ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ, Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΗΣ ΤΡΟΙΑΣ

Ενώ αυτή η ιστορία θα έπρεπε να είναι για τον πόλεμο, περισσότερο ασχολείται με το πώς εξελίχθηκαν τα πράγματα μετά από έναν καβγά ανάμεσα σε δυο άρχοντες από το ίδιο στρατόπεδο. Εννιά χρόνια που κράτησαν οι μάχες με τον εχθρό, δεν είχαν σκοτωθεί τόσοι άνθρωποι, όσοι αφανίστηκαν εξαιτίας της διχόνοιας που έπεσε ανάμεσα σε φίλους και συμμάχους.

Ο άρχοντας Αγαμέμνονας, σε μια από τις επιθέσεις στα περίχωρα της Τροίας, άρπαξε και έκανε σκλάβα του μια όμορφη κοπέλα. Αυτή ήτανε κόρη του ιερέα Χρύση, που, σαν το 'μαθε, πήγε τρέχοντας κι έπεσε στα πόδια του βασιλιά προσφέροντας του λύτρα για την κόρη του.

-    Να φύγεις, να πας από κει που 'ρθες, του είπε με ασέβεια ο Αγαμέμνονας. Η κόρη σου θά 'ρθει μαζί μου στο ' Αργός κι εκεί θα μείνει μέχρι να γεράσει.
Απαρηγόρητος ο γέρος ζήτησε με προσευχή τη βοήθεια του θεού Απόλλωνα κι αυτός έστειλε για τιμωρία μια φοβερή αρρώστια που θέριζε το ελληνικό στρατόπεδο.

Πέρασαν έτσι εννιά μέρες. Ξεσηκώθηκε όμως από τους αρχηγούς ο Αχιλλέας, που τον φώτισε η θεά Ήρα, και μίλησε στους άλλους:
-    Πρέπει να ρωτήσουμε ένα μάντη, σε τι φταίξαμε και μας τιμωρεί ο Απόλλωνας. Έτσι που πάμε, θα ξεκληριστούμε όλοι, δε θα μείνει ούτε ένας να γυρίσει στην πατρίδα.

Τότε σηκώθηκε ο μάντης Κάλχας:
-    Ζητάω την προστασία σου, Αχιλλέα, για ό,τι θα πω, γιατί μπορεί να κάνω κάποιον που έχει εξουσία να θυμώσει. Πρέπει ο βασιλιάς Αγαμέμνονας να λευτερώσει την κόρη τού Χρύση.

Σκοτεινιασμένος ο Αγαμέμνονας είπε πως αυτό ποτέ δε θα το δεχόταν. Καθώς όμως το καλοσκέφτηκε, γύρισε όλο θυμό και εκδίκηση και είπε στον Αχιλλέα:
-    Πολύ καλά. στείλτε πίσω τη Χρυσηίδα στον πάτερα της, αλλά τότε εγώ θα πάρω τη δική σου σκλάβα, Αχιλλέα, μια κι εσύ είχες την ιδέα.

- Αχάριστε ! φώναξε ο Αχιλλέας. ¨Ηρθα εδώ μόνο για να βοηθήσω εσένα και τον αδελφό σου. Δεν το 'χω σε τίποτα να σας παρατήσω και να φύγω!
-    Φύγε λοιπόν, δε σ' έχουμε ανάγκη!
Καλά που βρέθηκε πίσω του η θεά Αθηνά και τον κράτησε, αλλιώς θα 'χε ριχτεί στον Αγαμέμνονα με το σπαθί του. Μπήκε στη μέση ο βασιλιάς της Πύλου, ο γερο-Νέστορας, που ήτανε γλυκομίλητος και τον σεβόντουσαν όλοι.
-    Χαρά που θα 'χει ο Πρίαμος κι οι γιοι του να βλέπουν να μαλώνουνε οι Αχαιοί μεταξύ τους. Σταματήστε τους καβγάδες!
Πάνω σ' αυτά σηκώθηκαν κι έφυγαν ο Αχιλλέας με το φίλο του τον Πάτροκλο. Ο Αγαμέμνονας έστειλε ένα καράβι με κυβερνήτη τον Οδυσσέα να επιστρέψει την κόρη τού Χρύση. Το γέμισε με δώρα για το θεό Απόλλωνα.

Το πείσμα όμως το κρατάει ο Αγαμέμνονας. Στέλνει αμέσως δυο κήρυκες να του φέρουν την όμορφη κοπέλα που είχε στη σκηνή του,
λάφυρο, ο Αχιλλέας. Με δάκρυα αγανάκτησης τρέχει στην ακροθαλασσιά ο Αχιλλέας και καλεί τη μάνα του τη Θέτιδα, κόρη του Ποσειδώνα.
Της λέει τα όσα γίνανε και της ζητάει να βρει το Δία και να τον πείσει να δώσει τη νίκη στους Τρώες για να μετανιώσει ο Αγαμέμνονας.

Δώδεκα μέρες πέρασαν μέχρι να καταφέρει η Θέτιδα μια συνάντηση με το Δία, γιατί οι θεοί είχανε πάει ταξίδι στην Αιθιοπία. Μόλις έμαθε πως γυρίσανε, ανέβηκε στον Όλυμπο, κάθισε στα πόδια του Δία και τον παρακαλούσε για το παιδί της.
-    Θα με βάλεις σε μπελάδες με το αίτημα σου, είπε ο Δίας, αλλά θα σου γίνει η χάρη, για να πάρει εκδίκηση ο γιος σου. Οι Τρώες από αύριο θα προχωρούνε νικηφόροι.
Αυτά ήθελε ν' ακούσει η Θέτιδα και ικανοποιημένη ξαναγύρισε στα βάθη της θάλασσας. Η Ήρα όμως που τίποτα δεν της ξεφεύγει τα έβαλε με τον Δία

Oλοι κοιμούνται, θεοί και θνητοί, μόνο ο Δίας ξαγρυπνάει. Σκέφτεται πώς να κάνει τον Αγαμέμνονα να αισθανθεί την έλλειψη του Αχιλλέα. Στέλνει ένα όνειρο στο βασιλιά πως τάχα τώρα είναι η ώρα για την τελική επίθεση. Ξυπνάει την αυγή ο Αγαμέμνονας και καλεί τους γέροντες αρχόντους να τους διηγηθεί το όνειρο του.
Όταν το άκουσαν, πρώτος ο Νέστορας είπε: Στα άρματα, Αχαιοί, δεν έρχεται στον καθένα τέτοιο όνειρο. Ήρθε στον αρχηγό μας και είναι σημαδιακό.

Ο στρατός άρχισε σαν μελίσσι να μαζεύεται, γιατί γρήγορα κυκλοφόρησε η φήμη πως κάτι σημαντικό είχε να τους πει ο αρχηγός. Ο Αγαμέμνονας σκέφτηκε να φέρει πρώτα το στράτευμα στο φιλότιμο, κι έτσι αντί για τη μεγάλη επίθεση, τους λέει πως αποτύχανε και καλύτερα ντροπιασμένοι να τα μαζεύουν και να γυρίσουν στην πατρίδα. Η Τροία, όπως φαίνεται, δεν πέφτει. Δεν απόσωσε το λόγο του κι οι Αχαιοί τρέξανε στα καράβια. Ούτε νίκη ούτε φιλότιμο τους νοιάζει, θέλουν να γυρίσουνε στα σπίτια τους.

Βλέπει αυτά τα χάλια από ψηλά η Ήρα και καλεί την Αθηνά:
Τι είναι αυτά τα καμώματα; Έτσι παρατάνε τον αγώνα οι Αχαιοί; Άδικα χάθηκαν τόσοι άντρες εννιά χρόνια; Θ' αφήσουν την προδοσία της Ελένης ατιμώρητη; Τρέχα εμπόδισε τους.

Χύθηκε η Αθηνά και πρώτο βρήκε τον Οδυσσέα. Δε χρειάστηκε να του πει πολλά για να τον πείσει. Πάει ο ίδιος από καράβι σε καράβι κι όπου συναντάει άρχοντα τον διπλαρώνει με λόγια πολλά και πονηρά. Τους λέει πως ο Αγαμέμνονας κάτι άλλο έχει στο μυαλό του και πως δεν πρέπει να παρατήσουν τον αγώνα. Κι όπου στρατιώτες ξεσηκωμένοι, τους βάζει άγριες φωνές. Όλοι φοβούνται και κάνουν πίσω, εκτός από έναν, το Θερσίτη. Αρκετές θυσίες έχουμε κάνει εμείς οι απλοί στρατιώτες για να μαζεύουν οι αρχηγοί τα
λάφυρα. Φτάνει, θέλουμε να γυρίσουμε πίσω.

-    Πώς τολμάς να τα βάζεις με βασιλιάδες ορμάει ο Οδυσσέας και τον χτυπάει γερι ραβδί του.
Τότε σηκώθηκε ο μάντης Κάλχας και θύ στο στρατό πως όταν ξεκινούσανε γι' αυ εκστρατεία και θυσιάζανε στην παραλία Αυλίδας, πετάχτηκε απ' το βωμό ένα μα φοβερό φίδι. Ανέβηκε στον πλάτανο κι ί οχτώ σπουργιτάκια, με τη μάνα τους ενν και μετά μαρμάρωσε.

-    Αυτό ήταν σημάδι που μας έστειλε ο Δίας,  Ο δέκατος χρόνος της νίκης. Γι' αυτό κρατήστε τους όρκους σας και μη λιποψιχάτε.

Μ' αυτά τα λόγια του Κάλχα, ο στρατός αμέσως άλλαξε διάθεση. Ο Αγαμέμνονας κάλεσε τους αρχηγούς να σκεφτούνε το σχέδιο της επίθεσης.

Στην Τροία, ο Δίας στέλνει την Ίριδα να ειδοποιήσει πως, όπου να 'ναι, θα ξεσπάσει μεγάλη επίθεση των Ελλήνων. Γρήγορα ο 'Εκτορας ετοιμάζει το στρατό του. Ανοίγουν οι πύλες και χύνονται πεζοί κα ιππείς στο λόφο έξω απ' την Τροία. Παίρνουνε θέσεις.

