Μυθολογία

Η Ελληνική μυθολογία

1. Εισαγωγή στην μυθολογία

acropolis, Athens, Greece
acropolis, Athens, Greece

Με τον όρο ελληνική μυθολογία εννοούμε όλο το πλέγμα των μύθων που σχετίζονται με την υπόθεση της ελληνικότητας, έτσι όπως παρουσιάζονται στα κείμενα της Αρχαιοελληνικής ή Βυζαντινής γραμματείας. Ως ελληνική μυθολογία ορίζεται επίσης η αφήγηση των ιστοριών που δημιουργήθηκαν από τους αρχαίους Έλληνες, και αφορούσαν τους θεούς και τους ήρωες τους, τη φύση του κόσμου και τις τελετουργικές πρακτικές λατρείας τους.
Η Ελληνική μυθολογία μας δίνει μια εικόνα για το πως σκεφτοτουσαν και φεροτουσαν οι άνθρωποι πριν από χιλιάδες χρόνια. Οι μύθοι μας οδηγηγούν πίσω στον χρόνο όταν ο άνθρωπος είχε μια σύνδεση με τη γη και τη φύση. Μέσα από την μυθολογία ταξιδευουμε σε εναν παράξενο και όμορφο κόσμο. Κανένας δεν γνωρίζει πως πρώτο υπήρχαν οι μύθοι και αν γράφτηκαν όπως ήταν ή αλλαξανε κάποια πράγματα. Εμεις θα ακολουθήσουμε τους μεγάλους ποιητές οι οποίοι δημιουργήθηκαν μέσα από την ελληνική μυθολογία.

Οι Έλληνες δεν πιστεύαν ότι οι θεοί δημιούργησαν το σύμπαν, αλλά αντίθετα πίστευαν ότι το σύμπαν δημιουργήθηκε από τους Θεούς. Πριν από τους Θεοί υπήρχε μόνο ουρανός και η γη οι οποίοι ήταν οι Τιτάνες.

Έχουμε διαβάσει την κάθε μύθο μια – δυο φορές από μερικούς διαφορετικούς συγγραφείς και στη συνέχεια, τα έχουμε γράψει με τον δικό μας τρόπο, με απλές λέξεις και όμορφες εικόνες. Ελπίζουμε να απολαύσετε την ανάγνωση μέσα από τις σελίδες της ελληνικής μυθολογίας.

2. Οι Τιτάνες

Aesculapius, Greek mythology
Aesculapius, Greek mythology

Στην Ελληνική μυθολογία, οι Τιτάνες είναι μεταξύ μιας σειράς θεών, μερικοί εκ των οποίων αντιτάχθηκαν στον Δία και τους Ολύμπιους θεούς στην άνοδό τους στη εξουσία.

Οι Έλληνες των κλασικών χρόνων γνώριζαν αρκετά ποιήματα για τον πόλεμο μεταξύ των θεών και πολλών από τους Τιτάνες. Το κυρίαρχο εξ αυτών και το μοναδικό που έχει διασωθεί, ήταν η Θεογονία που αποδίδεται στον Ησίοδο. Ένα χαμένο έπος με τον τίτλο Τιτανομαχία και αποδίδεται στην θρυλική μορφή του τυφλού βάρδου Θάμυρη από την Θράκη, αναφερόταν σε μία πραγματεία Περί Μουσικής που έχει κάποια στιγμή αποδοθεί στον Πλούταρχο. Οι Τιτάνες κατείχαν σημαντικό ρόλο και στα ποιήματα που αποδίδονται στον Ορφέα. Αν και σώζονται μόνο μικρά μέρη των Ορφικών διηγήσεων, δείχνουν ενδιαφέρουσες διαφορές από την Ησιοδική παράδοση.

Αυτοί οι Ελληνικοί μύθοι για την τιτανομαχία εντάσσονται σε μια τάξη παρόμοιων μύθων από την Ευρώπη και την Εγγύς Ανατολή, όπου μια γενιά ή ομάδα θεών αντιτίθενται στους κυρίαρχους. Μερικές φορές οι Γηραιότεροι Θεοί εκτοπίζονται. Άλλες φορές οι επαναστάτες χάνουν, και είτε εκδιώχνονται ολοκληρωτικά από την εξουσία ή ενσωματώνονται στο πάνθεον.

Παιδιά της Γαίας και του Ουρανού:

Ωκεανός
Τηθύς
Κόιος
Φοίβη
Υπερίων
Ευρυφάεσσα ή Θεία
Κρείος
Ιαπετός
Θέμις
Μνημοσύνη
Κρόνος
Ρέα
Παιδιά του Ιάπετου και της Ωκεανίδας Κλυμένης:

Άτλας
Προμηθέας
Επιμηθέας
Μενοίτιος
Παιδιά του Υπερίωνα και της Θείας:

Ήλιος
Σελήνη
Ηώς
Οι Τιτάνες στον Ησίοδο

Στην Θεογονία του Ησίοδου οι δώδεκα Τιτάνες ακολουθούν τους Εκατόγχειρες και τους Κύκλωπες ως παιδιά του Ουρανού και της Γαίας:

«έπειτα κοιμήθηκε με τον Ουρανό και γέννησε τον βαθιά στροβιλιζόμενο Ωκεανό, τον Κοίο και τον Κριό και τον Υπερίωνα και τον Ιάπετο, την Θεία και την Ρέα, την Θέμιδα και την Μνημοσύνη και την χρυσοστεφανωμένη Φοίβη και την αγαπητή Τέθυ. Μετά από αυτούς γεννήθηκε ο Κρόνος ο πονηρός, το νεώτερο και φοβερότερο από τα παιδιά της, και μισούσε τον δυνατό πατέρα του».
Ο Ουρανός θεωρεί τον Κρόνο τερατώδη και γι’ αυτό τον φυλακίζει στα έγκατα της γης. Αλλά ο Κρόνος, με τη βοήθεια των Εκατόγχειρων και των Κυκλώπων, επιτίθεται στον πατέρα του, τον ευνουχίζει και γίνεται ο ίδιος βασιλιάς των θεών, με τη Ρέα ως σύζυγό του και βασίλισσα.

Η Ρέα γεννά μια νέα γενιά θεών από τον Κρόνο, αλλά από φόβο μήπως τον ανατρέψουν, ο Κρόνος τα καταβροχθίζει. Ο μόνος που διασώζεται είναι ο Δίας: η Ρέα δίνει στον Κρόνο να καταπιεί στη θέση του μία πέτρα τυλιγμένη σε ρούχα, και μεταφέρει τον Δία στην Κρήτη να τον φυλάνε οι Κουρήτες.

Όταν ο Δίας ενηλικιώνεται, υποτάσσει τον Κρόνο με τη βία και του ανοίγει την κοιλιά για να απελευθερώσει τα αδέλφια του. Αρχίζει έτσι ένας πόλεμος μεταξύ των νεώτερων και γηραιότερων θεών, κατά τον οποίο ο Δίας βοηθάται από τους Εκατόγχειρες, τους Κύκλωπες και τους Γίγαντες, οι οποίοι είχαν επανελευθερωθεί από τον Τάρταρο. Μετά από μια μακρά μάχη ο Δίας νικά, και ρίχνει στον Τάρταρο πολλούς από τους Τιτάνες.

Παρ’ όλα αυτά οι γηραιότεροι θεοί αφήνουν το σημάδι τους στον κόσμο. Μερικοί από αυτούς – όπως η Μνημοσύνη, η Ρέα, η Γαία, ο Υπερίων, η Θέμις και η Μήτις – δεν πολέμησαν εναντίον των Ολύμπιων, και διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στη νέα διοίκηση. Οι Τιτάνες αφήνουν πίσω τους και έναν αριθμό απογόνων, μερικοί εκ των οποίων μπορούν να θεωρηθούν επίσης Τιτάνες, κυρίως οι γιοί του Ιάπετου: Προμηθέας, Επιμηθέας, Άτλας και Μενοίτιος.

Πολλές αρχαίες πηγές ακολουθούν στενά τον Ησίοδο, με μικρές παραλλαγές: ο Απολλόδωρος προσθέτει την Διώνη ως δεκάτη Τρίτη Τιτάνα.

Οι Τιτάνες σε άλλες Ελληνικές πηγές

Ο Ησίοδος, ωστόσο, δεν ήταν ο τελευταίος που μίλησε για τους Τιτάνες. Σωζώμενα αποσπάσματα Ορφικής ποίησης ιδιαίτερα διατηρούν μερικές παραλλαγές του μύθου.

Σε ένα Ορφικό κείμενο, ο Δίας δεν επιτίθεται απλά βιαίως εναντίον του πατέρα του. Αντιθέτως, η Ρέα παραθέτει γεύμα στον Κρόνο ώστε να μεθύσει. Ο Δίας τον αλυσοδένει και τον ευνουχίζει. Αντί να σταλεί στον Τάρταρο, ο Κρόνος σέρνεται – ακόμα μεθυσμένος – στην σπηλιά της Νύκτας, όπου συνεχίζει να ονειρεύεται και να προφητεύει για ολόκληρη την αιωνιότητα.

Ένας άλλος μύθος που αφορά στους Τιτάνες και δεν είναι του Ησιόδου περιλαμβάνει τον Διόνυσο. Σε κάποια στιγμή της βασιλείας του ο Δίας αποφασίζει να παραχωρήσει τον θρόνο του για χάρη του βρέφους Διονύσου, που όπως και ο Δίας ως βρέφος φυλασσόταν από τους Κουρήτες. Οι Τιτάνες αποφασίζουν να σφάξουν το παιδί και να διεκδικήσουν τον θρόνο δικό τους. Βάφουν τα πρόσωπά τους με λευκό γύψο, αποσπούν με παιχνίδια την προσοχή του Διονύσου, μετά τον διαμελίζουν και βράζουν και ψήνουν τα μέλη του. Οργισμένος ο Δίας, συντρίβει με το αστροπελέκι του τους Τιτάνες. Η Αθηνά διατηρεί τιν καρδιά σε μια γύψινη κούκλα, από την οποία δημιουργήθηκε ένας νέος Διόνυσος. Αυτή η ιστορία αναφέρεται από τους ποιητές Καλλίμαχο και Νόννο, που αποκαλούν αυτόν τον Διόνυσο «Ζαγρεύς», και επίσης σε έναν αριθμό Ορφικών κειμένων.

Μία επανάληψη αυτής της ιστορίας, αναφερόμενη από τον Νεοπλατωνικό φιλόσοφο Ολυμπιόδωρο, που γράφει στην Χριστιανική εποχή, λέει πως η ανθρωπότητα ξεπήδησε από τον παχύ καπνό των καιγόμενων πτωμάτων των Τιτάνων. Άλλοι νεώτεροι συγγραφείς δηλώνουν πως η ανθρωπότητα γεννήθηκε από το αίμα που έχυσαν οι Τιτάνες στον πόλεμό τους εναντίον του Δία.

3. Οι δώδεκα Θεοί του Ολύμπου:

Zeus in Greek mythology
Zeus in Greek mythology

Οι δώδεκα Θεοί του Ολύμπου είναι οι κύριοι θεοί της Ελληνικής μυθολογίας που κατοικούσαν στη κορυφή του Ολύμπου. Στην πραγματικότητα οι αρχαίοι Έλληνες δεν είχαν κάποιο συγκεκριμένο δωδεκάθεο, αλλά υπήρχαν μεγάλοι και μικρότεροι θεοί και άλλοι που λατρεύονταν τοπικά π.χ. ο Δίας, ο Ποσειδώνας και ο Άδης ήταν οι μεγαλύτεροι θεοί, ενώ ο Διόνυσος ήταν μικρότερος θεός. Το δωδεκάθεο είναι έννοια που σχηματίστηκε από δυτικούς λόγιους τον 16ο-17ο αιώνα και έχει εμφανιστεί με διάφορες συνθέσεις ανάμεσα σε 14 θεούς.

Οι θεότητες που, κατά παράδοση, αποτελούσαν το δωδεκάθεο είναι:

Ζευς ή Δίας: Ο πατέρας των Θεών και ο σπουδαιότερος από αυτούς. Θεός των καιρικών φαινομένων, προστάτης των ξένων, της οικογένειας και της γονιμότητας. Λατρευόταν ως ο σοφός θεός που καθόριζε τις τύχες των ανθρώπων και ρύθμιζε την ηθική τάξη του κόσμου.
Η Ήρα ‘ηταν η αδελφή και η σύζυγος του Δία. Ήταν προστάτιδα του γάμου και της συζυγικής πίστης.

Ο Πωσειδώνας ήταν ο Θεός της θάλασσας, των ποταμών, των πηγών των πόσιμων νερών και γενικά του υγρού στοιχείου.

Greek mythology
Greek mythology

Η Δήμητρα ήταν η Θεά της γης, της γεωργίας , της χλωρίδας, της τροφής, του γάμου και προστάτιδα των γεωργών.

Η Εστία ήταν η Θεά της οικογένειας, της οικίας, της φωτιάς και των υφαντικών τεχνών.

Η Αφροδίτη ήταν η Θεά της ομορφιάς και του έρωτα.

Ο Απολλων ήταν ο Θεός της μαντικής τέχνης, της μουσικής και του χορού, της ηθικής τάξης και της λογικής. Ήταν ακόμα θεραπευτής θεός.

Ο Άρης ήταν ο Θεός της μάχης και του πολέμου.

Η Αρτεμίς ήταν η Θεά της άγριας φύσης, του κυνηγιού, των ζώων και της γονιμότητας.

Η Αθηνά ήταν η Θεά της Σοφίας, των τεχνών και του σώφρονος πολέμου.

Ο Ήφαιστος ήταν ο Θεός της φωτιάς, των ηφαιστείων, της μεταλλουργίας και προστάτης των τεχνιτών. Ήταν ακόμα ο κατασκευαστής των όπλων των θεών.

Ο Ερμής ήταν ο αγγελιαφόρος των θεών, κήρυκας και ψυχοπομπός, προστάτης του εμπορίου, των ταξιδιωτών αλλά και των ληστών.

Athena in Greek mythology
Athena in Greek mythology

Άλλες θεότητες της ελληνικής μυθολογίας είναι:

Πλούτωνας ή Άδης : Θεός του Κάτω και του Αόρατου Κόσμου.
Γαία : Θεά της Γης.
Διόνυσος : Θεός του κρασιού και των σαρκικών απολαύσεων.
Εκάτη : Θεά της μαγείας.
Έρως : Θεός του έρωτα.
Ήβη : Θεά της νεότητας.
Ιασώ : Θεά της ίασης.
Παν : Θεός της πανίδας και των ποιμένων.
Περσεφόνη :Θεά του Κάτω Κόσμου.
Κατά τόπους το Δωδεκάθεο άλλαζε: Στην θέση της Εστίας τοποθετούνταν ο Πλούτωνας, στην θέση της Δήμητρας ο Διόνυσος, ενώ σε κάποιες περιοχές στο Δωδεκάθεο έμπαιναν και τοπικές θεότητες, κυρίως ποταμών, επειδή διαδραμάτιζαν ουσιαστικό ρόλο στην επιβίωση των ανθρώπων.

