο. Πήρε ένα γέρικο κριάρι, το σκότωσε, τοκομμάτιασε και το έβαλε να βράσει σε ένα καζάνι με μαγικά βότανα. Ύστερα από λίγο ξεπήδηξε από το καζάνι ένα μικρό αρνάκι. Οι κόρες του Πέλια έμειναν αποσβολωμένες. Παρ'όλο που ένιωθαν ότι δεν έπρεπε να εμπιστευτούν αυτή την πανούργα μάγισσα, μπήκαν στον πειρασμό και θέλησαν να επαναλάβουν οι ίδιες τη μαγική τελετουργία. Μπροστά στα χαιρέκακα μάτια τηε Μήδειας σκότωσαν και έκοψαν σε κομμάτια τον ίδιο τους τον πατέρα, τον έβαλαν σε ένα μεγάλο καζάνι και άναψαν τη φωτιά για να βράσει. Οταν, όμως, ήρθε η ώρα για τα μαγικά βότανα, η Μήδεια αρνήθηκε να τους τα δώσει κι έτσι ο Πελίας βρήκε το θάνατο από το χέρι των ίδιων του των παιδιών.

Ο ΙΑΣΩΝΑΣ ΣΤΗΝ ΚΟΡΙΝΘΟ

Ικανοποιημένος απο την εκδίκηση που πήρε η γυναίκα του για τον φόνο των γονιών του, ο Ιάσονας απαρνήθηκε το θρόνο της Ιωλκού και έφυγε για την Κορινθό. Εκεί έζησε με την Μηδεία ευτιχισμένος και ήσυχος για δέκα χρόνια. Η μοίρα όμως είχε σχεδιάσει πολλές ακόμα συμφορές για τον Ιάσονα. Στην Κορινθο, στην κορυφή του πιο ψηλού βουνού της πόλης, η Μηδεία είχε χτίσει έναν ναο προς τιμην της Αφροδίτης, όπου κάθε χρόνο έκανε θυσίες και τελετές για να τιμήσει την Θεά. Ο φόρος τιμής όμως προς την θεά ήταν φοβερός. Κάθε χρόνο εφτα αγόρια και εφτα κορίτσια της πόλης στελνονταν στον ναό, όπου φυλακίζονταν για πάντα. Σε αντάλλαγμα η Θεά έκανε τα θύματα της αθανατά. Όταν τα παιδιά της Μηδείας έφτασαν στην εφηβεία, αποφάσισε να στείλει και εκεινη τα παιδιά της στο ναό της Αφροδίτης με την ελπίδα πως θα τα έκανε αθανατά. Όμως ο Ιάσονας, που αγαπούσε τα παιδιά του πιο πολυ από τιποτά άλλο στον κόσμο, δεν συμφώνησε με την γυναίκα του. Η Μηδεία ωστόσο, επέμενε τόσο πολυ, που το ζευγάρι χώρισε. Έπειτα από παρακλησ΄η του Ιάσονα, ο βασιλιάς Κρέοντας εξόρισε τη Μηδεία, η οποία αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την πόλη. Έπειτα από λίγο καιρό, ο Ιάσονας αποφάσισε να ξαναπαντρευτεί και διαλεξε για γυναίκα του την Γλαύκη, την όμορφη κόρη του βασιλιά. Όμως ο ήρωας είχε υποτιμήσει τη ζήλια της Μηδείας.

Η ΕΚΔΙΚΗΣΗ ΤΗΣ ΜΗΔΕΙΑΣ

Η εκδίκηση της Μήδειας δεν άργησε να έρθει. Η πικραμένη σύζηγος διάλεξε την ημέρα του γάμου του Ιάσονα με την Γλαύκη για να τιμωρήσει τον άντρα της. «θέλω να πάτε αυτά τα δώρα στη νέα σύζυγο του παιέρα σαε» είπε εκείνο το πρωί η Μήδεια στα παιδιά της. «Ελπίζω πως η Γλαύκη θα τα δεχτεί μαζί με τις ευχές μου για παντοτινή ευτυχία. Της τα προσφέρω με τη διαβεβαίωση πως δεν της κρατώ καμία κακία γι' αυτόν το γάμο». Όταν η Γλαύκη είδε το όμορφο φόρεμα και το ολόχρυσο στέμμα που τηε έδωσαν τα παιδιά του Ιάσονα, τα πήρε με μεγάλη χαρά.Ήταν ευτυχισμένη και ανακουφισμένη που η πρώτη σύζυγοε του Ιάσονα έβλεπε με συμπάθεια το γάμο της. Μόλις όμως η κοπέλα φόρεσε το φόρεμα και το στέμμα, πύρινες γλώσσες άρχισαν να τυλίγουν όλο της το σώμα. Πολύ γρήγορα η Γλαύκη παραδόθηκε στις φλόγες, όπως και ο πατέρας της, ο Κρέοντος, που έτρεξε για να τη βοηθήσει. Η τραγωδία αυτή όμως δεν ήταν αρκετή για να πραγματοποιήσει το μίσος της Μήδειας και τη δίψα της για εκδίκηση. Η πανούργα γυναίκα ήταν αποφασισμένη να χτυπήσει τον ιδιον τον Ιάσονα με το πιο φρικτό τρόπο. Με το μυαλό της θόλο από μίσος και αγάπη μαζί, έφτασε στο σημείο να σκοτώσει με τα χέρια της τα ίδια τα παιδιά της, τα πιο αγαπημένα πλάσματα του Ιάσωνα.

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΙΑΣΩΝΑ

0 Ιάσονας ήταν συντετριμμένος. Η Μήδεια είχε σκοτώσει ό,τι αγαπούσε περισσότερο στον κόσμο. Απελπισμένος και εξαντλημένος, ανήμπορος να καταδιώξει τη μισητή μάγισσα που είχε βρει καταφύγιο στην Αθήνα, ο αλλοτινός ατρόμητος ήρωας αποφάσισε να αποσυρθεί στις Παγασές. Αυτός ήταν ο μόνος τόπος όπου μπορούσε να βρει λίγη γαλήνη. Εκεί, άλλωστε, βρισκόταν και το ιερό του Ποσειδώνα, στο οποίο είχε αφιερώσει την Αργώ.
Το θαυμαστό και δοξασμένο πλοίο ήταν πλέον εγκαταλελειμμένο, όμως ήταν αρκετό για να ανακουφίζει κάπωε την πονεμένη καρδιά του Ιάσονα. Εκεί περνούσε όλη του την ημέρα, δίπλα στο λατρεμένο σκαρί, αναπολώντας τις περιπέτειες που είχε ζήσει με τους αγαπημένους του συντρόφους. Μια μέρα, εκεί που καθόταν και σκεφτόταν τις μέρες δόξας που είχε γνωρίσει, αποκοιμήθηκε στη σκιά του τιμημένου πλοίου. Τότε ένα από τα μαδέρια του ιερού πλοίου, που είχε φθαρεί από την υγρασία και το χρόνο, έφυγε από τη θέση του και πέφτοντας με ορμή σκότωσε τον τιμημένο ήρωα.
0 Ιάσονας θάφτηκε τυλιγμένος με τα πανιά του δοξασμένου πλοίου. Έτσι ο ατρόμητος ήρωας που κατάφερε το ακατόρθωτο αποκτώντας το Χρυσόμαλλο Δέρας και το ιερό σκαρί που τον Βοήθησε στιν υπεράνθρωπο άθλο του έμειναν ενωμένοι για πάντα.