Σε παράταξη κατεβαίνουν το λόφο οι Τρώες, σαν κοπάδια γερανών. Σιωπηλά και γρήγορα διασχίζουν τον κάμπο μέσα σε σύννεφο από σκόνη. Οι δυο στρατοί πλησιάζουν. Όταν έφτασαν τόσο κοντά που να βλέπει ο ένας τον άλλον, πετάγεται έξω απο τις γραμμές ο Πάρης και προκαλεί τους Έλληνες άρχοντες σε μονομαχία.
Σταματάνε τα στρατεύματα την προέλαση κι από τους Έλληνες, με άγρια χαρά για εκδίκηση, βγαίνει μπρος ο Μενέλαος πάνοπλος και ορμητικός. Σαν να είδε φίδι μπρ6ς του ο ωραίος Πάρης, τα 'χασε! Τρόμαξε, γύρισε πίσω και χώθηκε φοβισμένος μέσα στους προμάχους. Έξω φρενών ο αδερφός του ο Έκτορας του λέει: Μόνο γυναίκες ξέρεις να κλέβεις ελόγου σου! Σπουδαίο παλικάρι είσαι! Έβγα να αντιμετωπίσεις τον άντρα της γυναίκας σου. Δεν ακούς τους Αχαιούς που γελάνε; Αλλά έτσι είσαστε εσείς που τρέχετε πίσω απ' τις γυναίκες, δειλοί και τιποτένιοι. Ντροπιασμένος ο Πάρης ξαναβγήκε εμπρός. Τότε ο Έκτορας κρατώντας ψηλά το κοντάρι του έκοψε τρέχοντας τις φάλαγγες των Τρώων και τους σταμάτησε.
Κι ο Αγαμέμνονας ύψωσε τη φωνή του να κρατήσει τους Αχαιούς που ρίχναν βέλη και πετροβολούσαν: Σταθείτε ν' ακούσουμε τι έχει να μας προτείνει ο Έκτορας.

Και τότε ο Έκτορας είπε: Ακούστε, Τρώες και αντρειωμένοι Αχαιοί. Ο αδερφός μου Πάρης, που πρώτος άρχισε την έχθρα ανάμεσα μας, θα μονομαχήσει με το Μενέλαο που του 'κλεψε περιουσία και γυναίκα. Όποιος κερδίσει παίρνει τα λάφυρα του και φεύγει, κι οι δυο στρατοί θα γίνουν φίλοι. Γιατί αρκετά τραβήξανε οι απλοί άνθρωποι με τα καμώματα των αρχόντων. Φέρτε ένα μαύρο κι ένα άσπρο αρνί να θυσιάσετε κι εμείς θα φέρουμε το τρίτο για το Δία. Στέλνω να καλέσω τον πατέρα μου, το γερο-Πρίαμο, να ορκιστεί πως έτσι θα γίνουν τα πράγματα, γιατί εσείς με το δίκιο σας δε θα εμπιστευτείτε εμάς τους γιους του. Έτσι η μάχη σταμάτησε και φύγανε μαντατοφόροι για το κάστρο. Μέσα στο ανάκτορο η Ελένη υφαίνει σε ένα κόκκινο πανί μάχες και παλικαριές σαν αυτές που γίνονται κάτω στον κάμπο για χατίρι της. Έρχεται η θεά Τριδα με τη μορφή της κουνιάδας της, της Λαοδίκης, και της λέει για τη μονομαχία Πάρη-Μενέλαου.
Ήταν σαν μαχαίρι στην καρδιά της αυτό νέο, γιατί δεν είχε ξεχάσει τον τόπο της, γονιούς της κι ακόμα ούτε τον πρώτο της άντρα. Έριξε ένα άσπρο πέπλο στο κεφό της κι έτρεξε ψηλά στα τείχη, εκεί που ήτ μαζεμένοι οι γερόντοι, να δει τον αγώνα. Ξεχωρίζει τους Έλληνες βασιλιάδες και ι δείχνει στον Πρίαμο:

-    Αυτός ο ψηλός είναι ο Αγαμέμνονας και του ο Αίαντας ο Τελαμώνιος και ο γενναίος Ιδομενέας.

Οι αντίπαλοι ετοιμάζονται. Γίνεται η θυο και ο Πρίαμος φτάνει εκεί να ορκιστεί κι αμέσως φεύγει πίσω στα τείχη, γιατί δεν αντέχει να δει το γιο του να χτυπιέται με το Μενέλαο.
Τράβηξαν κλήρο ποιος θα ρίξει πρώτος το κοντάρι. Ρίχνει ο Πάρης και στραβώνει το κοντάρι του πάνω στου Μενέλαου την ασπίδα. Ρίχνει ο Μενέλαος και σκίζει το θώρακα του Πάρη, αλλά δεν τον πληγώνει. Τότε βγάζί σπαθί και τον χτυπάει κατακέφαλα στο κράνος, του γλίστρησε όμως και του 'φυγε. Τότε ορμάει και τον αρπάζει απ' τη φούνι του κράνους κι άρχισε να τον σέρνει. Το λουρί τον πνίγει στο λαιμό και θα τον σκότωνε, αν η θεά Αφροδίτη δεν έκανε να σπάσει το λουρι και να προλάβει να το σκάσει ο Πάρης μέσα σε ένα σύννεφο σκόνης. Ο Μενέλαος έμεινε με το άδειο κράνος στο χέρι.

Τρέχει κατατρομαγμένος ο Πάρης και φτάνει μέσα στα τείχη, στο δωμάτιο της Ελένης. Η Αφροδίτη με τη μορφή μιας δούλας πάει να φωνάξει την Ελένη. Την αγκαλιάζει ο Πάρης κι αυτή θυμώνει που τέτοιες ώρες ο νους του είναι στα φιλιά. Αλλά έτσι ξεγελάει αυτός τρομάρα του.
Τώρα όμως ο Μενέλαος τριγυρίζει σαν το θεριό.

-              Ακούστε όλοι, λέει ο Αγαμέμνονας, ο Πάρης νικήθηκε, λοιπόν δώστε μας την Ελένη και βιος της. όπως ορκιστήκατε.

Ραψωδία Δ
Οι θεοί αποφασίζουν να συνεχιστεί ο πόλεμος. Τους Έλληνες προστατεύουν η Αθηνά και η Ήρα. Τους Τρώες, η Αφροδίτη, ο Απόλλωνας κι ο Άρης.

Στον Ολυμπο οι θεοί διασκεδάζουν, γιατί ο Δίας πειράζει την Ήρα. - Ώστε ο Μενέλαος εκτός από σένα έχει και την Αθηνά προστάτιδα. Πάλι όμως η Αφροδίτη σάς την έφερε και γλίτωσε τον προστατευόμενο της απ' τα χέρια του Χάρου. Τι θα γίνει λοιπόν τώρα; Θα αφήσουμε να συνεχιστεί ο πόλεμος ή θα πούμε να γίνει ειρήνη. Πρέπει να ξέρετε όμως ότι η Τροία είναι κάτω απ' την προστασία μου. - Κι εγώ προστατεύω το ' Αργός, τις Μυκήνες και τη Σπάρτη, και λέω πως πρέπει να συνεχιστεί ο πόλεμος κι όποιος φταίει να πληρώσει, λέει η Ήρα. Δίνει εντολή στην Αθηνά ο Δίας να κατέβει στα στρατόπεδα και να ανάψει πάλι ο αγώνας. Εκείνη πήρε τη μορφή του Λαόδοκου, του γιου τού Αντήνορα, κι αναζητούσε μες στους Τρώες τον Πάνδαρο, που ήταν ο πιο σπουδαίος τοξότης. Του βάζει στο νου να σημαδέψει το Μενέλαο.
Τον βρήκε η σαΐτα στο χέρι και στη ζώνη, την πέρασε, χώθηκε στο θώρακα και χύθηκε ποτάμι το αίμα. Τρέχει κοντά του ανήσυχος ο Αγαμέμνονας. Φωνάζει να 'ρθει ο γιατρός, ο Μαχάονας, να δέσει την πληγή του. Κι όταν ησύχασε πως το τραύμα δεν ήταν σοβαρό και γλίτωσε ο αδελφός του, γύρισε όλο λύσσα για εκδίκηση να ετοιμαστεί για την επίθεση. Έγινε τέτοιος σκοτωμός, που γλίτωσαν μόνο όσοι απ' τους Έλληνες τους οδήγησε η Αθηνά απ' το χέρι κι όσοι απ' τους Τρώες προστάτη είχαν τον Απόλλωνα.

H Αθηνά οδηγήτρα σπρώχνει το Διομήδη στη μάχη πρώτον κι ακολουθούν όλα τα παλικάρια των Αχαιών, ο Αγαμέμνονας, ο Ιδομενέας, ο Μενέλαος, ο Μηριόνης, ο Μέγης κι ο Ευρύπυλος. Με σκοπό να μείνουν οι Τρώες αβοήθητοι, λέει στον Άρη: Ας αφήσουμε εμείς οι δυο τη μάχη κι ας αποφασίσει ο Δίας ποιος θα 'ναι ο νικητής. Πάμε να καθίσουμε στην καλαμιά πλάι στο ποτάμι κι ό,τι θέλει ας γίνει. Κι έτσι οι Αχαιοί προελαύνουν τσακίζοντας το ένα μετά το άλλο τα παλικάρια της Τροίας. Τους ρίχνουν στη γη και τους ξεγυμνώνουν απ' τις πανοπλίες και τ' άρματα. Στο Διομήδη που ξεχωρίζει, ρίχνει ο Πάνδαρος το βέλος του που τον τρυπάει πέρα για πέρα στον ώμο. Τον καθάρισα, φωνάζει στους Τρώες! Αλλά το παλικάρι στέκει όρθιο. Σταματάει το αμάξι του Σθένελου που μάχεται πλάι του και του ζητάει να του βγάλει τη σαΐτα. Την τραβάει αυτός με δύναμη και το αίμα τρέχει ποτάμι.
Αθηνά, βοήθησε με, παρακαλάει ο Διομήδης, και σηκώνει γιατρεμένος το κοντάρι του. Όρμα, Διομήδη, είμαι πλάι σου. Ρίξε σ' όποιον δεις μπροστά σου, κι ας είναι κι η Αφροδίτη.