 

4. Οι πρώτοι ήρωες

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ ΚΑΙ IΩ

Greek mythology
Greek mythology

Δύο από τους πρώτους ήρωες ήταν ο Προμηθέας και η Ιώ. Οι δύο μεγάλοι ποιητές: Ο Έλληνας Αισχύτου και ο Ρωμαίος ποιητης ο Οβίδιος έγραψαν για αυτους του ήρωες.

Ο Προμηθέας ήταν δεμένος σε έναν βράχο από τον Θεό Δία, προκειμένου να εκτίσει την τιμωρία για την παροχή φωτιά για τους άνδρες. Τότε ήταν που ένα παράξενο πλάσμα τον πλησίασε. Αυτό το πλάσμα έμοιαζε με ένα άγριο θηρίο, αλλά είχε την φωνή ενός νεαρού κοριτσιού που έμοιαζε τρελλαμένη από την δυστυχία. Ο Προμηθέας αναγνώρισε τη φωνή. Είχε ακούσει για την ιστορία της κοπέλας και εκείνος τηςμίλησε αναφέροντας με το όνομά της. Το πλάσμα ξαφνιάστηκε με τον ήχο της φωνής του και ακούγοντας το όνομα της. Στάθηκε ως ένα άγαλμα και άρχισε να ρωτάει τον Προμηθέα πολλές ερωτήσεις.
«Πού βρίσκομαι;”
«Εσύ γιατί τιμωρείσαι;
«Μήπως έκανες κάτι κακό ;”
«Γιατί είσαι δέμμενος στον βράχο ;
Όταν της απάντησε ότι ήταν η τιμωρία του για την φωτιά που είχε δώσει στους θνητούς, συνειδητοποίησε ότι τον ήξερε και είχε ξανά ακούσει την ιστορία του. Στη συνέχεια μιλούσανε ελεύθερα ο ένας στον άλλο. Της είπε ο Προμυθέας πως του είχε φερθεί ο Δίας και εκεινη του εμπιστεύτηκε πως ο Διας ήταν ο λόγος που ήταν σε αυτην την μορφη, και από μια όμορφη νεαρή κοπέλατώρα πλέον ήταν ένα άγριο θηρίο. Του είπε πως η Ήρα, η ζηλιάρα σύζυγος του Δία, ήταν η αιτία της δυστυχίας της. Ο Δίας είχε ερωτευτεί κεραυνοβόλα την Iω αλλά η ζήλεια της Ήρας ήταν ισχυρότερη από την αγάπη του Δία. Όταν η Ήρα ανακάλυψε την αγαπη πως προσφερε ο Δίας για τη μικρη κόπελα, Ο Δίας το αρνήθηκε, τότε του ζήτησε η Ήρα να της φέρει τη νεαρή κοπέλα και όταν έφτασε η Ιώ αμέσως μεταμορφώθηκε σε ένα τέρας. Την έδωσε στον Άργο για να την προσέχει, ο Αργός ήταν ένα τέρας με εκατό μάτια, ο Δίας προσπάθησε να βοηθήσει την Ιώ και διέταξε τον Ερμή στους σκοτώσει τον Αργο, μόλις λοιπόν ο Άργος πήγε για ύπνο, ο Ερμής τον σκότωσε μη γνωρίζοντας ότι η Ήρα ήξερε το σχέδιο και είχε ήδη αφαιρέσει τα μάτια του Άργου και τα τοποθέτησε στο αγαπημένο της πουλί, το παγώνι.
Φάνηκε ότι η Ιώ ήταν ελεύθερη, αλλά όχι, η Ήρα έστειλε μια μύγα να την ακολουθήσει και να τη τσιμπάει μέχρι που τρελλάθηκε η Ιώ.
Ο Προμηθέας ακούσει την ιστορία της και προσπάθησε να την ηρεμήσει, λεγοντας να συγκεντρωθεί πλέον στο μέλλον της. Η Iώ τον αποχαιρέτησε και συνέχισε στον δρόμο της. Μία από τις θάλασσες που πέρασε, πήρε το όνομά της, το Ιόνιο πέλαγος, αλλά παρηγορήθηκε πραγματικά όταν έφτασε στο Νείλο και εκεί της παρουσιάστηκε ο Δίας για άλλη μια φορά αυτή τη φορά ως άνθρωπος. Την ενημέρωσε ότι ήταν να γεννήσει ένα παιδί που αυτή θα ονομασία Epaphus, και θα ζούσε ευτυχισμένα στην τιμή του γιού της. απόγονος της Ιώς στο μέλλον θα είναι ο Ηρακλής και θα χρωστάει το μέλλον του στον Προμυθέα.

ΕΥΡΩΠΑ

Oceanus, Greek mythology
Oceanus, Greek mythology

Η Iώ δεν ήταν η μόνη κοπέλα που έγινε διάσημη στη μυθολογία, επειδή ερωτεύτηκε ο Δίας μαζί της. Υπήρχε μια άλλη κοπέλα που είναι γνωστή ως Ευρώπα, ήταν η κόρη του βασιλιά της Σιδώνας. Σε συγκρίση με την Ιώ, η Ευρώπα ήταν πολύ τυχερή και δεν υπέφερε καθόλου.
Ένα πρωί η Ευρώπα ξύπνησε από ένα πολύ περίεργο και κακό όνειρο, στο όνειρο της ήταν δύο ηπείροι, και οι δυο με τη μορφή μιας γυναίκας, και προσπαθούσαν να τη κατακτήσουν. Η μία ήπειρος, της Ασίας υποστήριξε ότι της ανήκει γιατι την είχε γεννήσει. Η δεύτερη ήπειρος, η οποία δεν είχε όνομα ισχυριζόταν πως ο Δίας της είχε δώσει την άδεια να πάρει την κοπέλα. Μετά από αυτό το φρικτό όνειρο, η νεαρή κοπέλα αποφάσισε να μην προσπαθήσει να κοιμηθεί ξανά. Κάλεσε τον σύντροφο της να βγούνε έξω μια βόλτα, στην εξοχή κοντά στη θάλασσα, όπου συχνά πηγαίναν για μπάνιο στη λίμνη, για χορό ή για να συλλέξουν λουλούδια.
Η Ευρώπα ήταν πάρα πολύ όμορφη κοπέλα και μόλις την είδε ο Δίας, με το καλάθι στο χέρι να μαζεύει λουλουδια, την ερωτεύτηκε. Ο άτακτος Έρος του είχε τοποθετήσει ένα από τα βέλη του στην καρδιά.
Επειδή εκείνον τον καιρό, παρ’ολο που η Ήρα, η σύζυγος του Δία, ήταν απασχολημένη με άλλα πράγματα, ο Δίας αποφάσισε να μην πλησιάσει ο ίδιος την κόπελα για να μη τη βάλει σε κίνδυνο, έτσι μεταμορφώθηκε σ’εναν ταύρο, ένα όμορφο ισχυρό ζώο με μία απαλή εμφάνιση το οποίο δεν θα τρόμαζε την Ευρώπα, μα ούτε τον συντροφό της.
Η Ευρώπη ήταν η πρώτη για να καβαλήσει τον ταύρο, και πριν προλάβει ο στντροφός της να πλησιάσει τον ταυρό, ο ταυρός πηδηξε και εξαφανίστηκε στα βαθιά νερά της λίμνης. Στο ταξίδι τους, πέρασαν από πολλούς θαλασσινούς Θεούς, είδαν Νηρηίδες επάνω σε δελφίνια και ακόμα και τον ίδιο τον Ποσειδώνα. Η Ευρώπα φοβοταν παρά πολύ και κράταγε σφιχτά τον ταυρο με όλη τη δύναμή της. Σε αυτό το σημείο ήταν βέβαια ότι αυτό δεν ήταν ένας συνηθισμένος ταύρος, μα ήταν ένα ζώο στην εμφάνιση, αλλά με το μυαλό ενός Θεού. Φώναζε και παρακάλουσε τον ταύρο να της δείξει οίκτο της και να μην την εγκαταλείψει σε κάποια άγνωστη τοποθεσία, ο Δίας τελικά έφτασε στον προόρισμό του που ήταν το νησί της Κρήτης.
Το νησί της Κρήτης ανήκε στον Δία, εκείνος έκανε κουμάντο για το τι γινόταν στο νησί. Στη Κρήτη λοιπόν παντρεύτηκε την Ευρωπα και εκεινη γέννησε δυο γιούς τον Μινώα και τον Rhadamantus, που ήταν και οι δυο, αργότερα γνωστοί για τη δικαιοσύνη τους πάνω στη γη, ως εκ τούτου είχαν ανακοινωθεί, όπως οι δικαστές των νεκρών, αλλά το όνομά της Ευρώπας εξακολουθεί να είναι το πιο γνωστό από όλα.

6. Οι μύθοι των λουλουδιών

Ο Νάρκισσος

Narcissus, Greek mythology
Narcissus, Greek mythology

Ο Νάρκισσος έχει μείνει διάσημος στην μυθολογία για το γεγονός ότι ερωτεύτηκε τον εαυτό του.

Ο Νάρκισσος ήταν γιος του Θεού του ποταμού Κηφισού και της νύμφης Λινιόπε. Αυτός αγαπήθηκε πολύ από τον Θεό Απόλλωνα. Ήταν γνωστός για την γοητευτική και όμορφη εμφάνιση του. Η μητέρα του ήταν είπε ότι θα έχει μεγάλη διάρκεια ζωής, υπό τον όρο ότι δεν κοίταζε ποτέ την δική του εμφάνιση. Όλοι οι νέες νύμφες τον ερωτεύοτουσαν με την πρώτη ματιά, αλλά αυτό δεν σημαίνε τίποτα για αυτόν. Δεν έδινε σημασία σε καμία από τις νεαρές κοπέλες που τον ακολουθούσαν από πίσω. Ερωτεύτηκε με το είδωλό του στα νερά ενός ποταμού, που στη συνέχεια συνειδητοποίησε ότι ο ί αγαπούσε τον εαυτό του πολύ περισσότερο απ ‘ότι θα μπορούσε να αγαπήσει ποτέ κάποιον άλλον Με αυτή τη σκέψη αποφάσισε να αυτοκτονήσει, το λουλούδι που πήρε το όνομά του ξεπήδησε στην εξο στο μέρος που βρέθηκε νεκρός.

Ο Υάκινθος

Ο Υάκινθος ήταν ένας νεαρός όμορφος Σπαρτιάτης πρίγκιπας ο οποίος αγαπήθηκε από τους θεούς Απόλλωνα και Ζέφυρος. Ο δύτικος άνεμος ζήλεψε την μεγάλη αγάπη που έδειχναν οι Θεοί για τον Υάκινθο και έτσι μιά μέρα καθώς έπαιζαν δισκοβολία, φύσηξε και έφυγε ο δίσκος από την πορεία του χτυπώντας τον Υακινθο στο κεφάλι, τον χτύπημα προκάλεσε άμεσο θάνατο Ο Απόλλων από την στεναχώρια του άλλαξε τον νεαρόν νεκρό σε λουλούδι.

Ο Άδωνης

Adonis Greek mythology
Adonis Greek mythology

Ένα από τα πιο διάσημα θανάτους λουλουδιών ήταν αυτό του Άδωνη. Κάθε χρόνο τα περισσότερα κορίτσια στην Ελλάδα πένθησε για τον ίδιον και, στη συνέχεια, χαίροτουσαν όταν άνθιζε το κατακόκκινο λουλούδι του, η ανεμώνη. Η Αφροδίτη, η θεά της όμορφιας και της αγάπης λάτρευε τον Άδωνη, τον αγαπούσε από τη στιγμή που γεννήθηκε. Τότε ήταν που αποφάσισε ότι πρέπει να γίνει δικός της μίας ημέρας. Εκείνη τον μετέφερε στην Περσεφώνη, προκειμένου για να τον μεγαλώσει, αλλά σιγά σιγά άρχισε και η Θεά Περσεφόνη να τον αγαπάει και δεν τον επέστρεφε στην Θεά Αφροδίτη ούτε όταν εκείνη κατέβηκε στον κάτω κόσμο για να τον παραλάβει. Καμιά από τις δ΄υο θεές δεν έκανε πίσω. Στο τέλος μπήκε στον καυγά ο ίδιος ο Δίας για να κρίνει ποιά από τις δύο θα κέρδιζε τον Άδωνη Αποφάσισε ότι ο Άδωνης θα περνούσε τον ένα εξάμηνο του έτος με την Αφροδίτη και το δεύτερο εξάμηνο θα περνούσε στον κάτω κόσμο μαζί με την Περσιφώνη την Θεά του θανάτου. Ήταν ο μοναδικός θνητός που κατέβηκε στο κάτω κόσμο και επέστρεψε ζώντανος. Παρόλο την απόφαση του Δία, ο Άδωνης αποφάσισε να παραμείνει με την Αφροδίτη η οποία έκανε τα πάντα για να είναι ευτιχισμένος. Μία μέρα όμως καθώς βγήκε για κυνήγι, μια αρκούδα του επιτέθηκε, παρ’ολο που ο Άδωνης τραυμάτισε την αρκούδα με το σπαθί του, η αρκούδα τον σκότωσε. Η Αφρόδιτη άκουγε τις φώνες του και έτρεξε να τον βοηθήσει μα ήταν πλέον αργά. Κράτησε το νεκρό του σώμα και ψυθίριζε στο αυτί του. Στο έδαφος όπου έπεφταν οι σταγόνες από το αίμα του Άδωνη, μεγαλώναν κόκκινα λουλούδια τα οποία ονομάζονται σήμερα ανεμώνες.

7. Μυθοί αγάπης και περιπέτειας

Ο ΕΡΩΣ ΚΑΙ Η ΨΥΧΗ

Cupid and Psyche in Greek mythology
Cupid and Psyche in Greek mythology


Κάποτε υπήρχε ένας βασιλιάς που είχε τρεις όμορφες κόρες. Η νεότερη ονομαζόταν Ψυχή και ήταν η πιο όμορφη από τις τρείς. Μερικοί μάλιστα λένε ότι η θεά της ομορφιάς, η Αφροδίτη αισθάνθηκε ότι δεν μπορούσε να ισούται με αυτό το θνητό κορίτσι. Στην Θεά Αφροδίτη δεν άρεσε η αίσθηση του ανταγωνισμού, αμελούσε λοιπόν τη προσωπική της ζωή και τις υποχρεώσεις της και παρακολουθούσε συνέχεια αυτό το όμορφο νεαρό κορίτσι με οργή και ζήλια. Για’υτο ζήτησε την βοήθεια από τον άτακτο γιο της, τον Ερωτα, τουζήτησε να ρίξει ένα από τα φαρμακερά βέλη του στην καρδιά της νεαρής κοπέλας και να την κάνει να ερωτευτει με το πιο άσχημο πλάσμα του κόσμου. Εκείνος οπως παντα συμφωνησενα βοηθήσει την μητέρα του. Στον κήπο της Αφροδίτης υπηρχαν δυο βρύσες, η μία με γλυκό πόσιμο νερό και η άλλη με πικρό νερό. Ο Έρως γέμισε δυο μεγάλα δοχεία το ένα από κάθε πηγη και πέταξε στο δωμάτιο της Ψυχης, την οποία βρήκε στον ύπνο. Ο Έρως έσταξε μερικές σταγόνες από το πικρό νερό στα χείλη της Ψυχής, έστω και αν το θεαμά της, τον συγκίνησε. Την άγγιξε στη συνεχεια με ένα απο τα βέλη του, με το πάτημα, εκείνη ξύπνησε και κοίταξε κατευθειάν προς το μέρος του Ερωτα (ο ιδιος ήταν αόρατος), αυτό ξάφνιασε τόσο πολυ τον Έρωτα που τραυματίστηκε στο πλευρό του με το δικό του βέλος.Τότε ο Έρωτας προσπάθησε να διορθώσει το κακό που είχε κάνει, ρίχνοντας το νερό της χαράς στα πλούσια μεταξένια μαλλιά της.

Περάσαν τα χρόνια και οι δύο μεγαλύτερες αδελφές της Ψυχης παντρεύτηκαν με πλουσιούς πριγκηπές και έφυγαν μακριά της. Οι νεαροι άντρες θαύμαζαν τη νεαρή παρθένα, αλλά κανείς δεν ενδιέφερε τη Ψυχη. Οι γονείς της, φοβούμενοι ότι η κόρη τους είχε καταραστεί από έναν από τους Θεούς, συμβουλεύτηκαν το μαντείο του Απολλωνα. Η απάντηση που πήραν επιβεβαίωσε τις υποψίες τους. Η κόρη τους είχε τεθεί κάτω από ένα ξόρκι και κανέναν θνητό δε θα μπορούσε να αγαπήσει ποτέ. Ο μέλλον συζηγός της, την περίμενε στην κορυφή του βουνού, ήταν ένα τέρας στο οποίο ουτε Θεός, ουτε θνητός μπορούσε να αντισταθεί. Οι γονείς της στεναχωρέθηκαν πολύ αλλά η Ψυχή έμεινε ήρεμη και παρακαλεσε τους γονείς της να τη πάνε στη κορυφή του βουνου, όπου την περίμενε η κακή μοιρα της. Την επόμενη ημέρα, οι γονείς οδήγησαν την όμορφη κόρη στη κορυφή του βουνού και επεστρεψάν με βαριά καρδιά στο σπίτι τους χωρίς την όμορφη κόρη τους.

Cupid and Psyche
Cupid and Psyche

Η Ψυχή στάθηκε στην άκρη του βουνού, φοβισμένη και τρόμαγμάνη, έτοιμη να βάλει τα κλάμματα. Τότε ο Ζέφυρος (ο Θεός του δυτικού ανέμου) την πήρε και την κατέβασε σε ένα πράσινο πανέμορφο λιβάδι. Η Ψυχή ξάπλωσε και κοιμήθηκε, όταν ξύπνησε και κοίταξε γύρω της, καταλάβε ότι σε ένα τόσο όμορφο μέρος ήταν αδύνατον να μένουν θνητοί παρα μόνο Θεός. Τότε είδε ένα παλάτι, το οποίο πλησίασε με χάρα και έκπληξη. Χρυσές κολώνες στηριζαν τη στέγη και τους τοίχους στόλιζαν γλυπτά και έργα ζωγραφικής τα οποία αιχμαλώτιζαν το μάτι του κάθε θεάτη. ΄Περπάτησε πιο μέσα στο παλάτι θαυμάζοντας τα πλούτη όταν άκουσε μια φωνή να της λεεί ότι πλεον του ανήκε. Ακόμη της είπε ότι οι άλλες φωνές που θα άκουγε ανήκαν στους υπηρέτες και ότι ένα δωμάτιο είχε ετοιμαστεί για να ξεκουραστεί, ένα μπάνιο για να πλυθεί και πως όταν πεινούσε να καθίσει στο τραπέζι να διατάξει ότι ήθελε να φάει. Όλα συνέβησαν όπως η φωνή είχε πει, το φαγητό ήταν πλούσιο, το κρασί της νεκταρ, η μουσική έπαιζε στο παρασκήνιο αλλά μουσικούς δεν μπορούσε να δεί. Είχε περάσει αρκετός καιρός μα ακόμα η Ψυχη δεν είχε δει το προσωπό του συζήγου της, ερχόταν στα σκοτεινά και έφευγε τα χαράματα, του ζητούσε να μείνει μαζί της και να την αφήσει να τον δει μα εκείνος δεν συμφωνούσε. Της έκανε όλα τα χαρτηριά προσπαθώντας να τη κάνει ευτιχισμένη, της ζήτησε να τον αγαπάει σαν ίσο προς αυτη και όχι σαν Θεό. Η Ψυχή ένιωθε μεγάλη μοναξιά γιατί ήταν μακριά από τους γονείς και τις αδελφές της. Το βράδυ, παρακάλεσε τον άντρα της να καλέσει τις μεγαλύτερες αδελφές της στο παλάτι για να μοιραστούν τα πλούτη μαζί της. Εκείνος απρόθυμα δέχτηκε. Την επόμενη ημερα έστειλε τον Ζέφυρο να φέρει τις δύο αδελφές της. Εκεινός τις έφερε στην κοιλάδα, τα κορίτσια αγκαλιάστηκαν με χαρά. Θαυμάζαν τα πλούτη της Ψυχης και της έκαναν πολλές ερωτήσεις σχετικά με τον συζηγό της. Η Ψυχη ομολόγησε ότι δεν είχε δεί ακόμα το προσωπό του συζήγου της.Οι αδελφές της Ψυχής της υπενθύμισαν ότι ο σύζυγός της έπρεπε να είναι ένα τέρας και πως μιά μέρα θα την έτρωγε ζωντανή. Της είπαν να πάρει ένα λυχνάρι και ένα μαχαίρι και να δεί το προσωπό του συζήγου της καθώς εκείνος κοιμόταν. Αν ήταν ένα τέρας θα έπρεπε να του κόψει το κεφάλι για να κερδίσει την ελευθερία της. Η Ψυχή υπάκουσε τις αδελφές της και όταν ο συζηγός της αποκοιμήθηκε άναψε το λυχνάρι και είδε ότι δεν ήταν ένα τέρας αλλά ένας όμορφος νεαρός Θεός με λευκό δέρμα σαν χιόνι και φτερά σε κάθε ώμο. Εκείνη έσκυψε να τον δει καλύτερα αλλά μιά σταγόνα καυτό λάδι έπεσε από το λυχνάρι στον ώμο του και τον ξύπνησε. Ο Έρως χωρίς να πεί ουτε μια λέξη σηκώθηκε και έφυγε πετώντας από το παράθυρο, εκείνη προσπάθησε να τον ακολουθήσει αλλά έπεσε στο έδαφος. Ο Έρως την είδε ξαπωμένη στο έδαφος και σταμάτησε και τη ρώτησε αν με αυτον τον τρόπο ξεχρέωνε την αγάπη και τη φροντίδα που της είχε προσφέρει. Αφήνοντας την Ψυχη ξαπωμένη στο εδαφος, πεταξε μακριά. Το παλάτι εξαφανίστηκε και βρισκόταν πλέον σε ένα χωράφι κοντά στο μέρος που έμεναν οι αδελφές της. όταν είπε στις αδελφές της την ιστορία της, αυτες έδειξαν λυπημένες ενώ μέσα τους χάρηκαν με τη σκέψη ότι ο Θεός θα επέλεγε μια από αυτες για γυναίκα του. Η Ψυχή περπατούσε μέρα, νυχτά χωρις νερό και χωρίς φαγητό ψαχνωντας τον άντρα που αγαπούσε. Έτσι βρέθηκε στην κορυφή ενός βουνού όπου υπηρχε ένας ναός. Η Ψυχή μπήκε μέσα στον ναό και είδε ότι ήταν γεμάτος από καλαμπόκι και σιτάρι και διάφορα αγροτικά εργαλεία, Η Ψυχή άρχισε να τακτοποίει τα πράγματα στον ναό. Ο ναός ανήκει στην Θεά Δήμητρα η οποία εμφανίστηκε ξαφνικά και έδειξε πολυ ευχαριστημένη με την Ψυχη. Η Θεά Δημητρά της είπε ότι γνώριζε την ιστορία της δυστηχίας της και τη συμβούλεψε να παραδώσει τον εαυτό της στην Θεά Αφροδίτη, ίσως τότε κερδίσει την συγχώρεση της και κέρδιζε ξανά τον συζηγό της. Η Ψυχή υπάκουσε τις εντολές της Θεάς Δήμητρας και ξεκίνησε το ταξίδι προς τον ναό της Αφροδίτης.

cupid and psyche in Greek mythology
cupid and psyche in Greek mythology

Η Αφροδίτη δέχτηκε με θυμό την Ψυχη, της είπε ότι ο γιός τηςήταν άρρωστος από μιά πλήγη που του είχε δημιουργήσει η ίδια αλλά αν ήθελε να κερδίσει τον άντρα της θα έπρεπε να τελείωσει τρείς αποστολές που θα της έδινε. Τη πήγε λοιπόν σε μιά αποθήκη όπου υπήρχαν σωροί από ανακατωμένα όσπρια. Η Αφροδίτη της είπε ότι μέχρο το σκοτάδι έπρεπε να ξεχωρίσει όλα τα όσπρια μεταξύ τους. Η Ψυχη ήταν πολύ κουρασμένη και η έλλειψη φαγητού και νέρου την έκαναν αδυναμη. Κάθησε και κοιτούσε τους σωρούς χωρίς να κουνηθεί καθόλου. Ο Έρος την παρακολοθούσε σιωπηλά, όταν είδε ότι δεν μπορούσε να αποτελειώσει την αποστολή έστειλε τα μυρμυγκια για να τη βοηθήσουν. Ξάφνικα εμφανιστηκαν μπροστα στα μάτια της Ψυχης εκατοντάδες μυρμηγκια τα οποία κουβαλούσαν τους κρόκκους και έφτιαχναν καινουργιούς τακτοποιήμενους σωρούς. Όταν επέστρεψε η Αφροδίτη κατάλαβε πως κάποιος βοήθησε την Ψυχη γιατί η απόστολη ήταν παρα πολυ δύσκολη. Έριξε λοιπον ένα κομμάτι παλιό ψωμι στην αποθήκη για να φαεί η Ψυχη και έφυγε. Το επόμενο πρωί επανεμφανίστηκε και έδωσε μια δεύτερη αποστολή στην Ψυχή. Η δευτερη αποστολή ήταν να ταξιδέψει η Ψυχη πέρα από τον ποταμό, όπου έβοσκαν άγρια πρόβατα χωρίς βοσκό, τα πρόβατα αυτά είχαν χρυσό τρίχωμα και η Αφροδίτη ήθελε ένα κομμάτι από το τρίχωμα τους. Η Ψυχη ξεκίνησα αμέσως για τον ποταμό, εκεί βρήκε τον Θεό του ποτάμου, ο οποίος της είπε πως τα πρόβατα αυτά ήταν θανατηφόρα και έτσι τη βοήθησε ο ίδιος να αποτελειώσει την αποστολή της. Έτσι όταν η Ψυχή επέστρεψε με τα χέρια της γεμάτα από το Χρυσόμαλλο Δέρας. Η Αφροδίτη κατάλαβε ότι πάλι ένας Θεός τη βοήθησε και της έδωσε και τρίτη αποστολή. Η τρίτη αποστολή ήταν να επισκεφτεί η Ψυχή την Θεά Περσιφωνη και να γεμίσει ένα κουτι απο την όμορφιά της Θεάς. Η Αφροδίτη χρειαζόταν την ομορφιά πριν σκοτεινιάσει ώστε να μπορούσε να βάψει το προσωπό της και να πάει στη μεγαλή συγκέτρωση των Θεών που θα γινόταν εκείνο το βράδυ.Όταν η Ψυχή άρχισε τον επικύνδινο δρόμο προς το σπίτι της Θεάς Περσιφώνης, άκουσε μια φωνή από το πουθενά να της λεει πως εάν περπατούσε μέσα από μια σπηλιά ώστε να αποφύγει το θανάσιμο σκύλι το οποίο είχε τρία κεφάλια θα τελειώνε την τρίτη αποστολή με ασφαλεία απλά δεν έπρεπε να ανοίξει το κουτί που θα της έδινε η Θεά Περσιφώνη. Η Ψυχή όμως αφού πήρε το κουτί που κρατούσε την ομορφιά ήθελε να βάλει λίγο επάνω στο προσωπό της για να συναντήσει τον άντρα που αγαπούσε. Όταν άνοιξε το κουτι, σοκαρίστηκε γιατί αντί για πουδρά, υπηρχε μιά σχόνη που ανέβηκε αμέσως στο προσωπό της και την πήρε ο ύπνος επι τόπου, έπεσε κάτω στη μέση του δρόμου, ένα νυσταλέο σώμα χωρίς νόημα ήκίνηση.
Ο Έρως, ο οποίος είχε πιά γιατρευτεί, έψαχνε για την αγαπημένη του. όταν την βρήκε να κοιμάται στον δρόμο, τη τσίμπησε με ένα από τα βέλη του και τη ξύπνησε. Της είπε να επιστρέψει τοκουτί στη μητέρα του και θα αναλάβουμε εκείνος τα υπόλοιπα. Στη συνέχεια, ο Έρως, γρήγορος σαν τον κεραυνό, παρουσίασε ο ίδιος μπροστά από τον Δία και τον παρακάλεσε να τον βοήθησει να αλλάξει τη γνώμη της μητέρας του. Ο Διάς κατάφερε την Αφροδίτη να δεχτεί ως νύφη της την όμορφη Ψυχη, στη συνέχεια ο Δίας κάλεσε την Ψυχή στη μεγάλη συνάντηση των Θεών και της έδωσε ένα φλυτζάνι αμβροσία και την έκανε αθανατή. Ο Έρως και η Ψυχή απέκτησαν μιά κόρη που την ονομάσαν Χαρά.