Χιμάει το παλικάρι και πέφτουν σαν τα πρόβατα οι Τρώες κάτω απ' το σπαθί του. Βλέπει τη συμφορά των Τρώων ο Αινείας και ορμάει ενάντια στο Διομήδη πάνω σ' άμαξα. Ρίχνει ο Διομήδης και χτυπάει τον Αινεία. Αλλά η μάνα του, η Αφροδίτη, πριν προλάβει να τον αποτελειώσει ο Διομήδης, έρχεται να τον αγκαλιάσει προστατευτικά. Τότε ο Διομήδης τους βάζει στο κυνήγι και λαβώνει τη θεά στο χέρι.

Φωνάζει αυτή και αφήνει το γιο της να πέσει. Όμως για καλή του τύχη ήταν πλάι ο Απόλλωνας και τον κάλυψε με μαύρο σύννεφο. - Παράτα τους πολέμους, Αφροδίτη, της φωνάζει ο Διομήδης. Σου φτάνει που ξελογιάζεις γυναίκες ανόητες, αυτή είναι η δουλειά σου!

Η Αφροδίτη σκούζοντας τρέχει στην αγκαλιά του αδελφού της τον Άρη.

-Δώσε μου τα άλογα σου να γυρίσω στον Όλυμπο, γιατί με σφάζει ο πόνος. Πλάι στους Τρώες έμεινε εμψυχωτής ο Απόλλωνας, αλλά η Αθηνά απ' το άλλο μέρος  ανέβηκε στο άρμα του Διομήδη κι αυτός ατρόμητος ορμάει εναντίον του ίδιου τον και τον πληγώνει.
Άλλος αυτός..., φτάνει κλαίγοντας στον πατέρα του το Δία.

    Το άδικο το βλέπεις, λέει στο Δία, αλλά  στη κόρη σου την Αθηνά κάνεις όλα τα χατίρια. Εδώ για χάρη των θνητών αλληλοσκοτωνόμαστε οι θεοί κι εσύ δεν παίρνεις θέση.

    Μην κλαψουρίζεις άδικα. Καλά είναι να δοκιμάσεις κι εσύ τα δεινά του πολέμου, πολύ σ' αρέσει αυτό το παιχνίδι.

    Ανεμος αισιοδοξίας φύσηξε ανάμεσα στους στρατιώτες της Τροίας καθώς είδαν τα δυο αδέλφια να μπαίνουνε στη μάχη. Το ένα μετά το άλλο άρχισαν να πέφτουν τα παλικάρια των Ελλήνων.
    Η Αθηνά βλέπει τη σφαγή των δικών της από τον Όλυμπο και χύνεται να τους βοηθήσει. Ο Απόλλωνας όμως ορθώθηκε αντίκρυ της προστάτης των Τρώων. Πώς βλέπεις να έρθει σε τέλος αυτός ο πόλεμος; του λέει η Αθηνά. Λέω να βάλουμε την ιδέα στον Έκτορα να καλέσει σε μονομαχία έναν απ' τους Αχαιούς, και όποιος σκοτώσει τον άλλον θα είναι οι δικοί του οι νικητές του πολέμου. Έτσι οι δυο στρατοί παρατάχτηκαν να δουν τη μονομαχία.
    Ο Μενέλαος πρώτος είπε πως αυτός θα χτυπηθεί με τον Έκτορα. Αλλά ο Αγαμέμνονας έχει αντιρρήσεις: Αυτό που θέλεις να κάνεις είναι τρέλα. Ούτε ο Αχιλλέας δε θα μπορούσε εύκολα να τα βγάλει πέρα με τέτοιο παλικάρι. Θα φας το κεφάλι σου, γιατί είναι σίγουρα πολύ καλύτερος σου. Εννέα θέλησαν να μονομαχήσουν με τον Έκτορα. Έτσι λοιπόν αποφασίστηκε να τραβήξουν κλήρο κι ο κλήρος πέφτει στον Αίαντα.
    Σαν τον Άρη τον ίδιο φάνηκε ο πελώριος Αίαντας με τη χάλκινη αρματωσιά του καθώς έπεσε άγριος πάνω στον Έκτορα. Στα χέρια κρατάει ασπίδα καμωμένη από εφτά προβιές βοδιού, τη μια πάνω στην άλλη, και στο τέλος μια στρώση χαλκού.
    Η πρώτη κονταριά που έριξε ο Έκτορας τρύπησε όλα τα δέρματα κι έφτασε μέχρι την έκτη στρώση. Ρίχνει ο Αίαντας και τρυπάει τη στρογγυλή ασπίδα, περνάει το θώρακα και σκίζει το χιτώνα του Έκτορα, χωρίς όμως να τον πληγώσει.
    Τραβάνε τα κοντάρια και ρίχνουνε, κι αυτή τη φορά πληγώνεται ο Έκτορας στο σβέρκο. Αντί να λυγίσει αυτός, σκύβει, παίρνει μια θεόρατη πέτρα, τη ρίχνει, και τον ξαπλώνει χάμω. Αόρατος τρέχει ο Απόλλωνας, ανασηκώνει τον Αίαντα κι ο αγώνας συνεχίζεται. Θα τραβούσαν τα σπαθιά τους να χτυπηθούν, αν δεν ερχόταν ο Ιδαίος, ο κράχτης των Τρώων, κι ο Ταλθύβιος, ο κράχτης των Αχαιών, να πουν ότι τη νύχτα δεν πολεμάνε.
    Οι δυο εχθροί χωρίζουν σαν φίλοι. Ο Έκτορας χαρίζει ένα σπαθί στον Αίαντα κι εκείνος ένα κόκκινο ζωνάρι, αναγνώριση πως και οι δυο παλέψανε σαν τίμια παλικάρια. Ο Αγαμέμνονας στρώνει τραπέζι μεγαλόπρεπο στο στρατόπεδο και πίνουν όλοι στην υγειά τού άξιου Αίαντα. Ο Νέστορας τότε βρίσκει την ευκαιρία να προτείνει:

    Πρέπει να κάνουμε ανακωχή για μια μέρα, για να θάψουμε τους σκοτωμένους μας κι ακόμα να χτίσουμε τείχος με τάφρο γύρω απ' το στρατόπεδο και να οχυρωθούμε πιο καλά για την τελική μάχη. Οι Τρώες πάλι συναντιούνται έξω από το παλάτι του Πριάμου.

    Να επιστρέψει ο Πάρης την Ελένη και τους θησαυρούς που έκλεψε, αλλιώς δεν τελειώνει ο  πόλεμος, προτείνει ο Αντήνορας.

    Να δώσω, ναι, τους θησαυρούς, δικούς της και δικούς μας, αλλά δε δίνω την Ελένη που τώρα είναι γυναίκα μου, λέει ο Πάρης. Στείλανε λοιπόν κήρυκα να πει στον Αγαμέμνονα ότι ο Πάρης προσφέρει θησαυρούς διπλούς απ' τους κλεμμένους γυ να σταματήσει ο πόλεμος και ότι προτείνο ανακωχή για να θαφτούνε οι νεκροί.

    Ούτε τους θησαυρούς ούτε την Ελένη δε δεχόμαστε, λέει ο Διομήδης, μόνο κατάλαί ότι έφτασε το τέλος σας έτσι κι αλλιώς.

    Ο Αγαμέμνονας δέχτηκε μια μέρα ανακωχή για να θαφτούνε οι νεκροί, τούτο μόνο. Γύρισε ο κήρυκας και είπε στους Τρώες τα μαντάτα. Την άλλη μέρα βγήκανε ψάχνοντας ο καθένας τούς σκοτωμένους του και με θλίψη, τούς μάζευαν και τους φόρτωναν στα κάρα να τους κάψουν στη φωτιά. Κι όποιος ήθελε μάζευε τη στάχτη του φίλου του να τη γυρα στην πατρίδα.

    Κι ενώ οι Αχαιοί τελειώσανε αυτή τη λυπητερη μέρα πίνοντας κρασί απ' τη Λήμνο για να κοιμηθούν και να ξεχάσουν, οι Τρώες μένουνε ξάγρυπνοι ακούγοντας τις βροντές του Δία,  κακά προμηνύματα μέσα στη νύχτα.

    Ξημερώνει στον Όλυμπο.
     Ο Δίας καλεί τους θεούς και αυστηρά  τους απαγορεύει να ανακατεύονται στις μάχες των θνητών. Αργότερα κατεβαίνει ο ίδιος στο όρος Ίδα για να παρακολουθήσει τη μάχη από κοντά. Μέχρι το μεσημέρι κανένας δε φαίνεται να είναι νικητής. Ο Δίας βγάζει τη χρυσή ζυγαριά του και ζυγίζει τις μοίρες τους. Η Τύχη είναι με τους Τρώες. Ο Δίας αναγκάζεται να ρίξει τον κεραυνό του στους Αχαιούς που τρομαγμένοι υποχωρούν.
    Ο Αγαμέμνονας προσπαθεί να τους δώσει κουράγιο. Προσεύχεται στο Δία και κείνος για μια στιγμή συγκινείται. Μέσα απ' τους Αχαιούς ξεπηδάει ο πιο καλός τοξότης, ο Τεύκρος. Με τα βέλη του ρίχνει νεκρούς, τον ένα μετά τον άλλο, εννέα Τρώες. Μπράβο, του φωνάζει ο Αγαμέμνονας, και αν καταλάβουμε την Τροία, σου υπόσχομαι λάφυρα πολλά, άμαξα, άλογα και σκλάβα σου μια γυναίκα.
    Δε χρειάζομαι ανταμοιβές για να πολεμάω γενναία, απαντάει ο Τεύκρος και σημαδεύει τον Έκτορα.
    Ο Απόλλωνας όμως κάνει το βέλος του να ξεστρατίσει κι αντί τον Έκτορα βρίσκει έναν αδελφό του. Τότε σηκώνει μια μεγάλη πέτρα ο Έκτορας, τη ρίχνει στον Τεύκρο και τον κάνει λιώμα.
    Η Αθηνά και η Ήρα δεν μπορούν άλλο να μείνουν αμέτοχες. Ανεβαίνουν σ' ένα άρμα για να έρθουν στη μάχη, αλλά ο Δίας, που τα βλέπει όλα, μηνάει να κάτσουν εκεί που κάθονται, και τις γυρίζει πίσω. Φτάνει η νύχτα. Ο Έκτορας μαζεύει τους πολεμιστές του και δίνει εντολή να ανάψουν μεγάλες φωτιές μέσα και έξω από την Τροία. Να γίνει η νύχτα μέρα, μην τύχει και σκαρώσουν τίποτα οι Αχαιοί μες στο σκοτάδι. Αύριο θα είναι μέρα νίκης για μας, υπόσχεται.