ΠΥΡΑΜΟΣ ΚΑΙ ΘΙΣΒΗ

Pyramus and Thesbe, Greek mythology
Pyramus and Thesbe, Greek mythology

Ο καρπός της μουριάς σήμερα έχει κόκκινο χρώμα αντί του αρχικού λευκό χρώμα τους, ο λόγος είναι ο θάνατος των δύο νεαρών εραστών κάτω από το θάμνο. ο Πύραμος ήταν το πιο όμορφο παλικάρι της νεολαίας στην Βαβυλώνα και η Θίσβη, μία από τις ωραιότερεςνεαρές κοπέλες της Ανατολής. Τα δύο παιδιά μεγάλωσαν σε ένα σπίτι που υπήρχε μόνο ένα δωμάτιο που τους χώριζε. Με τα χρόνια, ερωτεύτηκαν μεταξύ τους, όταν το έμαθαν οι γονείς τους, τους απαγόρεψαν τον γάμο μα δεν τους άφηναν καν να βρίσκονται Συνέχισαν τα παιδιά να αγαπιούνται και αντάλλαζαν λόγια αγάπης μέσα από μια τρύπα στον τοίχο, ώσπου μια μέρα συμφώνησαν να το σκάσουν μαζί, ο Πύραμος έδωσε στη Θίσβη τη θέσηπου θα συναντιότουσαν και το συμφωνήσαν.
Η Θίσβη έφτασε πρώτα στη μουριάπου υπήρχε έξω από την πόλη, αλλά όπως περίμενε τον Πύραμο εμφανίστηκε ένα λιοντάρι με τα σαγόνια της, καλυμμένο από αίμα από κάποιο άλλο ζωόν που είχε σκοτώσει το λιοντάρι προηγουμένως. Η Θίσβη, φοβήθηκε όταν είδε το λιοντάρι και έτρεξε να κρυφτεί σε μία κοντινή σπηλιά. Μόλις έφτασε ο Πύραμος στη μουριά, είδε το μαντήλι που είχε πέσει από το φόρεμα της Θισβής και υστερά είδε τα αίματα κάτω στο έδαφος. Σκέφτηκε πως το λιοντάρι που βρισκόταν στη περιοχή είχε σκοτωσει την αγαπημένη του και έτσι έβγαλε το σπαθί του και μαχαίρωσε τον εαυτό του. Η Θίσβη, στη συνέχεια, επέστρεψε στη θέση που περίμενε τον Πύραμο και τον βρήκε ξαπλωμένο στο εδαφος κάτω από την μουριά, έβγαλε το σπαθί από το στήθος του αγαπημένου της και αυτοκτόνησε δίπλα του με το ίδιο σπαθί. Εκεί κάτω από τη μουριά βρεθηκαν πεθαμένοι οι δυο ερωτευμένοι νεαροί.

ΟΡΦΕΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΥΔΙΚΗ

Ο Ορφέας ήταν ένας από τους καλύτερους μουσικούς που έζησαν ποτέ. Με μία νότα που θα τραγουδούσε, ή μια νότα αν έπαιζε στην λύρα του και όλα τα άγρια ζώα θα σέρνότουσαν από πίσω του, τα δέντρα θα σχίζαν τις ρίζες τους για να βρεθούν πιο κοντά του. Είχε περισσότερη ενέργεια από οποιοδήποτε άλλο θνητό επειδή ήταν ο γιος της Μούσας Καλλιόπης. Ζούσε μια ήσυχη ζωή μέχρι που συνάντησε την Ευρυδίκη, με την οποία έπεσε τρελά ερωτευμένος. ΗΘεά Αρισταίου είδε την ομορφιά της Ευρυδίκης και την ζήλεψε. Εκείνη δεν νοιάζονται για την αγάπη τους και έτσι έστειλε ένα δηλητηριώδες φίδι πίσω από την Ευρυδίκη. Το φίδι δάγκωσε τη νεαρή κοπέλα και την σκότωσε ακαριαία. Ο Ορφέας ήταν απαρηγόρητος. η θλίψη του ήταν πικρή και έτσι αποφάσισε να αναλάβει δράση. Με τη λύρα του κατέβηκε στον Άδη. Ενας συνηθισμένος θνητός θα συναντούσε πολλές δυσκολίες για την επίτευξη του υποκόσμου, αλλά ακόμη και ο Κέρβερος, ο σκύλος με τρία κεφάλια ο οποίος φυλούσε τον κάτω κόσμο μαγεύτηκε από τον ήχο της μουσικής του Ορφέα και τον άφησε να περάσει. Συναντήθηκε με τον Άδη και την Περσεφόνη και τους είπε θλιβερή ιστορία του. Ήταν τόσο συγκινημένοι οι δύο μεγάλοι Θεοί από την ιστορία του, που τον οδήγησαν στην Ευρυδίκη – του έδωσαν την ευκαιρία να κερδίσει την αγάπη του πίσω. Εκείνη θα τον ακολουθούσε έξω από τον υπόκοσμο χωρίς να γυρίζει πίσω για να τον δει μέχρι που θα φτάναν στο φως του ήλιου, μόνο τότε θα αλλάζε από μια σκιά σε έναν θνητό και πάλι. Αν κοίταξε πίσω της έστω μια φορά θα χανότουσαν για πάντα. Ο Ορφέας συμφώνησε και χάρηκε. Γύρισε και άφησε τη σκοτεινή αίθουσα του κάτω κόσμου και καθώς περπατούσε άκουγε προσεκτικά για βήματά της πίσω του, αλλά μια σκιά δεν κάνει ήχο. Όσο πιο κοντά έφτανε στο φως του ήλιου τόσο πίστευε ότι οι Θεοί τον είχαν παρασυρεί ώστε βγεί από τον υπόκοσμο. Μόνο μερικά μέτρα μακριά από το φως του ήλιου στράφηκε πίσω. Είδε την Ευρυδίκη, αλλά μόνο για ένα δευτερόλεπτο, καθώς η σκιά της τραβιόταν προς τα πίσω, μεταξύ των άλλων νεκρών ανθρώπων. Ο Ορφέας προσπάθησε να επιστρέψει στο στον κάτω κόσμο και να τη πάρει πίσω, αλλά κανείς δεν μπορούσε να εισέλθει στον κάτω κόσμο δυο φορές.Υπάρχουν μερικές διαφορετικές ιστορίες για το θάνατό του, αλλά λένε πώς είχε σκιστεί στα δύο από ένα άγνωστο ζώο. Οι Μούσες θρήνησε το θάνατο του γιου τους και έσωσε το κεφάλι του, ώστε να τους τραγουδάει για πάντα.

Ο ΚΗΥΞ ΚΑΙ Η ΑΛΚΥΟΝΗ

Η Αλκυόνη ήταν η κόρη του Αιόλου, του θεού των ανέμων. Ήταν η αγαπημένη σύζυγος του Κηυξ, του βασιλιά της Trachis. Ceyx κυβέρνησε το βασίλειό του με δικαιοσύνη και ειρήνη. Αλκυόνα και Ceyx ήταν θαύμαζα από θεοί και θνητοί όσο για τη μεγάλη φυσική ομορφιά τους, καθώς και τη μεγάλη αγάπη που είχε για τον άλλον. Ήταν τόσο ευτυχισμένη με το γάμο τους, που χρησιμοποίησαν για να καλούν συχνά παιχνιδιάρικα το ένα το άλλο Δία και της Ήρας. Αυτό ενόχλησε ο αρχηγός των θεών, που θεώρησε προσβολή. Δίας περίμενε την κατάλληλη στιγμή για να τιμωρήσουν το αγαπημένο ζευγάρι που τόλμησε να τους συγκρίνει με τους Θεούς.
Ceyx ήταν ακόμα στον πόνο για το θάνατο του αδελφού του και προβληματίζονται από κάποια δυσοίωνα σημάδια που είχαν παρατηρηθεί. Έτσι, αποφάσισε να ταξιδέψει για να συμβουλευτούν το μαντείο του Απόλλωνα στο Carlos στην Ιωνία. Αλκυόνη, ωστόσο, προσπάθησε να πείσει τον σύζυγό της να μην ταξιδέψουν μέσα από τις επικίνδυνες θάλασσες να συμβουλεύεται το μαντείο. Ήξερε τον κίνδυνο από τη μανία των ανέμων που ακόμα και ο πατέρας της, ο Θεός των ανέμων, δεν θα μπορούσε πάντα να ελέγχονται: ικέτευσε τον σύζυγό της να την πάρει μαζί του. Αλλά Ceyx δεν θα έθετε την αγαπημένη του γυναίκα μέσα από αυτό το είδος του κινδύνου. Αλκυόνη παρακολουθούσε από μακριά, με ένα κακό προαίσθημα, όπως το πλοίο που μετέφερε ο σύζυγός της ήταν να πάρει μακριά από το λιμάνι.
Ο Δίας, ο προϊστάμενος θεός, αποφάσισαν ότι αυτό ήταν μια κατάλληλη στιγμή για να τιμωρήσει το ζευγάρι για ασέβεια τους. Έριξε έναν κεραυνό που έθεσε έναν εξαγριωμένο καταιγίδα θα βυθιζόταν πλοίου, το οποίο άρχισε να βυθίζεται. Ceyx συνειδητοποίησε ότι το τέλος είχε έρθει γι ‘αυτόν και, πριν από την πήρε πνίγηκε, προσευχόταν στους Θεούς για το σώμα του για να είναι ξεβράστηκαν ούτως ώστε να μπορέσει αγαπημένη Αλκυόνη του να εκτελέσει τις νεκρικές ιεροτελεστίες. Όπως Ceyx πνοή την τελευταία του πνοή, ο πατέρας Esophorous του, το αστέρι το πρωί, παρακολουθούσε ανήμπορος, κρύβοντας το πρόσωπό του με τα σύννεφα, ήταν ανίκανος να αφήσει τον ουρανό και τη διάσωση του γιου του.
Αλκυόνη περίμενε το σύζυγό της να επιστρέψει, προσευχήθηκε στους θεούς κάθε μέρα γι ‘αυτόν να είναι ασφαλής. Όταν ο Μορφέας που της έλεγε για το ναυάγιο του πλοίου έτρεξε προς την ακτή και είδε ένα σώμα που ξεβράστηκαν, μετά την εκτέλεση την τελευταία μετάληψη, συνειδητοποίησε ότι δεν μπορούσε να ζήσει χωρίς την αγαπημένη σύζυγό της, ώστε η ίδια πνίγηκε στην ίδια θάλασσα που είχε λάβει τηνσυζύγους ζωή μακριά. Οι Θεοί του Ολύμπου είχαν επηρεαστεί από την τύχη αυτής της αγάπης ζευγάρι και εκτός του Δία, ντροπή γύρισε το σώμα τους σε όμορφα πουλιά Halcyon αλκυόνα.
Η φράση «αλκυονίδες ημέρες» οφείλει την ύπαρξή του σε αυτό το όμορφο μύθο της Αλκυόνας και Ceyx.Σύμφωνα με το μύθο, εδώ και τρεις εβδομάδες κάθε Ιανουάριο, τον Αίολο, ο πατέρας της Αλκυόνης, ηρεμεί τους ανέμους και τα κύματα, έτσι ώστε Αλκυόνης, με τη μορφή ενός πουλιού αλκυόνας, μπορεί να χτίσει με ασφάλεια φωλιά της στην παραλία και να γεννήσουν τα αυγά της.

Πυγμαλίων και Γαλάτεια

Ο ταλαντούχος νεαρός γλύπτης από Κύπρος ήταν μια πραγματική μισογύνης. Ορκίστηκε ποτέ να μην παντρευτεί και δεν προσπάθησε να κρύψει το μίσος του για όλες τις γυναίκες. Μια μέρα δημιούργησε μια μαύρη άγαλμα ελεφαντόδοντου από μια γυναίκα, η δημιουργία του ήταν τόσο εντυπωσιακό το γεγονός ότι δεν πραγματική γυναίκα ήρθε κοντά. Το άγαλμα ήταν τέλειο για Pygmalion γιατί έκανε ό, τι δεν ζουν γυναίκα θα μπορούσε να κάνει, ήταν ήσυχη, δεν προκαλεί σάλο Επίσης, δεν υποστηρίζουν έτσι ώστε να ταιριάζουν απόλυτα στη ζωή Πυγμαλίων του. Ονόμασε τη δημιουργία Γαλάτεια του και δεν συνειδητοποιούν τόσο σύντομα έπεσε βαθιά ερωτευμένος με τον ανδριάντα του.
Φρόντιζε το άγαλμά του με αγάπη και φροντίδα. Κάθε μέρα θα την ντύσει, να ταΐσει της, βλέμμα σε στα μάτια και την ομιλία της, την έβαλε στο κρεβάτι και να χαλάσει της, σαν να ζούσε και την αναπνοή, ήσυχα δέχεται την αγάπη του.
Μια Pygmalion ημέρες παρακολούθησαν το ετήσιο φεστιβάλ της Αφροδίτης η οποία πραγματοποιήθηκε στη Κύπρος, αφού έκανε την προσφορά του στο βωμό, με ρώτησε ευγενικά τη θεά να του δώσει μια σύζυγο ως τέλεια, όπως τη δημιουργία του. Η φωτιά στον βωμό διευρυμένη δείχνει ένα σημάδι ότι θα μπορούσε των άκουσε την προσευχή του. Επέστρεψε στο σπίτι μετά το φεστιβάλ να ασχοληθούν με τη Γαλάτεια, που έσκυψε να φιλήσει τα χείλη ελεφαντόδοντο της, συνειδητοποίησε ότι τα χείλη της δεν ήταν πλέον ψυχρή και σκληρή, αλλά μαλακό και απαλό. Τότε συνειδητοποίησε ότι η Αφροδίτη είχε χορηγήσει την επιθυμία του και Γαλάτεια, αγαπημένη άγαλμα του είχε έρθει στη ζωή. Τα μάτια τους συναντήθηκαν και οι δύο είδε στιγμιαία αγάπη για πρώτη φορά.

Baucis ΚΑΙ ΙΩΑΝΝΗΣ

Μια μέρα δύο από τους Θεούς κατέβηκε στη γη μεταμφιεσμένος ως θνητοί, που περπάτησε γύρω από την περιοχή όπου μια παλιά κακή ζευγάρι Φιλήμων και Baucis έζησε. Θα χτύπησε πολλές πόρτες ζητώντας φιλοξενία, αλλά κανείς δεν αποδέχθηκε τους μέχρι να χτύπησε την πόρτα του παλαιού ζεύγους. Μπήκαν σε ένα παλιό εξοχικό, η οροφή ήταν φτιαγμένα από άχυρο και καλάμια από ένα κοντινό έλος, το παλιό ζευγάρι είχε παντρευτεί από τα νεανικά τους σε αυτό το εξοχικό σπίτι και είχε γεράσει μαζί.
φτώχεια τους δεν τους σταματήσουν για να προσφέρουν φιλοξενία στους επισκέπτες. Καθορίζουν τους ένα κρεβάτι από ξερά χόρτα, ούτως ώστε αυτά να ξεκουραστούν και να ανάβει το τζάκι άρχισαν να προετοιμάσει ένα γεύμα για αυτά τα άγνωστα άτομα, το γεύμα αποτελείται από ελιές, μούρα, καρύδια, ραπανάκια, τα αυγά, το τυρί κρέμα και το σπίτι τους, γίνονται κρασί. Όπως το παλιό ζευγάρι σερβίρεται το γεύμα συνειδητοποίησαν ότι κάθε φορά που το κύπελλο του κρασιού είχε αποξηρανθεί, η ίδια αναπληρώνονται και το ίδιο έκανε στο μπολ με μούρα ελιές και τα καρύδια. Αισθάνθηκαν φοβούνται για το τι ήταν μάρτυρες, και φοβούμενος τη δύναμη των επισκεπτών τους, αποφάσισαν τη σφαγή μοναδική τους χήνας. Ήταν παλιά και φοβήθηκαν ότι δεν θα είναι σε θέση να πιάσει τη χήνα, τέλος, το πουλί έφυγε για το καταφύγιο στους θεούς τους. Στη συνέχεια, οι Θεοί ανακοίνωσε στο παλιό ζευγάρι που ζούσε σε μια γειτονιά κακό και ότι όλα, εκτός για τους εαυτούς τους πρέπει να τιμωρείται. Με αυτά τα λόγια, οι Θεοί πέταξε το παλιό ζευγάρι στην κορυφή ενός ψηλού βουνού, όπως το ζεύγος κοίταξε κάτω, είδαν το σύνολο εξοχή πλημμυρίσει με νερό, αλλά το δικό μικρό εξοχικό σπίτι τους παρέμενε. Ήταν σε δάκρυα καθώς νόμιζαν αυτής της φοβερής τραγωδίας που είχε έρθει επάνω τους γείτονές τους. Ενώ έκλαψε, οι Θεοί άλλαξε μικρό φτωχό εξοχικό σπίτι τους σε ένα πλούσιο ναό του ξύλινου υποστηρίζει έγινε μαρμάρινες κολόνες και την οροφή άχυρο ήταν τώρα μια χρυσή στέγη. Στη συνέχεια, οι θεοί ζήτησε από το παλιό ζευγάρι να κάνει μια ευχή, το παλιό ζευγάρι επιθυμούσε να ιερέων στο ναό και προσευχήθηκε να πεθάνει μαζί, Φιλήμων ζήτησε ποτέ να δει τον τάφο της γυναίκας του ούτε να ταφεί, η ίδια. Οι Θεοί που χορηγήθηκαν τις επιθυμίες τους και το παλιό ζευγάρι περάσει πολλά χρόνια φρουρώντας το ναό, και μόλις ήρθε η ώρα να πω αντίο σε ένα άλλο, μετατράπηκαν σε δέντρα, στέκεται κοντά μεταξύ τους και να αυξάνεται από ένα διπλό κορμό.

Ενδυμίωνας

Μερικοί λένε ότι Ενδυμίων ήταν βοσκός, άλλοι λένε ότι ήταν ένας βασιλιάς και άλλοι λένε ότι ήταν ένας κυνηγός. Γεννήθηκε στη Θεσσαλία και ήταν γιος του Δία ο ίδιος ή Aethlius. Η μητέρα του ήταν η νύμφη Calyce.
Όπως ο ίδιος κυνήγι μίας ημέρας, η θεά του φεγγαριού τον είδε και μαγεύτηκε από την ομορφιά του.Λυπούμαστε ότι ήταν θνητός και αυτή μια Θεά που τον βάλουν σε ένα αιώνιο ύπνο, έτσι ώστε θα έπρεπε να έχει στη συνέχεια την αιώνια νεότητα. Πέρασε χρόνο της επίσκεψη και αναζητούν πάνω από το όμορφο Ενδυμίωνα ο οποίος δεν ήταν νεκρός, αλλά κοιμάται.

ΔΑΦΝΗ

Δάφνη ήταν μια άλλη όμορφη αγάπη και το γάμο μισώντας κοριτσιού – τους οποίους τόσο συχνά ανταποκρίνονται στη μυθολογία. Λέγεται ότι ήταν πρώτη αγάπη του Απόλλωνα, αλλά έτρεξε μακριά από αυτόν. Ο Απόλλωνας ήταν μια μεγάλη τοξότης αλλά μερικές φορές ήταν λίγο πολύ πλήρες για τον εαυτό του, μια μέρα είδε τον Έρωτα (Έρως), ο γιος της Αφροδίτης, ο Έρως ήταν επίσης μια μεγάλη τοξότης, τα βέλη του ήταν γνωστή για τη ρίψη στροφές της αγάπης σε ένα άτομο καρδιά. Απόλλων προσβεβλημένος μικρά Έρωτα για τις ικανότητές του ως τοξότης. Eros θυμωμένος με την προσβολή του Απόλλωνα πυροβόλησε δύο τόξα, ένα βουτηγμένο σε χρυσό και το δεύτερο βουτηγμένο σε μόλυβδο. Το βέλος βουτηγμένο σε χρυσό χτύπησε ο Απόλλωνας, αλλά το βέλος βουτηγμένο σε μόλυβδο χτύπησε Δάφνη που περνούσε από εκείνη την εποχή. Το βέλος βουτηγμένο σε μόλυβδο, θα κάνει το πρόσωπο που ποτέ δεν χτύπησε έχουν την επιθυμία να αγαπήσει κανείς από το αντίθετο φύλο. Απόλλων κυνήγησε τη κοριτσιού, αλλά έτρεξε από τον ασταμάτητα. Όταν έχεις κουραστεί από τον κυνηγούν ρώτησε τον πατέρα της, τον Πηνειό, ο Θεός του ποταμού για να την βοηθήσει. Πηνειός λυπήθηκε την κόρη του και να μετατραπεί της σε μια δάφνη δέντρο. Απόλλωνας συνέχισαν να λατρεύουν την δάφνη δέντρο, και μέχρι σήμερα η δάφνη δέντρο είναι ένα σύμβολο του θεού Απόλλωνα.

Αλφειού ΚΑΙ Arethusa

Αρέθουσα ήταν ακόμη κοριτσιού που σιχαινόταν αγάπη και ότι ορκίστηκε ότι ποτέ δεν θα παντρευτεί.Μια μέρα, ήταν έξω το κυνήγι και όταν βαρέθηκε την καταδίωξη, ήρθε σε μια κρυστάλλινη ποτάμι, αυτή γδυθεί και να λούζεται από τα ήρεμα νερά. Ενώ κολυμπούσε πέρα δώθε, αισθάνθηκε κάτι παρακάτω, της στο νερό. Πήδηξε από το ποτάμι και στάθηκε στην τράπεζα, στη συνέχεια, άκουσε μια φωνή, τη ρώτησε γιατί είχε τρέξει μακριά. Χωρίς κοιτώντας πίσω, έφυγε στη φρίκη και την ταχύτερη έτρεξε, θα μπορούσε να αισθανθεί ακόμα αυτό το πράγμα πίσω της. Επιτέλους θα μπορούσε να τρέξει πια – έτσι σταμάτησε και αντιμετώπισε ο «θεός», ο οποίος εξήγησε ότι το όνομά του Αλφειού και ήταν ο Θεός της Rriver – ήταν μόνο μετά από την αγάπη. Επέμεινε ότι ήθελε τίποτα να κάνει με αυτόν, αλλά εκείνος συνέχισε να την ακολουθήσω. Αρέθουσα, στη συνέχεια, κάλεσε στο Θεό Άρτεμις της για βοήθεια. Άρτεμις μετατραπεί Arethusa σε μια πηγή με νερό. Αρέθουσα βύθισε κάτω και εμφανίστηκε στο Ορτυγία, ο τόπος στον οποίο άνοιξη της φυσαλίδες ακόμα επάνω σε ιερό έδαφος, ιερό στην Άρτεμη. Λέγεται ότι δεν είναι ακόμα εντελώς δωρεάν από Αλφειού, όπως ο ίδιος μετατράπηκαν εκ νέου σε ένα ποτάμι, και τώρα ανακατεύει το νερό του με το δικό της στο συντριβάνι. Λέγεται επίσης ότι εάν μια ξύλινη σανίδα ρίχνεται στο Αλφειού (το όνομά του από Αλφειού) στην Ελλάδα, ότι θα εμφανιστεί ξανά στην άνοιξη Arethusa στη Σικελία.

8. Ο Ιάσωνας και οι αργοναύτες

Η αναζήτηση του Χρυσόμαλλου Δέρατος είναι επίσης γνωστή ως o Ιάσονας και οι Αργοναύτες.

The golden fleece in Greek mythology
The golden fleece in Greek mythology

Όταν ο Φρίξος θυσίασε το κρίαρι με το χρυσομάλλο δέρας στον Δία, ο πατέρας των Θεών, πήρε το τομάρι του ζώου και το κρέμασε σε μιά βελανιδία σε ένα ιερό δάσος του Άδη. Από τότε πολλοί προσπάθησαν να ανακαλύψουν και να πάρουν το χρυσομάλλο δέρας αλλά μονο ένας κατάφερε να το πάρει ο Ιάσωνας ο ατρόμητος αρχηγός των αργοναυτών. Η Νεφέλη είχε παντρευτει τον βασιλιά του Ορχόμενου Αθάμαντα και απέκτησε μαζί του δυο παιδιά, τον Φρίξο και την Έλλη, έπειτα από λίγο καιρό όμως ο βασιλιάς εγκατέλειψε την πρώτη του γυναίκα και παντρευτηκε την Ινω, μια μοσχερή και κακιά πριγκήπισσα. Η Ινώ ζήλευε τα παιδιά του Αθάμαντα και προσπαθούσε να απαλλαγεί από αυτά, έτσι λοιπόν έβαλε σε εφαρμογή το εξής σχέδιο. Σε μιά γιορτή που ήταν συγκεντρωμένες όλες οι γυναίκες τις έπεισε να φουρνήσουν τους σπόρους για να έχον καλύτερη σοδειά, όπως ήταν φυσικό, κανένας σπόρος δεν βλάστησε, μπροστά στην γενική ακαρπεία, ο Αθάμας έστειλε ανθρώπους στο μαντείο να του πούν τον λόγο αυτης της καταστροφής, οι απεσταλλμένοι όμως ήταν άνθρωποι της Ινώς και όταν επέστρεψαν είπαν στον βασιλιά ότι για να ξανά καρπίσει η γή, έπρεπε να θυσιάσει τα δυο παιδιά του, τον Φρίξο και την Έλλη. Ο βασιλιάς μπροστά στο ενδεχόμενο γενικού λιμού, αποφάσισε να θυσιάσει τα παιδιά του, ευτηχώς η Νεφέλη που έβλεπε τα πάντα από τον ουρανό, έπεισε την Ήρα να την βοηθήσει για να σώσει τα παιδιά της. Η σύζηγος του Δία, έστειλε στη γή ένα τεράστιο κριάρι με ολόχρυσο τρίχωμα, το κριάρι πήρε στη ράχη του τα δυο παιδιά για να τα πάει σε ασφαλές μέρος. Με τα δυο παιδιά στη ράχη του, το κριάρι πέταξε προς την Κολχίδα (μια περιοχή της Μικράς Ασίας). Καθώς όμως πετούσαν πάνω από το στενό θαλάσσιο περασμα που χωρίζει την Ευρώπη από την Μικρά Ασία, η Έλλη έχασε την ισοροπία της και έπεσε στο κενό, από τότε το πέρασμα αυτό ονομάζεται Ελλήσπονδος, για να θυμίζει το θάνατο του μικρού κοριτσιού. Ο Φρίξος έφτασε στον προόρισμό του σωός και αβλαβής. Ο βασιλιάς Αιήτης, ο ηγεμόνας της Αίας, καλοδέχτηκε το παιδί. Για να ευχαριστήσει τους θεούς που του είχαν σώσει την ζωή, ο Φρίξος θυσίασε το χρυσομάλλο κριαρι στον Δία, τον προστάτη των φυγάδων. Το χρυσομάλλο δέρας το τομάρι δηλαδή του ζώου, κρεμάστηκε από μια βελανιδιά σε ένα ιερό δάσος του Άδη και φυλακάς του ορίστηκε ένας τρομακτικός δρακοντας.