    Οι Αχαιοί είναι σε δύσκολη θέση. Ο Αγαμέμνονας απογοητευμένος καλεί το στρατό. - Δε βλέπω άλλη λύση απ' το να μπούμε στα καράβια μας και να γυρίσουμε πίσω στην πατρίδα. Δυστυχώς αυτή φαίνεται να είναι η θέληση του Δία.
    Εγώ θα μείνω εδώ και μόνος μου θα πολεμήσω, δηλώνει ο Διομήδης. Ο Νέστορας προτείνει νομκαλέσουν τον Αχιλλέα για βοήθεια, προσφέροντας του μεγάλα δώρα. Έτσι κι έγινε. Ο Αγαμέμνονας μάλιστα του μήνυσε πως αν γυρίσει στη μάχη, θα του δώσει την κόρη του γυναίκα για να τον τιμήσει.
    Άδικος ο κόπος της αποστολής. Οι τρεις που πήγαν να βρουν τον Αχιλλέα ήταν ο Οδυσσέας, ο Αίαντας, και ο Φοίνικας. Ήπιαν και έφαγαν το ωραίο φαγητό που ετοίμασε ο αγαπημένος φίλος του Αχιλλέα ο Πάτροκλος. Έφυγαν άπρακτοι, γιατί ο ήρωας ήταν βαριά πληγωμένος απ' την προσβολή που δέχτηκε μπροστά σε όλο το στράτευμα απ' τον Αγαμέμνονα.
    Εγώ θα μπω στη μάχη μόνο όταν ο Έκτορας φτάσει στο πλοίο μου. Αλλά δε θα χρειαστεί, γιατί σύντομα σαλπάρω για την πατρίδα και εσείς καλά ξεμπερδέματα.

    Ο Αγαμέμνονας δεν έχει ύπνο. Σηκώνεται απ' το κρεβάτι, ντύνεται και στέλνει να ξυπνήσουν και τους άλλους αρχηγούς. Η συνάντηση γίνεται κοντά στην τάφρο που φρουρούν οι νυχτοφύλακες. Πρέπει ένας από μας να μπει τώρα τη νύχτα στο στρατόπεδο των Τρώων. Έχουμε απόλυτη ανάγκη από πληροφορίες. Εγώ, λέει ο Διομήδης, δέχομαι να πάω, αν έρθει μαζί μου κι ένας σύντροφος.
    Όλοι θέλουν να πάνε μαζί του, αυτός διαλέγει τον Οδυσσέα. Πρέπει να βιαστούμε, λέει εκείνος, η νύχτα τελειώνει, σε λίγο θα φωτίσει.

    Προχωρούσαν μες στο σκοτάδι όταν ξάφνου ακούστηκε η φωνή ενός νυχτοκόρακα από δεξιά τους.
    Καλό σημάδι απ' την Αθηνά, λέει ο Οδυσσέας Γύρω τους η γη στρωμένη νεκρούς από την προχνή μάχη. Προσέχουν πού πατούν και αφουγκράζονται. Βλέπουν μια σκιά να πλησιάζει. Έρχεται απ' το στρατόπεδο των Τρώων. Κρύβονται και τον αφήνουν να τους προσπεράσει. Περιμένουν να προχωρήσει αρκετά προς το δικό τους στρατόπεδο κι έπειτα κάνουν μεταόολή και τον παίρνουν απο πίσω. Αυτός δεν έχει πού να πάει και τρέχει σαν λαγός κυνηγημένος πιο βαθιά προς τα καράβια των Αχαιών. Ρίχνει ο Διομήδης το ακόντιο και τον πληγώνει. Τρέχουν και τον πιάνουν.
    Λέγομαι Δόλωνας και είμαι κατάσκοπος της Τροίας, ομολογεί. Χαρίστε μου τη ζωή και θα σας πω ό,τι ξέρω.
    Λέγε, λοιπόν, του λέει ο Οδυσσέας. Τα είπε όλα κι ακόμα έμαθαν πως μόλις είχαν φτάσει ενισχύσεις στους Τρώες οι σύμμαχοι τους Θράκες και σε ποιο σημείο στρατοπεδεύουν. Σκέφτηκαν πως αυτοί θα ήταν καλό θήραμα καθώς θα κοιμόντουσαν κατάκοποι απ" το ταξίδι

    Ξεπάστρεψαν τον καταδότη Δόλωνα και πίσω μπρος μέσα από πτώματα και όπλα, μέχρι που βρέθηκαν στο μέρος που στρατοπέδευαν οι Θράκες.

    Πρώτα λύνουν τα ωραία λευκά άλογα του αρχηγού τους κι έπειτα σφάζουνε τους κοιμισμένους. Σκότωσαν όσους πρόλαβαν, μετά ανέβηκαν στα άλογα και επιστρέφουν τρέχοντας στο ελληνικό στρατόπεδο. Κατάκοποι έπεσαν στη θάλασσα να κολυμπήσουν και μετά έκαναν ζεστό μπάνιο πριν στρωθούν στο πρωινό φα'ί.

    Την άλλη μέρα ο Δίας στέλνει την Έριδα στους Αχαιούς να φουντώσει τη μανία για πόλεμο. Τους κόβεται όμως γρήγορα η φόρα, γιατί πάνω στην ορμητική επίθεση τραυματίζονται ο Αγαμέμνονας κι ο Διομήδης. Ο Μαχάονας κι ο Οδυσσέας πληγωμένοι αναγκάζονται να υποχωρήσουν στην αντεπίθεση του Έκτορα. Ο Δίας είναι μαζί του.

    Ο Αχιλλέας βρισκόταν στην πρύμη του καραβιού του, όταν είδε από μακριά να περνά το άρμα του Νέστορα μεταφέροντας έναν πληγωμένο. Φώνάξε τον Πάτροκλο και του είπε:
    -   Τρέξε αμέσως να δεις ποιος είναι ο λαβωμένος.

    Είναι ο γιατρός Μαχάονας που μεταφέρεται στη σκηνή του Νέστορα. Φτάνει ο Πάτροκλος τρεχάτος, κι ο Νέστορας τον καλεί να καθίσει, όμως αυτός δε δέχεται, γιατί βιάζεται να επιστρέψει στον Αχιλλέα. Στο δρόμο πέφτει πάνω σ' έναν άλλο φρικτά λαβωμένο. Σταματάει, του φροντίζει την πληγή, και κατόπι τον κουβαλάει ως τα πλοία.
    -   Πρέπει, λέει ο πληγωμένος, να γίνει κάτι γρήγορα, γιατί, αλήθεια, χαθήκανε οι Αχαιοί, οι νεκροί είναι πολλοί και οι αρχηγοί πληγωμένοι.

    Η μάχη μπροστά από το τείχος των Αχαιών είναι σκληρή. Οι Αχαιοί υποχωρούν. - Πρέπει να κατέβουμε από τα άρματα, λέει ο Πολυδάμας στον Έκτορα, πριν μπούμε στο χαντάκι που βρίσκεται μπροστά στο τείχος. Θα το καταλάβουμε πεζή, γιατί αν η επίθεση δεν πάει καλά ως τό*τέλος και βρεθούμε με άρματα και άλογα μέσα στο χαντάκι, δε θα είναι εύκολη η υποχώρηση και θα παγιδευτούμε.
    Έχεις δίκιο, λέει ο Έκτορας, και πρώτος αφήνει το άρμα του. Ο Πάρης, ο Αινείας, ο Σαρπηδόνας κι ο Γλαύκος ακολουθούν. Η επίθεση του πεζικού των Τρώων πλησιάζει το τείχος. Μόνο ένας ανυπάκουος ξεφεύγει απ' τις γραμμές με το άρμα του ενάντια στους Αχαιούς, αλλά πέφτει πριν φτάσει στο τείχος. Έχει σκοτεινιάσει ο ουρανός από πέτρες και βέλη. Οι Αχαιοί αντιστέκονται με όλη τους τη δύναμη. Εκείνη την ώρα φάνηκε στον ουρανό ένας αετός. Κρατούσε στα νύχια του ένα φίδι. Ενώ είναι μισοπεθαμένο, γυρίζει το κεφάλι του και τσιμπάει τον αετό. Τότε αυτός το αφήνει και πέφτει ανάμεσα στους Τρώες. Κακό σημάδι, λέει ο Πολυδάμας. Το στέλνουν οι θεοί να μας μηνύσουν πως οι πληγωμένοι Αχαιοί μπορεί και να νικήσουνε, δεν πρέπει να προχωρήσουμε στην επίθεση. Είσαι φοβητσιάρης και άνανδρος, φωνάζει ο Έκτορας. Αν ξαναπείς στο στρατό τέτοιες βλακείες θα σε σκοτώσω.
    Ψηλά απ' τους προμαχώνες οι Αχαιοί χτυπούν τους Τρώες. Εκεί που μάχεται ο Έκτορας, οι Αχαιοί δεν υποχωρούν. Οι πέτρες πέφτουν σαν χιονοθύελλα.
    Σε μια γενναία προσπάθεια ο Σαρπηδόνας μαζί με το Γλαύκο αρχίζουν τη μεγάλη επίθεση.

    Ο Μενεσθέας, από τους Αχαιούς, βλέπει να χειροτερεύει η κατάσταση και στέλνει να φωνάξουν τους Αίαντες για βοήθεια. Φτάνουν στην κρίσιμη στιγμή. Η ένταση της μάχης μεγαλώνει και οι νεκροί είναι πολλοί κι από τις δυο μεριές. Τότε ο Έκτορας κατορθώνει να ρίξει μια από τις πύλες του τείχους. Χύνονται μέσα οι Τρώες. Οι Αχαιοί υποχωρούν. Ο δρόμος για τα πλοία έχει ανοίξει.