Greek mythology
Greek mythology

Ο ΝΕΑΡΟΣ ΙΑΣΩΝΑΣ
Το χρυσομάλλο δέρας έγινε πολυ γρήγορα θρύλος. Κανείς δεν ήξερε ακριβώς που βρισκόταν, αλλά πολλοι προσπάθησαν να το βρούν. Ένας από τους πολλούς ήταν ο νεαρος Ιασονάς. Γίος του Αίσονα, του βασιλιά της Ιωλκού, ο Ιασωνας απομακρύνθηκε από την οικογενειά του στην πιο τρυφερή ηλικία. Ήταν ακόμα πολύ μικρός όταν ο πατέρας του εκθρονίστηκε από τον αδελφό του τον Πελία και για να του σώσει την ζώη, τον εμπιστεύτηκε στον Κένταυρο Χείρωνα. Όπως όλοι οι κένταύροι, ο Χειρώνας ήταν από τη μέση και πάνω άνθρωπος και από τη μέση και κάτω άλογο. Αντίθετα όμως από τους Κενταύρους, που ήταν βάρβαροι και άξεστοι, εκείνος ήταν συνετός και σοφός. Γνώριζε μουσική, ιατρική, αστρονομία και παρά τον ήπιο χαρακτήρα του ήταν δείνος πολεμιστής. Ο Χείρωνας, που είχε ήδη διδάξει πολλούς ήρωες, όπως το γενναίο Ηρακλή, μεγάλωσε το μικρό Ιασωνά με πατρική στοργή.
Ο Ιάσονας είχε μόλις γίνει είκοσι χρονών όταν πληροφορήθηκε πως ο θείος του, ο Πελίας, α σφετεριστής του πατρικού θρόνου, διοργάνωνε αθλητικους αγώνες προς τιμην του θεού Ποσειδώνα. Ποτέ άλλοτε δεν του είχε δοθεί μια τόσο καλη ευκαιρία να επιστρέψει στην πατρίδα του, την Ιωλκό !
<< Θα πάρω μέρος στους αγώνες και θα αναγκάσω τον Πελία να με αναγνωρίσει ως γιό του Αίσονα και μόνο νόμιμο διάδοχο του θρόνου>> ανακοίνωσε στον δάσκαλο του.
Πριν φύγει για την Ιωλκο, φόρεσε το δέρμα ενός πάνθηρα που είχε πιάσει ο ίδιος και για όπλα πήρε δυο δόρατα.
Στον δρόμο για την γενέτειρα του, ο νεαρός Ιασονας χρειάστηκε να διασχίσει ένα ποτάμι και, καθώς περπατούσε μέσα στα νερά, έχασε το ένα του σανδάλι. Όμως αυτό δεν τον εμπόδισε να συνεχίσει τον δρόμο του, να φτάσει στην Ιωλκό και να παρουσιάστει, σίγουρος για τον εαυτό του, μπροστά στον βασιλιά.
Η ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΟΥ ΙΑΣΟΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΛΙΑ
Η υποδοχη που του έκανε ο Πελίας ήταν κατα περίεργο τρόπο καλή. Μόλις ο βασιλιάς αντίκρισε τον Ιάσονα, κατάλαβε πως θα ήταν περιττό να πάει κόντρα στον πεπρωμένο. Αρκετά χρόνια πριν, το μαντείο των Δελφών τον είχε προιδοποιήσει για ένα μονοσάνδαλο άντρα που θα ερχόταν στο παλάτι και θα παρουσιαζόταν μπροστά του. Μόλις, λοιπόν είδε το νεαρό αγόρι, κατάλαβε πως ο μονοσάνδαλος άντρας για τον οποίο μιλούσε ο χρησμός ήταν ο Ιάσονας.
<<Ξέρω πως έχεις ερθεί να διεδοικήσεις αυτά που δικαιωματικά σου ανήκουν>> του είπε ο Πελίας χαμογελαστός. Όμως πρίν σου παραδώσω τον θρόνο, θα πρέπει να μου αποδείξεις ότι είσαι πραγματικά γενναίος, θα πρέπει λοιπόν να μου φέρεις το χρυσομάλλο δέρας. Για το ταξίδι σου θα αναθέσω εγώ στον καλύτερο τεχνίτη να καασκευάσει ένα πανέμορφο πλοίο. Ο Ιασόνας δέχτηκε αμέσως, ζήτησε όμως από τον βασιλιά να ορκιστεί στο όνομα των Θεών ότι θα κράτησει τον λόγο του. Ο Πελίας πιστεύοντας ότι ο Ιάσονας θα χανόταν στο ταξίδι, έδωσε τον λόγο του.
ΤΟ ΠΛΟΙΟ ΑΡΓΩ ΚΑΙ ΟΙ ΑΡΓΟΝΑΥΤΕΣ
Το πλοίο του Ιάσονα, το σχεδίασε και το κατασκεύασε ο Άργος, ο γιός του Φρίξου και το ονόμασε Αργώ, ενώ όλες τις εργασίες τις επέβλεπε η θεά Αθηνά. Για την ξυλεία που χρειάστηκε, ο Άργος χρησιμοποίησε τα πιο καλά και πολύτιμα δέντρα: μερικα πεύκα από το Πήλιο και αρκετές από τις βελανιδιές με την ανθρώπινη μιλιά, τα γερά δέντρα του Δία που φυτρώνουν μόνο στη Δοδώνη. Έτσι η Αργώ, εκτός από το ότι ήταν ευκίνητο και γρήγορο πλοίο, είχε επιπλέον το χάρισμα της ομιλίας. Το πλήρωμα του πλοίου αποτελούταν από πενήντα χειροδύναμους κωπηλάτες, ενώ στο πλαί του Ιάσονα, έτρεξαν ένα σωρό φημισμένοι και τιμημένοι ήρωες, από τον Ηρακλή και τον Θησέα μέχρι τον Ορφέα, τον Κάστορα και τον Πολυδεύκη. Μια μέρα πριν από την αναχώρηση τους, ο Ιάσονας έκανε όλες τις πρέπουσες θυσίες στον Απολλώνα, ενώ ο Ορφέας με την μελωδική φωνή του και την γλυκιά μουσική της ήρας του, τραγούδησε έναν ύμνο για να εξευμενίσει τους Θεούς. Έτσι ξεκίνησε από τις Παγασές, λιμάνι της Θεσσαλίας η αργοναυτική εκστρατεία. Ένα ταξίδι γεμάτο περιπετεια, παράξενες συναντήσεις και ηρωικά κατορθώματα.

Greek mythology
Greek mythology

ΣΤΟ ΝΗΣΙ ΤΗΣ ΛΗΜΝΟΥ
Ως πρώτο σταθμό τους, οι αργοναύτες επέλεξαν το νησί της Λήμνου, οι φιλόδοξοι αυτοί οι ήρωες όμως, δεν γνώριζαν πως το νησί ήταν καταραμμάνο από την Θεά Αφροδίτη. Οι γυναίκες του νησιού είχαν παραμελήσει τα θρησκευτικά τους καθήκοντα προς την θεά της όμορφιάς και του έρωτα, σχεδόν για ένα ολόκληρο χρόνο και η Αφροδίτη αποφάσισε να τις τιμωρήσει αυστηρά. Από τη μιά μέρα στην άλλη το δέρμα όλων των γυναίκων του νησιού άρχισε να αναδίδει μια απαίσια μυρωδιά και κανείς δεν μπορούσε να τις πλησιάσει, οι σύζηγοι απέφευγαν τις γυναίκες τους, οι αδελφοί έμειναν μακριά από τις αδελφές τους και οι γίοι από τις μανάδες τους. Αυτή όμως η απόριψη είχε κάνει έξαλλες τις γυναίκες, έτσι μιά βραδιά, φόρεσαν τις πανωπλίες, πήραν τα όπλα των αντρών και τους επιτέθηκαν, εκείνη την νύχτα έγινε πραγματική σφαγή και μέχρι το πρωί δεν είχε μείνει ούτε ένας ζωντανός άντρας στον νησί. Όταν λοιπόν είδαν από την ακτή το πλοίο των αργοναυτών να πλησιάζει πήραν τα όπλα τους και έτρεξαν στη παραλία για να εμποδίσουν τους ταξιδιώτες να πατήσουν το πόδι τους στο νησί. Ο Ιάσονας παρακάλεσε τις γυναίκες να μιλήσει με την αρχηγό τους και αυτές τον οδήγησαν στη βασιλισσα Υψιπύλη από την οποία έμαθε τι είχε κάνει τις γυναίκες τόσο άγριες, ο Ιάσονας ήξερε καλά πόσο εκδικητικοί μπορούσε να γίνει μερικές φορές η Αφροδίτη, και αποφάσισε να βοηθήσει τις γυναίκες του νησιού. Τίποτα δεν απολάμβανε περισσοτερό η θεά από τις θυσίες και τις τελετές που τις αφιέρωναν οι θνητοί. Γι’αυτο ο Ιάσονας διετάξε τη διοργάνωση λαμπρών τελετών. Μόλις άρχισαν οι θυσίες και τα αφιερώματα η οργή της Αφροδίτης μαλάκωσε και οι γυναίκες της Λήμνου απελευθερωθηκαν από την κατάρα, μέσα σε μερικά λεπτα ξανα βρήκαν την ομορφιά, τη δροσιά και την γοητεία τους. Οι αργοναύτες έμειναν στη Λήμνο για μερικά χρόνια και πολλοί από αυτούς παντρεύτηκαν με κάποιες από τις γυναίκες του νησιού, έτσι το νησί ξανα γέμισε με παιδιά και οι γυναίκες και άντρες ζούσαν ειρηνικά.

ΟΙ ΓΙΓΑΝΤΕΣ ΤΗΣ ΠΡΟΠΟΝΤΙΔΑΣ
Μετά την Λήμνο, οι αργοναυτές συνέχισαν το ταξίδι τους. Διέσχισαν τον Ελλήσπονδο και έφτασαν στη χώρα των Δολιονων, ενος ειρηνικού λαού που ζούσε στις ακτές της Προποντιδας, οι Δολιονες, όμως υπέφεραν από τους γίγαντες που ζούσαν κρυμμένοι στα δάσοι των γύρω ορεινών περιοχών. Ήταν παιδιά της Γαίας και εκτός από πελώριοι ήταν άγροι και βαναυσοί. Ο Κυζικός ο νεαρός βασιλιάς των Δολιόνων, υποδέχτηκε με ευγένεια τους ταξιδιώτες και τους φιλοξένησε σύμφωνα με όλες τις τιμές που αρμόζουν σε καλοδεχούμενους ξένους. Οργάνωσε λοιπόν γιάυτους ένα πλούσιο συμπόσιο. Μετά τον δείπνο κάποιο από τους συντρόφους του Ιάσονα θέλησαν να γνωρίσουν καλύτερα τη χώρα των Δολιόνων και έτσι αποφάσισαν να ανέβουν το βουνό Δινδυμό για να θαυμάσουν τη θέα από ψηλά. Οι γίγαντες βλέποντας το πλήρωμα να απομακρύνετε θέλησαν να καταλάβουν την Αργώ, για κάκη τους όμως τύχη στο πλοίο είχε μείνει ο Ηρακλής για να το φυλάει. Παρόλο που τον είχε πάρει ο ύπνος, μόλις κατάλαβε πως δεχόταν επίθεση πετάχτηκε όρθιος και πάλεψε σαν λιοντάρι για να απωθήσει τους πελώριους εχρούς του. Οι φωνές και ο σάλος της μάχης ακουγόταν μέχρι την κορυφή του βουνού όπου είχαν φτάσει εν τω μεταξύ οι αργοναύτες, χωρίς να χάσουν καιρό, έτρεξαν να βοηθήσουν τον συντροφό τους και κατάφεραν να σώσουν το πλοίο τους. Η Αργώ δεν είχε πάθει καμία ζημιά, αλλά οι αργοναύτες αποφάσισαν να σαλπάρουν και να συνεχίσουν το ταξίδι τους. Όμως τη νυχτα, σηκώθηκε αντίθετος άνεμος και το πλοίο πλησιάσε και πάλι τις ακτές της Προποντίδας. Αυτη τη φορά οι Δολίονες μη μπορώντας να διακρίνουν καλά το πλοίο, νόμισαν πως ήταν πειρατές και επιτέθηκαν στο πλήρωμα, όμως ούτε οι αργοναύτες κατάλαβαν ποίοι τους χτυπούσαν με τόσο μίσος αφου το σκοτάδι ήταν πυκνό. Η μάχη κράτησε ως το χάραμα και μόνο όταν ξημέρωσε κατάλαβαν τι είχε συμβεί, ήταν όμως πλέον αργά και οι Δολίονες αλλά και οι αργοναύτες θρηνούσαν τα αδικοχαμένα θύματα τους. Οι νεκρικές τελετές για την ταφή των νεκρών κράτησαν τρείς ημέρες, ανάμεσα στους σκοτωμένους ήταν και ο βασιλιάς Κυζικός που έπεσε νεκρός από το σπαθί του Ιάσονα. Όταν ο θρήνος και οι τελετές τελείωσαν οι αργοναύτες με βαριά καρδιά συνέχισαν το ταξίδι τους.

Ο ΜΑΝΤΗΣ ΦΙΝΕΑΣ
Στη Μυσία μια περιόχη της Μικράς Ασίας ο Ηρακλής αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τους συντρόφους του για να επιστρέψει στον βασιλιά Ευριστέα και να ολοκληρώσει τους άθλους του. Στην χώρα των Βερύκων, ο Πολυδευκής διακρίθηκε στην πάλη όταν αναγκάστηκε να αντιμετωπίσει τον βασιλιά της περιοχής Αμυκό, που δέν έδωσε άδεια στους αργοναύτες να πιούν νερό από την πηγή του. Στη συνέχεια μια τρικυμία ανάγκασε τους αργοναύτες να αράξουν στην ακτή της Θράκη. Εκεί βρέθηκαν στη χώρα του μάντη Φινέα. Ο Φινέας ήταν τυφλός αλλά το μεγαλύτερο προβλημά του ήταν οι άρπυες, φτερωτά πνεύματα από τη μέση και πάνω ήταν γυναίκες ενώ από τη μέση και κάτω αρπαχτικά πουλιά. Κάθε φορά που ο μάντης προσπαθούσε να βάλει λίγο φαγητό στο στόμα του, οι άρπιες πετούσαν πάνω από το κεφάλι του και του μόλυναν το φαγητό. Ο φινέας ήταν πραγματικά απελπισμένος αλλά για καλή του τύχη τον Ιάσονα συντροφευάν οι δύο φτερωτοί ήρωες Ζήτης και Καλαίης, μόλις αυτοί είδαν τις αρπύες να πλησιάζουν τον φτωχό μάντη, άνοιξαν τα φτερά τους και τις κυνήγησαν για μέρες και νύχτες χώρις σταματημό. Τελικά τα τερατομόρφα πλάσματα εξαντλημένα από το ανελαιητο κυνηγητό, ορκίστηκαν να μην ξανά ενοχλήσουν τον μάντη και εξαφανίστηκαν, για να ευχαριστήσει τους σωτήρες του, ο Φινέας τους αποκάλυψε ένα σωρό μυστικά που θα τους βοήθουσαν στην εκστρατεία τους: ποιό δρόμο θα έπρεπε να ακολουθήσουν, ποιούς τόπους να επισκεφτούν και ποιίους λαούς μπορούσαν να εμπιστευτούν και ποιούς θα έπρεπε να αποφύγουν. Έτσι ακολουθώντας τις συμβουλές του Φινέα, οι αργοναυτές γνώρισαν μέροι υπέροχα και ανεξερεύνητα. Επισκέφτηκαν την χώρα των Χαλίβων, οι κάτοικοι της οποίας ήταν εξαισιοί σιδηρουργοί και τη χώρα των Μοσσυνοικών, σκληρότατων και αγριότάτων πολεμιστών που πήραν το όνομα τους από τους Μοσσυνες, τους ψηλούς πύργους στους οποίους κατοικούσαν.

Greek mythology
Greek mythology

ΟΙ ΣΥΜΠΛΗΓΑΔΕΣ ΠΕΤΡΕΣ
Ένα από τους πολλούς κινδύνους που έμελε να αντιμετωπίσουν οι αργοναύτες ήταν ένα από τα πιό επικύνδινα και τρομακτικά θαλλάσια περάσματα τις Συμπληγάδες πέτρες ή αλλίως γαλάζιοι βράχοι. Οι βράχοι αυτοί κινούνταν με τα θαλλάσια ρεύματα και έσπαζαν σαν καρυδότσούφλα τα πλοία που είχαν την ατυχία να βρέθουν αναμεσά τους. Ο Φινέας όμως τους είχε πεί να αφήσουν ένα περιστέρι να περάσει από το πέρασμα και άν περνούσε το περιστέρι να περνούσαν και αυτοί, όταν οι αργοναύτες έφτασαν στο πέρασμα άφησαν ένα περιστέρι και αύτο κατάφερε να περάσει από το θανάσιμο πέρασμα και μόνο λίγα φτερά από την ουρά του έμειναν στους βράχους όταν αυτοί έκλεισαν. Μόλις άνοιξαν οι βράχοι, η Αργώ πέρασε γρήγορα αναμέσα τους. Όπως και το περιστέρι, έτσι και το πλοίο χτυπήθηκε λίγο στην πρίμνη του, αυτό όμως ήταν ένας ακόμα οιωνός που προείδοποιούσε τους αργοναύτες πως οι δοκιμασίες τους δεν είχαν ακόμη τελειώσει. Από τότε τα βράχια δεν ξανά έκλεισαν και το πέρασμα έγινε ασφαλές για τη ναυσιπλοοία. Παρόλα αυτά η Αργώ έπλεε πλέον με ασφάλεια στον Ευξινό πόντο και πλησίαζε αργά και σταθερά στον προόρισμό της. Περνώντας από τον Καυκασό οι αργοναύτες είδαν επιτέλους τις ακτές της Κολχίδας. Περνώντας από τον ποταμό Φάση, έπλευσαν στα ηρεμά νερά του μέχρι που είδαν το λιμάνι της Αιάς.