    Εγινε λοιπόν η χάρη που ζήτησε η Θέτιδα απ' το Δία. Ο Έκτορας νικάει τους Αχαιούς και ο Αχιλλέας ευχαριστιέται για την ταπείνωση του Αγαμέμνονα. Ο Δίας αποσύρεται. Βρίσκει τότε την ευκαιρία ο Ποσειδώνας και φτάνει στην Τροία απ' τη Σαμοθράκη, πάνω στο άρμα του, για να βοηθήσει τους Αχαιούς. Δίνει θάρρος στους αξιωματικούς των Αχαιών και η αντίσταση στις επιθέσεις γίνεται ηρωική. Πέφτουν κεφάλια. Ο Ποσειδώνας γυρίζει εδώ κι εκεί μεταμορφωμένος σε θνητό και εμψυχώνει τους Αχαιούς. Και ενώ η μάχη μένεται σώμα με σώμα, ο Έκτορας ξεχωριστά προχωρεί να κάψει τα πλοία. Πέφτουν απάνω του οι Ίωνες, οι Βοιωτοί, οι Λοκροί και οι Φθίοι. Οι Αχαιοί αντιστέκονται γενναία και ο Πολυδάμας λέει στον Έκτορα: Τώρα είναι η ώρα να υποχωρήσουμε. Ο στρατός έχει κουραστεί και φοβάμαι μην αποφασίσει ξαφνικά να μπει ο Αχιλλέας στη μάχη.
    Έχεις δίκιο, συμφωνεί ο Έκτορας, και φεύγει να δώσει ο ίδιος το σύνθημα της υποχώρησης στους αρχηγούς.
    Τότε μόνο διαπιστώνει ότι οι περισσότεροι είναι σκοτωμένοι κι άλλοι κείτονται χάμω πληγωμένοι. Πάνω στην ταραχή του συναντάει τον Πάρη.
    Εσύ είσαι η αιτία όλης αυτής της συμφοράς, του λέει θυμωμένος. Κι αντί για υποχώρηση διατάζει νέα επίθεση.

    Ο Νέστορας βγήκε απ' τη σκηνή του πολύ ανήσυχος. Η μάχη βρισκόταν σε ένταση και οι Αχαιοί άρχισαν πάλι να υποχωρούν. Τράβηξε ίσια για τη σκηνή του Αγαμέμνονα. Γιατί άφησες τη μάχη; του λέει ο Αγαμέμνονας. Δε βλέπεις πως όπου να 'ναι ο Έκτορας θα κάψει τα Καράβια μας; Δεν είναι μόνο ο Αχιλλέας που με εχθρεύεται και δε θέλει να βοηθήσει. Είναι όλος ο στρατός που έχει κουραστεί και απογοητευτεί. Λέω να μπούμε το γρηγορότερο στα καράβια μας για να μην πιαστούμε αιχμάλωτοι. Αυτό μοιάζει να είναι το θέλημα του Δία. Τι λόγια είναι αυτά, λέει ο Οδυσσέας. Εσύ δε μιλάς σαν αρχηγός, αλλά σαν τρομαγμένος σκλάβος. Αν σε ακούσουν οι στρατιώτες, χαθήκαμε.
    Πάμε πίσω στη μάχη, λέει ο Διομήδης, έστω και πληγωμένοι. Πρέπει να δώσουμε κουράγιο στο στρατό.

    Ο Ποσειδώνας κρυφά απ' το Δία μεταμορφώνεται σε γέρο και παρουσιάζεται στο στρατόπεδο των Αχαιών να βοηθήσει.

    Η Ήρα από ψηλά βλέπει την προσπάθεια του και αποφασίζει να του παρασταθεί. Πρέπει να αποσπάσει την προσοχή του Δία απ' τη μάχη, για να μπορέσουν οι θεοί προστάτες των Αχαιών να δώσουν ένα χέρι. Μπαίνει λοιπόν στο λουτρό της και πλένεται με αρωματισμένο νερό. Μοσκοβολάει η γη κι ο ουρανός. Χτενίζει τα μαλλιά της και φοράει ένα υπέροχο άρωμα. Ύστερα φωνάζει την Αφροδίτη:
    Δάνεισε μου τη ζώνη σου, της λέει, αυτή που όποια γυναίκα τη φοράει, κανένας δεν μπορεί να της αντισταθεί. Έχω κάποιες διαφορές να λύσω μ' έναν άντρα.
    Έτοιμη και στολισμένη φεύγει πετώντας η Ήρα απ' τον Όλυμπο και πάει στη Λήμνο να βρει τον Ύπνο. Πρέπει να ερθεις μαζί μου. Πάω στο βουνό Ϊδα. Εκεί είναι ο Δίας και σχεδιάζω να κοιμηθώ μαζί του για να τον κάνω να ξεχάσει αυτά που γίνονται στην Τροία. Εσύ πρέπει μετά να τον κρατήσεις κοιμισμένο όσο πιο πολύ μπορείς.

    - Α, δεν τρελάθηκα, λέει ο Ύπνος. Την τελευταία φορά που το 'κανα αυτό, όταν ξύπνησε κόντεψε να με σκοτώσει.

    - Έλα, του λέει η Ήρα, και για να σε ευχαριστήσω, θα σου δώσω μετά για γυναίκα σου, μια απ' τις Χάρες.

    Ο Ύπνος συμφώνησε και οι δυο μαζί ξεκινήσανε για την Ίδα. Δε χρειάστηκε πολυ για να βρεθεί ο Δίας μπλεγμένος στην αγκαλιά της Ήρας και ο Ύπνος αφού τον κοίμισε βαθιά, έφυγε να φέρει την είδηση στον Ποσειδώνα.
    -    Κανένα εμπόδιο για σένα πια. Μπορείς να πολεμάς με τους Αχαιούς στην πρώτη γραμμή, του είπε.

    Έτσι αρχίζει νέα σύγκρουση. Η πεδιάδα μοιάζει σαν τρικυμισμένη θάλασσα. Μια πέτρα βρίσκει τον Έκτορα στον λαιμό και τον πληγώνει.

    Οταν ξύπνησε επιτέλους ο Δίας από το βαθύ του ύπνο, τι να δει. Οι Τρώες έχουν υποχωρήσει τόσο, που αμύνονται κρυμμένοι πίσω από τα πολεμικά αμάξια τους. Βλέπει τον Έκτορα τραυματισμένο και τον Ποσειδώνα πρώτο να μάχεται στις γραμμές των Αχαιών. Η οργή του Δία ξεσπάει στην Ήρα:
    Η τιμωρία θα βρει εσένα; γιατί μη νομίζεις πως δεν κατάλαβα γιατί με καλόπιασες και μ' έβαλες στο κρεβάτι.
    Σου ορκίζομαι, λέει η Ήρα, δεν είμαι εγώ που ξεσήκωσα τον Ποσειδώνα. Άσ' τα αυτά και φύγε αμέσως. Να ανέβεις στον Όλυμπο και να στείλεις εδώ την Ίριδα και τον Απόλλωνα.

    Όταν έφτασαν στην Ίδα οι δυο θεοί, πήραν εντολές από το Δία. Ο Απόλλωνας θα πάει να γιάνει τον Έκτορα και η Ίριδα να πει στον Ποσειδώνα να αποσυρθεί από τη μάχη και να γυρίσει στη θάλασσα.

    Ο Ποσειδώνας όμως δεν το δέχτηκε εύκολα. Τι θέλει ο Δίας και διατάζει. Εγώ, εκείνος και ο Άδης είμαστε ίσοι, αφού μοιράσαμε τον κόσμο στα τρία. Εκείνος έχει τον ουρανό, ο Άδης τον κάτω κόσμο κι εγώ τη θάλασσα. Η γη ανήκει σε όλους μας, τι φοβερίζει λοιπόν, κι από πού μας διώχνει. Ναι, λέει η Ίριδα, αλλά είναι ο πρωτότοκος κι ο λόγος του έχει πέραση.
    - Πολύ καλά, επιστρέφω στο βυθό, αλλά να ξέρει ο Δίας πως στην επιθυμία του να βοηθήσει τους Τρώες θα βρει αντίθετους όχ μόνο εμένα, αλλά κι άλλους θεούς.

    Όταν οι Αχαιοί είδαν τον Έκτορα να ξαναμπαίνει στη μάχη γερός και δυνατός, βεβαιώθηκαν πως αυτό ήτανε θαύμα, έργο θεού δηλαδή, που ήταν με το μέρος των Τρώων. Τρομαγμένοι πολλοί απ' αυτούς άρχισαν να τρέχουν πάλι προς τα καράβια.

    Έμειναν μόνο τα πραγματικά παλικάρια. Με τον Απόλλωνα που χτίζει γεφύρια και γκρεμίζει τείχη, οι Τρώες προχωρούν. Οι Αχαιοί αμύνονται πάνω απ' τα καράβια τους με τα μακριά τους κοντάρια.

    Στη σκηνή του Αχιλλέα ο Πάτροκλος χύνει μαύρα δάκρυα για τις συμφορές των Αχαιών. - Αφού εσύ δε θέλεις να πολεμήσεις, δώσε μου τα άρματα σου να πάω εγώ. Δεν αντέχω να βλέπω σφαγή και να μένω άπρακτος.
    Δεν καταλαβαίνεις, Πάτροκλε, λέει ο Αχιλλέας, πως είμαι βαθιά πληγωμένος απ' τον τρόπο που μου φέρθηκε ο Αγαμέμνονας; Ποιος νομίζει ότι είναι, μόνο σε αξίωμα είναι ανώτερος από μένα. Εσύ είσαι ελεύθερος να πας να βοηθήσεις, εγώ ποτέ. Πάρε τα όπλα μου και τους στρατιώτες μου, τους Μυρμιδόνες, αλλά πρόσεχε μην παρασυρθείς. Δώσε τη μάχη σου μόνο για να σώσεις τα πλοία. Αν νικήσεις, άσ' τους να φύγουνε χωρίς να τους καταδιώξεις. Σε ικετεύω να γυρίσεις αμέσως εδώ.

    Την ίδια ώρα ο Έκτορας σπάει το κοντάρι τού Αίαντα και βάζει φωτιά στο πρώτο πλοίο. Γρήγορα, λεέι ο Αχιλλέας στον Πάτροκλο, του δίνει το κράνος και την πανοπλία και παρατάσσει τους Μυρμιδόνες. Μετά μπαίνει μέσα στη σκηνή του και κάνει σπονδή στο Δία με το υπόλοιπο κρασί απ' την κούπα. Εύχεται νίκη και καλή επάνοδο στο φίλο του.

    Τα όπλα του Αχιλλέα λάμπουν πάνω στον Πάτροκλο και οι Τρώες νομίζουν ότι του πέρασε ο θυμός και είναι ο ίδιος που μάχεται. Αυτό είναι αρκετό για να το βάλουνε στα πόδια. Πολλοί Τρώες πέφτουν στην υποχώρηση. Ο Σαρπηδόνας έρχεται με το άρμα του κατά πάνω στον Πάτροκλο. Εκείνος σηκώνει το ακόντιο και τον σκοτώνει.
    - Μην αφήσεις να με σύρουνε νεκρό, φωνάζει ο Σαρπηδόνας, πέφτοντας, στο Γλαύκο, που είναι κι αυτός τραυματισμένος. Ο θεός Απόλλωνας τον γιατρεύει για να αρχίσει άγρια μάχη γύρω από το νεκρό Σαρπηδόνα. Έρχεται ενίσχυση στον Πάτροκλο απ' τον Αίαντα και οι Τρώες φεύγουν αφήνοντας πίσω το νεκρό. Ο Πάτροκλος μαγεμένος απ' τη νίκη ξεχνάει τις συμβουλές του Αχιλλέα και αρχίζει την καταδίωξη μέχρι τα τείχη. Ο Απόλλωνας πισώπλατα χτυπάει τον Πάτροκλο. Ο Έκτορας τότε βρίσκει ευκαιρία και τον αποτελειώνει με το δόρυ του.

    Οταν ο Μενέλαος είδε τον Πάτροκλο να πέφτει, βγήκε με τους στρατιώτες του να μαζέψει το νεκρό. Αλλά να, που απ' τους Τρώες είναι κιόλας εκεί ο Εύφορβος έτοιμος να αρπάξει την πανοπλία του νεκρού. Με μια κονταριά ο Μενέλαος τον σκοτώνει, και τότε ορμάει ο Έκτορας. Κάνει πίσω ο Μενέλαος και ζητάει βοήθεια απ' τον Αίαντα, ο Έκτορας έχει όμως κιόλας ξεγυμνώσει τον Πάτροκλο και είναι έτοιμος να του πάρει το κεφάλι. Επιτίθεται ο Αίαντας κι ο Έκτορας φεύγει με λάφυρο την πανοπλία του Αχιλλέα. Τη φοράει και καμαρωτά ξαναρίχνεται στους Αχαιούς που έχουν μαζευτεί γύρω απ' το νεκρό Πάτροκλο. Κατορθώνει να τους κάνει να υποχωρήσουν, δένει μάλιστα το νεκρό απ' τα πόδια στο άρμα του και τον σέρνει. Ο Αίαντας αντεπιτίθεται και παίρνει πίσω το νεκρό.

    Τα άλογα του Αχιλλέα από την στιγμή που έπεσε ο Πάτροκλος έχουν μείνει ακίνητα με το κεφάλι σκυφτό. Από τα μάτια τους τρέχουνε δάκρυα. Ο Δίας τα βλέπει και καίγεται η καρδιά του. Ήρθε η ώρα να συμπονέσει και τους Αχαιούς. Στέλνει την Αθηνά να τους βοηθήσει. Ο ίδιος όμως και ο Απόλλωνας είναι πάντα με τη μεριά των Τρώων.

    Πρέπει να ειδοποιήσουμε τον Αχιλλέα, λέει ο Αίαντας στο Μενέλαο, δεν έχουμε άλλη ελπίδα. Στέλνουν τον Αντίλοχο να φέρει τα θλιβερά μαντάτα στον Αχιλλέα.

    Ο Αχιλλέας πάει κι έρχεται βαρύθυμος μπροστά στα καράβια. Έχει ήδη ένα κακό προαίσθημα, όταν βλέπει τον Αντίλοχο να φτάνει τρεχάτος.
    -   Αλίμονο, πικρό μαντάτο σου φέρνω, Αχιλλέα. Ο αγαπημένος σου φίλος δε θα ξαναδεί το φως του ήλιου. Ο Πάτροκλος κείτεται νεκρός και απογυμνωμένος και γύρω του μάχονται οι δικοί μας κι οι εχθροί, ποιος θα μαζέψει το κορμί του. Δε,φτάνει, βλέπεις, στον Έκτορα που πήρε τα άρματα του, αλλά θέλει να κρεμάσει το νεκρό έξω απ' τα τείχη της Τροίας για να διαλαλήσει τη νίκη του.

    Άρπαξε στάχτη ο Αχιλλέας, την έριξε πάνω στο κεφάλι του κι άρχισε να χτυπιέται. Ο Αντίλοχος τον κρατούσε, γιατί φοβότανε μη σκοτωθεί μονάχος του απ' την απελπισία.

    Το θρήνο του άκουσε η μάνα του η Θέτιδα από τα βάθη της θάλασσας, και ήρθε γρήγορα κοντά του.

    - Μάνα μου, δεν τη θέλω τη ζωή τώρα που έχασα τον πιο καλό μου φίλο, μόνο τον Έκτορα να εκδικηθώ κι ύστερα να πεθάνω. Και η δύστυχη μάνα, σαν θεά που ήταν και ήξερε τη μοίρα του, τι να πει;

    - Τα άρματα σου, γιε μου, είναι στα χέρια των Τρώων. Φυλάξου ώσπου να πάω στον Ήφαιστο να παραγγείλω άλλα.

    Και έφυγε για τον Όλυμπο με μαύρη καρδιά.

    Τότε εμφανίστηκε η Ίριδα και είπε στον Αχιλλέα:
    -   Πρέπει να βγεις στη μάχη να σε δουν οι Τρώες και να φοβηθούν, γιατί γίνεται μεγάλος σκοτωμός γύρω απ' το νεκρό σώμα του Πάτροκλου.
    Ο Αχιλλέας άρχισε να τρέχει προς τη μεριά που γινόταν η μάχη. Θυμήθηκε τη μάνα του όμως και σταμάτησε μπροστά στο χαντάκι πριν απ' τα τείχη. Η Αθηνά σκέπασε τους ώμους του με την ασπίδα της και τον στεφάνωσε μ' ένα χρυσό σύννεφο. Πάνω απ' το κεφάλι του άναψε μία φλόγα. Βγάζει μια άγρια πολεμική κραυγή ο Αχιλλέας και η Αθηνά τη μεγαλώνει έτσι που την ακούνε όλοι οι Τρώες. Γυρίζουν, βλέπουν την άγρια φλόγα του Αχιλλέα, σαστίζουν και υποχωρούν. Οι Αχαίοι έφεραν τον νεκρό Πάτροκλο μέσα στα τείχη και τον ξάπλωσαν σε νεκροκρέβατο. Γύρω μαζεύτηκαν όλοι να τον κλάψουν. Και έδυσε ο ήλιος και έγινε βράδυ και σταμάτησε ο απαίσιος πόλεμος που φέρνει τόσες λύπες.

    Οι Τρώες κι αυτοί μαζεύτηκαν κατάκοποι τρομαγμένοι.
    Πρέπει απόψε να γυρίσουμε και να κλειστούμε  στο κάστρο, τώρα που βγαίνει στη μάχη ο άγριος Αχιλλέας, λέει ο Πολυδάμας. Ο Έκτορας όμως έχει αντιρρήσεις, μα όλο το στράτευμα, δε θέλει να υποχωρήσει Η Αθηνά δεν τους αφήνει να σκεφτούνε  λογικά.

    Ο Ήφαιστος βάζει μπρος και φτιάχνει την καινούρια πανοπλία του Αχιλλέα. Του φτιάχνει πρώτα μια γερή ασπίδα με εικόνες σκαλιστές απ' τη γη, τον ουρανό και τη θάλασσα. Έπειτα το θώρακα, την περικεφαλαία και τις κνημίδες. Τα φορτώνεται η Θέτιδα και οι αδερφες της οι Νηρηίδες. Απ' τον Όλυμπο τα μεταφέρουν  στην ακρογιαλιά της Τροίας.

    Με την αυγή έφτασε η Θέτιδα στο πλευρό του γιου της, που ακόμα κλαίει και σπαράζει, πλάι στο νεκρό Πάτροκλο.
    -Ασε, παιδί μου, τους νεκρούς και φόρεσε την πανοπλία που σου έφερα. Είναι ώρα να βγεις στη μάχη να βοηθήσεις τους δικούς σου.
    - Μάνα μου, πώς θα αφήσω άθαφτο το φίλο μου, ποιος ξέρει πότε θα γυρίσω απ' τη μάχη;
    - Μη νοιάζεσαι, θα τον φυλάω εγώ ώσπου να γυρίσεις, λέει η Θέτιδα.