Η ΜΗΔΕΙΑ
Μόλις το πλοίο άραξε στην Αία, ο Ιασονάς παρουσιάστηκε στον βασιλιά Αιητή στο παλάτι βρισκόταν και η Μήδεια, η κόρη του βασιλιά, που μόλις είδε τον νεαρό ήρωα τον ερωτεύτηκε αμέσως. Ο Αιητής δεν ήταν καθόλου χαρούμενος για την άφιξη των αργοναυτών στη χώρα του, επιθυμία του ήταν να σκοτώσει τους αργοναύτες και να κάψει την Αργώ. Έτσι όταν ο Ιάσονας μπήκς μόνος του στο παλάτι και ζήτησε από τον ηγεμόνα της Αίας να του παραδώσει το Χρυσομάλλο δέρας, ο βασιλιάς ξεσπασέ με μανία, διέταξε να πιάσουν τον Ιάσονα και να τον παραδώσουν στον αιμοβόρο δράκο που φυλούσε το Χρυσομάλλο δέρας για να τον σκοτώσει. Αυτό ακριβώς θα είχε γίνει αν η Αθηνά δεν έτρεχε να βοηθήσει τον ήρωα, η Θεά απελευθέρωσε τον Ιάσωνα από τον δράκο που ήταν έτοιμος να τον κατασπαράξει, η θεά χτύπησε τον δράκο με τόση δύναμη που αυτό έπεσε κάτω αναισθητός. Η Μήδεια που κατείχε όλα τα μυστικά των βοτάνων, τον φίλτρων και της τέχνης της μαγίας, έτρεξε να βοηθήσει τον Ιάσονα και τον φρόντισε με τρυφερότητα και αγάπη και συμφώνησε με τον Ιάσονα να τον βοηθήσει με αντάλλαγμα να την πάρει μαζί του και να την παντρευτεί.

Η ΑΡΠΑΓΗ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΜΑΛΛΟΥ ΔΕΡΑΤΟΣ
Ο Ιάσονας μαγεμένος από την ομορφιά της Μήδειας, δέχτηκε αμέσως. Το ίδιο βράδυ η Μήδεια και ο Ιάσονας πήγαν στο δάσος και η κοπέλα αποκοίμησε τον φύλακα δράκο με ένα φίλτρο που έριξε στα μάτια του. Έτσι ο Ιάσονας ανενόχλητος άρπαξε το Χρυσομάλλο δέρας. Ο Ιάσωνας και η Μήδεια με το Χρυσομάλλο δέρας έτρεξαν στο πλοίο για να φύγουν όσο πιό γρήγορα γινόταν από την Κολχίδα. Πρίν σαλπάρουν η Μήδεια προέβλεψε πως ο πατέρας της δεν θα τους άφηνε να φύγουν τόσο εύκολα έτσι πήγε στο παλάτι και άρπαξε το μικρό της αδελφό τον Αψύρτο. Ο βασιλιάς Αιήτης, μόλις κατάλαβε τι είχε συμβεί διέταξε τους στρατιώτες του να καταδιώξουν τους κλέφτες, η Μήδεια όμως για να σταματήσει την καταδίωξη, σκότωσε το μικρό άψευτο, τον τεμάχισε και σκόρπισε τα μέλη του στον δρόμο. Ο βασιλιάς Αιήτης, μη μπορώντας να πιστέψει πως η κόρη του είχε διαπράξει τόσο φρικτο εγκλήμα, μαρμάρωσε, διέταξε τους στρατιώτες να σταματήσουν την καταδίωξη και να μαζέψουν τα διάσπαρτα μέλη του γιού του και να τον θάψουν με τις πρέπουσες τιμές. Ο βασιλιάς Αιήτης καταράστηκε την Μήδεια να γίνει η καρδιά της σκληρή σαν πέτρα και να μη βρεί την γαλήνη για όλη της την ζωή. Ο Ιάσονας και η Μήδεια έφτασαν στο πλοίο τρέχοντας. Οι αργοναύτες είχαν επιτέλους πετυχεί τον σκοπό τους, το Χρυσομάλλο δέρας ήταν στα χέρια του Ιάσονα και έτσι το πλοίο σήκωσε τα πανιά του με προόρισμο την Ιωρκό. Τότε όμως ακούστηκε για πρώτη φορά η φωνή του πλοίου, «Ατρόμητοι αργοναύτες, μέχρι τώρα δεν είχα μιλήσει και δεν έκρινα ποτέ αυτά που έτυχε να δώ κατα την διάρκεια αυτου του ταξιδιού, τώρα όμως δεν μπορώ να σιωπήσω μπροστά σε ένα τόσο απαισιο έγκλημα, για να φέρετε σε πέρας την αποστολή σας, δεχτήκατε να βάψετε τα χέρια σας με το αίμα ενός αθώου παιδιού. Γι’αυτο πρέπει να εξαγνιστείτε από το μιασμά. Δεν μπορείτε πιά να πάρετε το δρόμο του γυρισμού. Πρέπει να πάτε στο νησί όπου κατοικεί η μάγισσα Κίρκη η αδελφή του βασιλιά Αιήτη. Μόνο αυτή μπορεί να σας εξαγνήσει από τα αμαρτηματα σας, Ιάσονα και εσένα φθονερή Μήδεία.

The golden fleece in Greek mythology
The golden fleece in Greek mythology

Ο ΓΑΜΟΣ
Στο νησί της Κίρκης, εκτός από την τελετή του εξαγνισμού, ο Ιάσονας και η Μήδεια έκαναν και την τελετή του γάμου τους. Οι εορτασμοί έγιναν κάτω από την προστασία της ‘Ηρας, της γυναίκας του Δία και προστάτιδας του γάμου. Για να ομορφύνει την τελετή, η Ήρα έστειλε στους νεόνυμφους ως δώρο μια συντροφιά από λευκό -ντυμένες νύμφες για να τραγουδήσουν με τη γλυκιά φωνή τους. Μαζί τους έψαλε και ο Ορφέας ύμνους αγάπης με τη λύρα του.
Αφού ο Ιάσονας και η Μήδεια ενώθηκαν με τα δεσμά του γάμου και εξαγνίστηκαν από τη φοβερή αμαρτία που βάραινε πάνω τους, μπορούσαν να πάρουν και πάλι το δρόμο της επιστροφής προς την Ιωλκό. Όμως οι περιπέτειες των Αργοναυτών δεν ειχαν ακόμα τελειώσει.

Ο ΓΙΓΑΝΤΑΣ ΤΑΛΟΣ
Τις πρώτες μέρες του ταξιδιού ξέσπασε μια τρομερη καταιγίδα και η Αργώ πάλευε με τα κύμματα εννέα μέρες και εννέα νύχτες, μέχρι που αυτά την έριξαν στις ακτές της Λιβύης, κοντά στις Σύρτες. Το βάθος του νερού σε εκείνο το σημείο ήταν τόσο μικρό, που η Αργώ κινδυνευε να προσαράξει. Έτσι οι Αργοναύτες αναγκάστηκαν να μεταφέρουν το πλοίο στους ώμους τους ως τη λίμνη Τριτωνίδα. Χάρη στον Τρίτωνα, το θεό της λίμνης, βρήκαν διέξοδο προε τη θάλασσα και συνέχισαν το ταξίδι τουε με κατεύθυνση την Κρήτη. Οταν έφτασαν στο νησί, ήρθαν αντιμέτωποι με ένα φοβερό γίγαντα, τον Τάλο. Ο Τάλος πετούσε τεράστιους βράχους από την ακτή στα καράβια που περνούσαν, για να τα απομακρύνει από το νησί. Η Μήδεια, με τιε μαγικές δυνάμεις της, τον έκανε να χάσει τα λογικά του, κι αυτός έσχισε τη φλέβα του αστραγάλου του, που τον κρατούσε στη ζωή, και πέθανε. Ετσι οι Αργοναύτες συνέχισαν ανενόχλητοι την πορεία τους.

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΑΡΓΟΝΑΥΤΩΝ
Οι γενναίοι ήρωες ήταν και πάλι σε ελληνικά νερά. Διέσχισαν το Αιγαίο Πελαγος και έφτασαν στις Παγάσες και από εκεί κατευθύνθηκαν προς την Ι ωλκό. Η αποστολή τους είχε στρεφθεί με επιτυχία. Για να γιορτάσουν την επιστροφη τους, οι σύντροφοι του Ιάσονα οργάνωσαν συμπόσια με χορούς και τραγούδια ενώ διηγούνταν με συγκίνηση τις αξεχαστες εμπειρίες τους σε όσους δεν τις έζησαν από κόντα.Όμως για τον Ιάσονα η επιστροφή στην Ιωλκό δεν ήταν καθόλου χαρμόσυνη. Δε βρήκε εκεί ούτε τον πατέρα του ούτε τη μητέρα του να τον περιμένουν. 0 Πελίας τούε είχε αιχμαλωτίσει μόλις ο Ιάσονας αναχώρησε για την εκστρατεία του και τους είχε σκοτώσει. Παρά τον όρκο που είχε δώσει στον Ιάσονα, αρνήθηκε να του παραδώσει το θρόνο.
«Δεν πρόκειται να παραδώσω στα χέρια αυτού του άτιμου άνδρα το Χρυσόμαλλο Δέρας» αποφάσισε ο Ιάσονας με τη σύμφωνη γνώμη και της Μήδειας. «Δεν αξίζει κάτι τόσο πολύτιμο!» Η Μήδεια αποφάσισε να εκδικηθεί η ίδια το χαμό των γονιών του Ιάσονα.Έτσι, έστησε ένα σατανικό σχέδιο.

ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΤΗΣ ΜΗΔΕΙΑΣ
Μια μέρα η Μήδεια είπε στιε κόρες του Πελία: «0 πατέρας σας είναι γέρος και ανήμπορος. Δε θα θέλατε να ξαναβρεί τη ζωντάνια της νεότητάς του;».Οι κόρες του Πελία με περιέργεια ρώτησαν τη μαγισσα πως θα μπορούσε να το καταφέρει αυτό. Η Μηδεία τους υποσχέθηκε πονηρά πωε θα τους έδειχνε τον τρόπο. Πήρε ένα γέρικο κριάρι, το σκότωσε, τοκομμάτιασε και το έβαλε να βράσει σε ένα καζάνι με μαγικά βότανα. Ύστερα από λίγο ξεπήδηξε από το καζάνι ένα μικρό αρνάκι. Οι κόρες του Πέλια έμειναν αποσβολωμένες. Παρ’όλο που ένιωθαν ότι δεν έπρεπε να εμπιστευτούν αυτή την πανούργα μάγισσα, μπήκαν στον πειρασμό και θέλησαν να επαναλάβουν οι ίδιες τη μαγική τελετουργία. Μπροστά στα χαιρέκακα μάτια τηε Μήδειας σκότωσαν και έκοψαν σε κομμάτια τον ίδιο τους τον πατέρα, τον έβαλαν σε ένα μεγάλο καζάνι και άναψαν τη φωτιά για να βράσει. Οταν, όμως, ήρθε η ώρα για τα μαγικά βότανα, η Μήδεια αρνήθηκε να τους τα δώσει κι έτσι ο Πελίας βρήκε το θάνατο από το χέρι των ίδιων του των παιδιών.

Greek mythology
Greek mythology

Ο ΙΑΣΩΝΑΣ ΣΤΗΝ ΚΟΡΙΝΘΟ
Ικανοποιημένος απο την εκδίκηση που πήρε η γυναίκα του για τον φόνο των γονιών του, ο Ιάσονας απαρνήθηκε το θρόνο της Ιωλκού και έφυγε για την Κορινθό. Εκεί έζησε με την Μηδεία ευτιχισμένος και ήσυχος για δέκα χρόνια. Η μοίρα όμως είχε σχεδιάσει πολλές ακόμα συμφορές για τον Ιάσονα. Στην Κορινθο, στην κορυφή του πιο ψηλού βουνού της πόλης, η Μηδεία είχε χτίσει έναν ναο προς τιμην της Αφροδίτης, όπου κάθε χρόνο έκανε θυσίες και τελετές για να τιμήσει την Θεά. Ο φόρος τιμής όμως προς την θεά ήταν φοβερός. Κάθε χρόνο εφτα αγόρια και εφτα κορίτσια της πόλης στελνονταν στον ναό, όπου φυλακίζονταν για πάντα. Σε αντάλλαγμα η Θεά έκανε τα θύματα της αθανατά. Όταν τα παιδιά της Μηδείας έφτασαν στην εφηβεία, αποφάσισε να στείλει και εκεινη τα παιδιά της στο ναό της Αφροδίτης με την ελπίδα πως θα τα έκανε αθανατά. Όμως ο Ιάσονας, που αγαπούσε τα παιδιά του πιο πολυ από τιποτά άλλο στον κόσμο, δεν συμφώνησε με την γυναίκα του. Η Μηδεία ωστόσο, επέμενε τόσο πολυ, που το ζευγάρι χώρισε. Έπειτα από παρακλησ΄η του Ιάσονα, ο βασιλιάς Κρέοντας εξόρισε τη Μηδεία, η οποία αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την πόλη. Έπειτα από λίγο καιρό, ο Ιάσονας αποφάσισε να ξαναπαντρευτεί και διαλεξε για γυναίκα του την Γλαύκη, την όμορφη κόρη του βασιλιά. Όμως ο ήρωας είχε υποτιμήσει τη ζήλια της Μηδείας.

Η ΕΚΔΙΚΗΣΗ ΤΗΣ ΜΗΔΕΙΑΣ
Η εκδίκηση της Μήδειας δεν άργησε να έρθει. Η πικραμένη σύζηγος διάλεξε την ημέρα του γάμου του Ιάσονα με την Γλαύκη για να τιμωρήσει τον άντρα της. «θέλω να πάτε αυτά τα δώρα στη νέα σύζυγο του παιέρα σαε» είπε εκείνο το πρωί η Μήδεια στα παιδιά της. «Ελπίζω πως η Γλαύκη θα τα δεχτεί μαζί με τις ευχές μου για παντοτινή ευτυχία. Της τα προσφέρω με τη διαβεβαίωση πως δεν της κρατώ καμία κακία γι’ αυτόν το γάμο». Όταν η Γλαύκη είδε το όμορφο φόρεμα και το ολόχρυσο στέμμα που τηε έδωσαν τα παιδιά του Ιάσονα, τα πήρε με μεγάλη χαρά.Ήταν ευτυχισμένη και ανακουφισμένη που η πρώτη σύζυγοε του Ιάσονα έβλεπε με συμπάθεια το γάμο της. Μόλις όμως η κοπέλα φόρεσε το φόρεμα και το στέμμα, πύρινες γλώσσες άρχισαν να τυλίγουν όλο της το σώμα. Πολύ γρήγορα η Γλαύκη παραδόθηκε στις φλόγες, όπως και ο πατέρας της, ο Κρέοντος, που έτρεξε για να τη βοηθήσει. Η τραγωδία αυτή όμως δεν ήταν αρκετή για να πραγματοποιήσει το μίσος της Μήδειας και τη δίψα της για εκδίκηση. Η πανούργα γυναίκα ήταν αποφασισμένη να χτυπήσει τον ιδιον τον Ιάσονα με το πιο φρικτό τρόπο. Με το μυαλό της θόλο από μίσος και αγάπη μαζί, έφτασε στο σημείο να σκοτώσει με τα χέρια της τα ίδια τα παιδιά της, τα πιο αγαπημένα πλάσματα του Ιάσωνα.