    Βγαίνει μετά από τόσον καιρό στην ακρογιαλιά ο Αχιλλέας και με φωνές Ξεσηκώνει τους αρχηγούς των Αχαιών. Ερχονται όλοι, ακόμη κι ο Οδυσσέας και ο Διομήδης που είναι πληγωμένοι. Τελευταίος ο Αγαμέμνονας, κι αυτός κουτσαίνοντας. Πολλές συμφορές μάς βρήκανε κι εσένα κι εμένα, αφότου άρχισε αυτός ο πόλεμος κι εμείς οι δυο μαλώσαμε για κείνη την κοπέλα. Τώρα όλα πρέπει να ξεχαστούν και να ριχτούμε στη μάχη.
    Ο Δίας και η Μοίρα με τύφλωσαν και σου φέρθηκα άσχημα. Τα δώρα σε περιμένουνε, λυπάμαι για όσα γίνανε. Δε θέλω δώρα τούτη τη στιγμή, μόνο εκδίκηση, λέει ο Αχιλλέας. Ο Οδυσσέας όμως λέει πως πρέπει πριν ξεκινήσουνε να κάτσουν για ένα γερό φαγοπότι. Τους χρειάζεται δύναμη για τη μάχη. Κάθισε ο Αχιλλέας, αλλά δεν του κατέβαινε μπουκιά απ' τη μεγάλη θλίψη. Ο Δίας που τα βλέπει αυτά τον συμπονάει. Στάξε στην ψυχή του αμβροσία και νέκταρ, λέει στην Αθηνά, πρέπει να του δώσεις δύναμη για να παλέψει.
    Το γεύμα τέλειωσε και οι Αχαιοί ετοιμάζονται για τη μάχη. Φοράει ο Αχιλλέας την καινούρια του αρματωσιά και λάμπει σαν τον Ήλιο. Ανεβαίνει στο άρμα του και μιλάει στα χαϊδεμένα του άλογα:
    -    Μη μ' αφήσετε σαν τον Πάτροκλο να σκοτωθώ στον κάμπο. Θέλω να τρέξετε γερά.
    Τότε ένα από τα θεϊκά άλογα γυρίζει το κεφάλι και του λέει μ' ανθρώπινη λαλιά:

    - Το τέλος σου δεν είναι μακριά, και δε θα φταίμε εμείς γι' αυτό, Αχιλλέα, αλλά η κακή σου μοίρα.

    - Δε με τρομάζει ο θάνατος, αρκεί να πάρω εκδίκηση, λέει ο Αχιλλέας. Εμπρός, φωνάζει στα άλογα, ξεκινάμε!

    Ο Δίας καλεί όλους, θεούς και ημίθεους, σε γενική συνέλευση. Τους λέει πως είναι ελεύθεροι να υπερασπιστούν ο καθένας όποιο απ' τα στρατόπεδα θέλει, Τρώες ή Αχαιούς. Χωρίστηκαν κι αυτοί σε δυο στρατόπεδα. Με τους Αχαιούς είναι η Ήρα, η Αθηνά, ο Ποσειδώνας, ο Ερμής και ο Ήφαιστος. Με τους Τρώες, ο Απόλλωνας, η Άρτεμη, ο Άρης, η Αφροδίτη, η Λητώ και ο Σκάμανδρος ή Ξάνθος. Έξω απ' τα τείχη της Τροίας, σκεπασμένοι σ' ένα σύννεφο, κρύβονται η Ήρα, η Αθηνά, κι ο Ποσειδώνας περιμένοντας να κάνει αρχή α Απόλλωνας ή ο Άρης. Να, όμως, που ξεπηδάει μπροστά ο Αινείας και ρίχνεται με προκλητικά λόγια στον Αχιλλέα. Σαν λιοντάρι μουγκρίζει ο Αχιλλέας και του λέει ν' αφήσει τα λόγια και να χτυπήσει, γιατί και οι δυο είναι παιδιά θεών κι έχουν την ίδια δύναμη.

    Ρίχνει ο Αινείας και τρυπά δύο απ' τα πέντε στρώματα της ασπίδας του Αχιλλέα. Ρίχνει ο Αχιλλέας το κοντάρι του, τρυπά πέρα ως πέρα την ασπίδα του Αινεία, και πέφτει πάνω του με το σπαθί. Ο Αινείας σηκώνει μια πέτρα για να αμυνθεί. Τότε μπαίνει στη μέση ο Ποσειδώνας. Δε θέλει ν' αφήσει τον Αινεία να σκοτωθεί, πρώτα γιατί είναι γιος της Αφροδίτης κι έπειτα γιατί αυτόν έχουνε τάξει οι μοίρες να γίνει βασιλιάς μετά από τον Πρίαμο στην Τροία. Θολώνει ο θεός τα μάτια του Αχιλλέα, αρπάζει τον Αινεία και τον μεταφέρει στα μετόπισθεν. Όταν συνήλθε ο Αχιλλέας θύμωσε πολύ γιατί κατάλαβε πως τον Αινεία τον προστατεύουν οι θεοί. Χωρίς νά χάσει ώρα, έστρεψε την προσοχή του στο πεδίο της μάχης και όρμησε αλαλάζοντας. - Εμπρός. Αχαιοί, χτυπηθείτε σώμα με σώμα. Λεν μπορώ να τα βάλω μόνος μου με όλους. Και μπαίνουν στην επίθεση οι Αχαιοί ξεσηκωμένοι. Το ίδιο κι ο Έκτοοαζ κάθε τόσο
    Έσκυψε ο Απόλλωνας και είπε στο αυτί του Έκτορα:
    - Πρόσεχε, να μην ξεχωρίσεις απ' το πλήθος, μ δοκιμάσεις να χτυπήσεις τον Αχιλλέα μόνος σου.

    Ο Αχιλλέας σκοτώνει τον Ιφιτίωνα, το Δημολέοντα, τον Ιπποδάμαντα και μπροστά στα μάτια του Έκτορα τον πιο μικρό αδερφό του, Πολύδωρο. Δεν κρατιέται πια ο Έκτορας και επιτίθεται στον Αχιλλέα. Γρήγορα ρίχνει μια φοβερή κονταριά ενάντιο του, αλλά η Αθηνά την ξεστρατίζει. Πλησιάζ; αγριεμένος ο Αχιλλέας, αλλά ο Απόλλωνας σκεπάζει με σύννεφο τον Έκτορα. Βάζει τις φωνές αγανακτισμένος ο Αχιλλέας, και στρέφεται αλλού. Σκοτώνει το Δρύοπα, το Δημούχο, το Λαόγονο, το Δάρδανο, το Μούλιο, τον  Έχεκλο, το Δευκαλίωνα, το Ρίγμο και τον Αρηίθοο. Σαν τη φωτιά που καίει τα δέντρα το άρμα του πάει μπροστά σκορπίζοντας το θάνατο.

    Ο Αχιλλέας θερίζει ανθρώπους. Σκοτώνει και πετάει τα πτώματα μέσα στον ποταμό Ξάνθο. Στην όχθη κρύβονται δώδεκα άγουροι νέοι Τρωαδίτες, που τους δένει με λουριά τα χέρια και τους στέλνει στα καράβια.
    -   Εσείς θα πάτε να βρείτε τον Πάτροκλο, όταν τελειώσω από δω, τους φοβερίζει:
    Ο θεός Ξάνθος έχει όμως αγανακτήσει. Γίνεται άνθρωπος, τον πλησιάζει και του λέει:
    -   Σταμάτα πια και ξεχύλισε ο ποταμός νεκρούς, η κοίτη του έφραξε και τα κόκκινα από αίμα νερά του δεν'μπΌρούν να φτάσουν στη θάλασσα.
    Αλλά τίποτα δε σταματάει τον Αχιλλέα. Τότε ο ποταμός αλλάζει ξαφνικά πορεία και πέφτει με ορμή πάνω στον Αχιλλέα. Αυτός αρπάζεται από κλαριά και η γη χάνεται κάτω απ' τα πόδια του.
    -   Θεοί μου, θα πνιγώ, κραυγάζει.
    Η Αθηνά στέλνει τον Ήφαιστο να σώσει τον Αχιλλέα. Βάζει αυτός φωτιές σ' όλες τις όχθες και στεγνώνει τα νερά. Καίγονται οι φτελιές, οι ιτιές, τα βούρλα και κορώνει η ρεματιά.

    - Σταμάτα, Ήφαιστε, φωνάζει ο ποταμός. Ήρα, πες στο γιο σου να μ' αφήσει και σταματάω την πλημμύρα.

    - Φτάνει, λέει η Ήρα στον Ήφαιστο.

    Οι θεοί έχουν κουραστεί. Γυρίζουν στον Όλυμπο βαριεστημένοι. Μόνο ο Απόλλωνας μένει στη γη να βοηθάει τους Τρώες.

    Ο Πρίαμος δίνει εντολή να ανοιχτούν οι πύλες των τειχών για να κρυφτούν πάλι μέσα όσοι Τρώες φτάνουν τρεχάτοι υποχωρώντας.

    Σαν κυνηγημένα ελάφια φτάνουν μέσα στην πόλη οι μαχητές και μόνο ο Έκτορας στέκει εκεί έξω απ' τα τείχη και δε θέλει να κρυφτεί. Οι Αχαιοί όλο και ζυγώνουν.

    Ο Αχιλλέας έχει παρασυρθεί μακριά κυνηγώντας ένα στρατιώτη που δεν είναι άλλος απ' τον Απόλλωνα με ανθρώπινη μορφή. Όταν κατάλαβε την πλάνη του, γυρίζει πίσω και βρίσκεται μετά από λίγο αντίκρυ  στον Έκτορα.

    Φωνάζει από τα τείχη ο Πρίαμος:
    -     Έκτορα, δε γλιτώνεις από αυτό το θηρίο, έλα μέσα. Δεν αντέχω να χάσω άλλο παιδί. Άδικος κόπος.
    Όταν πρωτοαντίκρισε ο Έκτορας τον Αχιλλέα, νόμισε πως ήταν ο ίδιος ο θεός Άρης. Το 'βαλε στα πόδια, αλλά ο άλλος έπεσε σαν γεράκι πάνω του. Τρεις φορές κάνουνε τρέχοντας το γύρο της πόλης. Η Αθηνά φτάνει τον Αχιλλέα και του λέει:
    -     Στάσου κι ανάσανε, εγώ θα τον κάνω να γυρίσει και να σ' αντιμετωπίσει. Η μοίρα του είναι γραμμένη.
    Έτρεξε πλάι στον Έκτορα με τη μορφή τού αδερφού του Δηίφοβου.
    -     Έλα, αδερφέ μου, μην τρέχεις, μαζί θα χτυπήσουμε τον Αχιλλέα, γιατί κι εγώ ήρθα σκαστός μέσα από τα τείχη να σε βοηθήσω. Αυτά είπε η Αθηνά και τον παρέσυρε με ψεματα.
    Όταν έφτασε μπροστά στον Αχιλλέα ο Έκτορας του είπε:

    - Μη νομίζεις πως σε φοβάμαι. Τώρα θα χτυπηθούμε σώμα με σώμα κι όποιον πάρει ο Χάρος. Μόνο θέλω να ξέρεις πως αν νικήσω θα σου πάρω τα άρματα, αλλά το κορμί σου δε θα το ντροπιάσω. Θα το δώσω στους Αχαιούς να το θάψουνε. Θα ήθελα το ίδιο να κάνεις και εσύ αν είσαι ο νικητής.

    - Εκτορα, σε σκύλους δε δίνω εγώ υποσχέσεις. Αρνιά και λύκοι δε γίνεται να μονοιάσουνε.

    Και με τα λόγια αυτά έσφιξε το κοντάρι τα λύσσα. Ξέφυγε ο Έκτορας γιατί έσκυψε, ο η Αθηνά αόρατη το πιάνει και το δίνει ξανα στον Αχιλλέα.
    Ρίχνει ο Έκτορας και το κοντάρι του χτυπάει πάνω στην ασπίδα του Αχιλλέα και ξεστρατίζει.
    -    Τρέξε να μου το φέρεις, φωνάζει στο Δηίφοβο, αλλά αυτός εξαφανίζεται. Τότε κατάλαβε ο Έκτορας το δόλο.
    — Το βλέπω, οι θεοί δεν είναι μαζί μου, ένας αυτούς με ξεγέλασε, αλλά δε θα πάω άδοξα, είπε και τράβηξε το σπαθί του.

    Βλέπει ο Αχιλλέας να τον πλησιάζει ντυμένος τα άρματα που είχε κουρσέψει απ' τον Πάτροκλο και τον πιάνει τρέλα. Σημαδεύε και τον χτυπάει στο λαιμό. Ο Έκτορας πέφτει. Ο Αχιλλέας τον δένει απ' τα πόδια και τον σέρνει πίσω από το άρμα του. Ο Πρίαμος και η Εκάβη θρηνούνε, που τα είδαν όλα ψηλά απ' τα τείχη.

    Οι Αχαιοί έχουν γυρίσει στις σκηνές τους. Οι Μυρμιδόνες όμως ξαγρυπνούν γύρω από το νεκρό Πάτροκλο.

    -       Έλα, ησύχασε πια, λένε οι άλλοι αρχηγοί στον Αχιλλέα. Τώρα εκδικήθηκες για το χαμό του Πάτροκλου.                 
    -   Όχι, λέει ο Αχιλλέας, πρώτα πρέπει να γίνει με τιμές η ταφή του φίλου μου και μετά θα οργανώσω αγώνες στη μνήμη του.
    Έγινε αγώνας ιππικός και νίκησε ο Διομήδης. Στην πυγμαχία νίκησε ο Επειός, ενώ στην πάλη δε νίκησε κανείς, γιατί μάχονταν δυο ίσοι αντίπαλοι, ο Αίαντας κι ο Οδυσσέας. Έγιναν ακόμα αγώνες στο τρέξιμο, στη δισκοβολία και στη μονομαχία. Ο Αχιλλέας έδωσε λαμπρά έπαθλα, όλα στη μνήμη του φίλου του.

    Οι αγώνες έληξαν, αλλά ο Αχιλλέας ακόμα δεν έχει παρηγορηθεί και η θλίψη του ξεσπάει στο νεκρό κουφάρι του Έκτορα. Το σέρνει ακόμα πίσω από το άρμα του.

    Στους θεούς όμως δεν αρέσει η ασέβεια στους νεκρούς και στέλνουν τη μάνα του τη Θέτιδα να τον συμβουλέψει. Ο Δίας έστειλε την Ίριδα να μηνύσει στον Πρίαμο την επιθυμία του.
    -    Οι θεοί θα σου δώσουν δύναμη να πας να ζητήσεις το νεκρό παιδί σου απ' τους Αχαιούς, του είπε.

    Ο Πρίαμος έφτασε βράδυ στα καράβια, φορτωμένος δώ0α και χρυσάφι βαρύ, ζυγισμένο, για να ξαγοράσει το νεκρό γιο του. Πήγε γυρτός και με δάκρυα παρακάλεσε τον Αχιλλέα:

    - Έχεις κι εσύ πατέρα και καταλαβαίνεις. Θέλω το νεκρό παιδί μου, να το γυρίσω στην Τροία.

    - Καημένε, γέρο, λέει ο Αχιλλέας, δεν ωφελούν τα δάκρυα. Κλαίω κι εγώ το φίλο μου και τον πατέρα μου, που μπορεί να μην τον ξαναδώ. Είναι οι θεοί που μοιράζουνε τα βάσανα στους ανθρώπους, ενώ οι ίδιοι ζούνε δίχως έγνοιες. Είναι τυχεροί όσοι βάσανα και χαρές μοιράζονται. Αλίμονο σ5 όσους έχουνε μόνο στενοχώριες.

    Μαλάκωσε η καρδιά του Αχιλλέα και τίμησε τον Πρίαμο σαν να 'τανε πατέρας του. Μετά είπε να πλύνουν το νεκρό Έκτορα και έφυγε ο γέρος μέσα στο σκοτάδι με το βαρύ φορτίο του.
    Στην Τροία έγινε θρήνος φοβερός για το χαμένο παλικάρι, αλλά και γιατί όλοι πια το διαισθάνονταν πως σύντομα θα έπεφτε η πόλη.

    Μετά το θάνατο του Έκτορα οι Τρώες όλο και λιγότερο άντεχαν στις επιθέσεις των Αχαιών που πολλές φορές τους έσπρωχναν ως έξω απ' τα τείχη της πόλης τους. Σε μια τέτοια προέλαση, ο Αχιλλέας μαχόταν έξω απ' τις Σκαιές Πύλες της Τροίας. Εκεί κρυμμένος βρέθηκε ο Πάρης με το τόξο του στο χέρι. Ευχήθηκε στον Απόλλωνα και σημάδεψε κρυφά τον Αχιλλέα. Το βέλος του τον κάρφωσε και έκπίληκτος ο Πάρης είδε τον ήρωα να πέφτει νεκρός! Ποτέ δε θα τολμούσε ο φοβητσιάρης Πά^ης να σταθεί αντιμέτωπος με τον Αχιλλέα.
    Αμέσως άναψε μάχη γύρω απ' το νεκρό Αχιλλέα. Ο Αίαντας και ο Οδυσσέας κατάφεραν να τον μεταφέρουν στα καράβια. Κι έπεσε θρήνος μεγάλος. Άνοιξε η θάλασσα κι ανέβηκαν απ' το βυθό η μάνα του η Θέτιδα με τις σαράντα εννιά αδελφές της τις Νηρηίδες. Δεκαεφτά μέρες τον κλαίγανε θεοί και θνητοί και τη δέκατη όγδοη άναψαν φωτιά κι έκαψαν το κορμί του. Τις στάχτες του τις ένωσαν με κείνες του Πάτροκλου μέσα σε μια χρυσή λήκυθο. Την έθαψαν σ' ένα λόφο από χώμα που έφτιαξαν σ' ένα σημείο με θέα τη θάλασσα.

    Ο Πάρης δεν έζησε πολύ για να χαρεί το θρίαμβο του. Πέθανε λαβωμένος από ελληνικό δόρυ και η Ελένη μόνη κι απροστάτευτη κρύφτηκε στο σπίτι του αδελφού τού Πάρη, Δηίφοβου. Όλοι στην Τροία την έβλεπαν με έχθρα, γιατί ήταν αυτή η αιτία για τις συμφορές τους.

    Ο πόλεμος κρατούσε, γιατί τα τείχη ήταν γερά και απόρθητα. Έτσι με σχέδιο του Οδυσσέα οι Έλληνες αποφάσισαν να μπουν στην πόλη με δόλο. Έφτιαξαν ένα μεγάλο ξύλινο άλογο με την κοιλιά του κούφια. Εκεί μέσα κρύφτηκαν πενήντα απ' τα πιο άξια παλικάρια, ανάμεσα τους ο Μενέλαος, ο Διομήδης, ο Σθένελος, ο Οδυσσέας κι ο νεαρός Νεοπτόλεμος. Ο Αγαμέμνονας με τους υπόλοιπους έκαψε τις σκηνές, μπήκε στα καράβια και σάλπαρε, αφήνοντας πίσω μόνο το Ξύλινο άλογο. Δεν πήγε μακριά. Λίγο πιο μέσα απ' την όχθη ο στόλος άλλαξε πορεία και κρύφτηκε στο Τένεδος.

    Οι Τρώες που παρακολουθούσαν τις κινή ψηλά απ' τα τείχη δεν άργησαν να πειστοι πως οι Αχαιοί έφυγαν για καλά. Άνοιξαν πύλες και χύθηκαν στον κάμπο. Το ξύλινο άλογο σκέφτηκαν πως ήτανε μια προσφορα των Αχαιών στους θεούς. Να το σύρετε μέσα στην πόλη, είπε ο βασιλιάς  Πρίαμος, και να το στολίσετε με άνθη.

    Όταν βράδιασε και οι Τρώες για πρώτη φορά έπεσαν ήσυχα να κοιμηθούν, χωρίς το φόβο του πολέμου, οι κρυμμένοι στην κοιλιά το ξύλινου αλόγου άνοιξαν μια μυστική πόρτα στην πλευρά του και βγήκαν σιγά κι αθόρυβα.  Γρήγορα άνοιξαν όλες τις πύλες της πόλης Όρμησαν μέσα οι Αχαιοί που με το σούρουπο είχαν γυρίσει απ' την Τένεδο χωρίς κανείς πάρει χαμπάρι.

    Κανείς από τους Τρώες δε γλίτωσε την σφαγή εκτός απ' τον Αινεία που κατάφερε να ξεφύγει.

    Όταν ξαναμπήκαν στα καράβια τους για να σαλπάρουν αυτή τη φορά πραγματικά, οι Αχαιοί κουβαλούσαν μαζί τους όλους τους θησαυρούς και τις γυναίκες της Τροίας σκλάβες.

    Ο Μενέλαος έσυρε την Ελένη στο πλοίο του και η εκδίκηση του θα ήταν άγρια. Εκείνη όμως, με την ομορφιά και την εξυπνάδα του  του θύμισε τις παλιές καλές μέρες που ζήσανε μαζί, γλύκανε την ψυχή του και γύρισαν μαζί στη Σπάρτη, όπου έζησαν με πολλή αγάπη ως τα βαθιά γεράματα.

     

     

Επιστροφή στην Ελληνική μυθολογία