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΙΑΣΩΝΑ
0 Ιάσονας ήταν συντετριμμένος. Η Μήδεια είχε σκοτώσει ό,τι αγαπούσε περισσότερο στον κόσμο. Απελπισμένος και εξαντλημένος, ανήμπορος να καταδιώξει τη μισητή μάγισσα που είχε βρει καταφύγιο στην Αθήνα, ο αλλοτινός ατρόμητος ήρωας αποφάσισε να αποσυρθεί στις Παγασές. Αυτός ήταν ο μόνος τόπος όπου μπορούσε να βρει λίγη γαλήνη. Εκεί, άλλωστε, βρισκόταν και το ιερό του Ποσειδώνα, στο οποίο είχε αφιερώσει την Αργώ.
Το θαυμαστό και δοξασμένο πλοίο ήταν πλέον εγκαταλελειμμένο, όμως ήταν αρκετό για να ανακουφίζει κάπωε την πονεμένη καρδιά του Ιάσονα. Εκεί περνούσε όλη του την ημέρα, δίπλα στο λατρεμένο σκαρί, αναπολώντας τις περιπέτειες που είχε ζήσει με τους αγαπημένους του συντρόφους. Μια μέρα, εκεί που καθόταν και σκεφτόταν τις μέρες δόξας που είχε γνωρίσει, αποκοιμήθηκε στη σκιά του τιμημένου πλοίου. Τότε ένα από τα μαδέρια του ιερού πλοίου, που είχε φθαρεί από την υγρασία και το χρόνο, έφυγε από τη θέση του και πέφτοντας με ορμή σκότωσε τον τιμημένο ήρωα.
0 Ιάσονας θάφτηκε τυλιγμένος με τα πανιά του δοξασμένου πλοίου. Έτσι ο ατρόμητος ήρωας που κατάφερε το ακατόρθωτο αποκτώντας το Χρυσόμαλλο Δέρας και το ιερό σκαρί που τον Βοήθησε στιν υπεράνθρωπο άθλο του έμειναν ενωμένοι για πάντα.

9. Μεγάλες περιπέτειες

Ο ΦΑΕΘΟΝ

Phaethon in Greek mythology
Phaethon in Greek mythology

Το παλάτι του ήλιου ήταν σε ένα υπέροχο μέρος, λουσμένο στο φώς και το σκοτάδι ήταν άγνωστο. Ήταν φτιαγμένο από χρυσά κοσμήματα και ελεφαντόδοντο, κανένας θνητός δε μπορουσε να βρει τον δρόμο για το παλάτι του ήλιου. Μιά μέρα, ένα νεαρό αγόρι κατα το ημισυ θνητός, από τη πλευρά της μητέρας του, κατόρθωσε να πλησιάσει το παλάτι. Έπρεπε να σταματάει ανα λίγα λεπτά για να ξεκουράζει τα τυφλώμενα μάτια του, αλλά η αποστολή του ήταν τόσο επείγουσα ώστε συνέχιζε μέχρι που έφτασε στο παλάτι και μέσα στο δωμάτιο όπου καθόταν ο Θεός Ήλιος.

Είχε εξαντληθεί και δε μπορούσε να αντέξει περισσότερο, ο Θεός Ήλιος κοίταξε το νεαρό αγόρι και ευγενικά τον ρώτησε γιάτι είχε έρθει. Ο νεαρός απάντησε ότι είχε φτάσει στο παλάτι για να διαπιστώσει εαν ο Θεός Ήλιος ήταν πράγματι ο πατέρας του. Διότι αν και η μητέρα του του είχε πεί ότι ο Ήλιος ήταν ο πατέρας του, οι συμμαθητές του στο σχολείο γελούσαν ειρωνικά όταν ο νεάρος καμάρωνε τον πατέρα του. Ο Ήλιος χαμογέλασε και έβγαλε το στέμμα του ώστε να μπορεί το αγόρι να τον κοιτάζει χώρις να καίγεται. Τον ρώτησε πως τον λένε και το παιδί απάντησε πως το όνομα του ήταν Φαέθον και τις μητέρας του το όνομα ήταν Κλυμένη, Ο Ήλιος τότε απευθύνθηκε στον γιό του με το όνομα του και του είπε πως η μήτερα του δεν του είχε πεί ψέμματα, Ο Ήλιος υποσχέθηκε στον γιό του να του κάνει οτιδήποτε ζητήσει για να του αποδείξει ότι είναι ο πατέρας του, και ο ίδιος κάλεσε τον ποταμό της Στυγός τον ποταμό του όρκου όλων των Θεών ως μάρτυρα στην υποσχεσή του.

Ο Φαέθον χαμογέλασε και φώναξε στον πατέρα του ότι επιθυμούσε να πάρει τη θέση του μόνο για μιά ημέρα και να οδηγήσει το χρυσό άρμα γύρω από τον ουρανό δίνοντας το φώς του ήλιου στη γή. Ο πατέρας του θα είχε αρνηθεί την επιθυμία του Φαέθον αλλά ο ίδιος είχε ορκιστεί και δεν μπορούσε να αρνηθεί. Ηξέρε ότι ο γιός του θεωρούσε ότι ήταν εύκολο και όμορφο να οδηγήσει το άρμα, αλλά δεν ήταν έτσι στην πραγματικότητα. Ο Ήλιος προσπάθησε να πείσει τον νεαρό γιό του να αλλάξει την επιθυμία του αλλά ο Φαέθον είχε συχνά ονειρευτεί να οδηγεί το άρμα του πατέρα του, και δεν άλλαζε γνώμη. Όταν ο Φαέθον ανέβηκε και ξεκίνησε το ταξίδι του με το άρμα του Ηλιου, αισθάνθηκε σαν να ήταν ο βασιλιάς των ουρανών, στην άρχη οδηγούσε το άρμα καλά μα σύντομα σε μιά απότομη ανηφόρα έχασε τον ελεχο του άρματος και άρχισαν τα άλογα να παιρνούν τον έλεχο της άμαξας πετώντας ανεξελεχτα, άλλοτε κοντά στη γη καιγοντάς την και άλλοτε μακριά παγωνοντάς την. Ο Δίας που είδε την καταστροφή, έριξε κεραυνούς στην άρμα για να γλιτώσει την γη από την απόλυτη καταστροφή. Σκότωσε τον άμυαλο νεαρό Φαέθον ο οποιός ήταν ο μόνος θνητός που οδήγησε την άρμα του ήλιου.

Ο ΟΤΟΣ ΚΑΙ Ο ΕΦΙΑΛΤΗΣ

Pegasus in Greek mythology
Pegasus in Greek mythology

Ο Ότος και ο Εφιάλτης ήταν οι δίδυμοι γίοι του Ποσειδώνα και της Ηφημέδιας. Ήταν γίγαντες αλλά δεν έμοιαζάν με τέρατα αντ’αυτου ήταν όμορφοι και ευγενής, όταν ήταν ακόμη πόλυ νέοι, άρχισαν να αμφισβητούν τους Θεούς σε αρκετές περιπτώσεις. Πρώτα είχαν απαγάγει και φυλακίσει τον Άρη, μέχρι που οι Θεοί έστειλαν απρόθυμα τον Ερμή για να τον απελευθερώσουν. Η επόμενη πρόκληση ήταν να τοποθετήσουν ένα βουνό επάνω σε ένα άλλο, τότε ο Δίας ήταν έτοιμος να χτυπήσει και τους δύο γίγαντες με κεραυνό αλλά ο Ποσειδώνας, ο πατέρας τους παρακάλεσε τον Δία για να γλιτώσει τα παιδιά του και ο Δίας υποχώρησε. Η τρίτη πρόκληση ήταν όταν προσπάθησαν να πιάσουν την Άρτεμις η οποία όταν είδε να την πλησιάζουν τα διδυμα αδέλφια, έτρεξε να σώθει, την κυνηγήσαν ακόμη και μέσα στα νερά όπου εξαφανίστηκε η Θεά και εμφανίστηκε ένα όμορφο λευκό ζώο εκεί που την είδαν για τελευταία φορά. Οι γίγαντες έριξαν τις λόχες τους για να χτυπήσουν το ζώο, αλλά τα δόρατα γύρισαν πίσω και σκότωσαν τα αδέλφια. Αυτή ήταν η εκδίκηση της Θεάς Αρτεμίς.

Ο ΒΑΛΛΕΡΟΦΟΝΤΗΣ ΚΑΙ Ο ΠΗΓΑΣΟΣ

Ο Ιππονόος, ο εγγονός του Αιόλου, του Θεού των ανέμων ήθελε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο στον κόσμο ένα άλογο. Όχι όμως οποιοδήποτε άλογο αλλά ένα άλογο να πετάει στους εθαίρες με την εύνοια των Θεών. Ίσως ο νέος, ώς γιός του Ποσειδώνα του πανίσχυρου Θεού των θαλάσσων, να ήξερε πως ο πατέρας του δεν μπορούσε να του χαλάσει κανένα χαρτήρι. Ο Ιππονόος ζήτησε από τον πατέρα του ένα φτερωτό άλογο για να μπορεί να πετάει ανάμεσα στα σύννεφα. Την άλλη μέρα κι’όλας ο Ποσείδωνας εμφανίστηκε μπροστά στον γιό του με ένα υπεροχο καθαροαίμο άλογο με γυαλιστερό τρίχωμα και δύο πελόρια φτερά. Το άλογο ήταν ο Πήγασος, άλογο πανίσχυρο και αθάνατο, κανένας δεν είχε καταφέρει να το δαμάσει, όποιος θα κατάφερνε, θα γινόταν και πίστος σύντροφος του, ο ατίθασος χαρακτήρας του αλόγου οφειλόταν στην καταγωγή του, αυτό το άλογο γεννήθηκε όταν ο γενναίος Περσέας, γιός του Δία, σκότωσε την φοβερή Μέδουσα, μιά από τις τρεις γοργόνες. Όταν ο πέρσέας με την βοήθεια των Θεών αποκεφάλισε την Μέδουσα, τη στιγμή που το κεφάλι της έπεσε στο έδαφος και το αίμα της έσταξε στο χώμα, γεννήθηκε ένα φτερωτό άλογο, ο Πήγασος. Ο Περσέας ήταν ο πρώτος και ο τελευταίος που καβάλησε το άλογο και με το κεφάλι της Μέδουσας στο σακί του, έτρεξε για να σώθει από τις άλλες δύο γοργόνες που τον κυνήγησαν για να εκδικήθουν το χαμό της αδελφής τους. Ο Ιππονόος δέχτηκε την πρόκληση να δαμάσει τον Πήγασο και να τον κάνει ένα υπάκουο άλογο, από τις πρώτες όμως προσπάθειες κατάλαβε ότι σεν ήταν εύκολη υπόθεση. Κάθε φορά που ο νέος πλησίαζε το άλογο, εκείνο αναπηδούσε αγριεμένο και προσπαθούσε να του επετηθεί, όσες φορές και αν προσπάθησε να το σελώσει, αυτο στάθηκε αδύνατο, ανυμπορός να τα καταφέρει μονός του ο Ιππονόος ζήτησε τη βοήθεια της Θεάς Αθηνάς, όμως πρίν αρχίσει τις θυσίες και τις οικεσίες έπεσε σε βαθύ υπνό. Η Αθηνά που είχε δεί τις προσπάθειες του νέου, εμφανίστηκε στο ονειρό του κρατώντας ένα παράξενο αντικείμενο που τον τύφλωνε με τη μυστηριώδη λάμψη του. Κοιτόντας καλύτερα, είδε ότι ήταν ένα χαλινάρι φτιαγμένο από χρυσάφι, μόνο με αυτό του αποκάλυψε η Αθηνά θα μπορέσεις να δαμάσεις το φτερωτό άλογο, όταν ξύπνησε ο Ιππονόος είδε πώς στα πόδια του βρισκόταν πράγματι αυτό το χρυσό χαλινάρι. Ο Ιππονός σήκωσε το μαγικό χαλινάρι, προσπαθώντας να καταλάβει πως έπρεπε να το χρησιμοποιήσει, έπειτα κατευθήνθηκε προς τον Πήγασο και για πρώτη φορά το άλογο δεν πρόβαλε καμία αντίσταση και μόλις ο Ιππονόος το πλησίασε, αυτό χαμήλωσε το λαιμό του και άφησε τον νεαρόν να του φορέσει το χαλινάρι. Για να γιορτάσει την μεγάλη του επιτυχία, ο γιός του Ποσειδώνα επέστρεψε αμέσως στον ναό της Αθηνάς και εκτέλεσε μια τελετή για να τιμήσει και να ευχαριστήσει την Θεά. Από τότε ο Ιππονόος έκανε μεγάλα κατορθώματα και πάντα με την βοήθεια του φτερωτου φίλου του τον Πήγασο. Πρώτα απ’όλα σκότωσε τον Βελλερο τον τύρρανο της Κορίνθου, έτσι άλλωστε πήρε και το όνομα Βελλεροφόντης που σημαίνει ο φονιάς του Βελλερου. Μετά τον φόνο του τυράννου αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Κόρινθο γιατί έπρεπε να εξαγνιστεί απο το μιασμά του φόνου. Έφυγε λοιπόν και βρήκε καταφύγιο στην Τυριθό, στο παλάτι του βασιλιά Πρήτου, ο οποίος τον καλοδέχτηκε, η μοίρα όμως είχε ετοιμάσει στον Βελλεροφόντη μια παγίδα. Ο Πρήτος είχε μιά πανέμορφη γυναίκα, τη Σβενόβοια κόρη του Ιοβάτη (βασιλιά της Λυκίας) σίγουρη για την ομορφιά της, η βασίλισσα της Τυρινθάς μόλις είδε τον νεαρό Βελλεροφόντη, αποφάσισε να τον γοητεύσει και να τον κάνει να την ερωτευτεί. Η όμορφη Σβενόβοια έβαλε τα δυνατά της για να ρίξει τον νέο στην αγκαλιά της αλλά εκείνος παρ’όλο που μαγεύτηκε από την γοητεία της δεν άφησε τον εαυτό του να παρασυρθεί σεβόμενος τη φιλία και τη φιλοξενία του βασιλιά Πρήτου. Πληγωμένη και ταπεινομένη η νεαρή βασίλισσα αποφάσισε να τον εκδικήθει. Σηκοφάντησε λοιπόν τον Βελλεροφόντη στον συζηγό της ότι ο νεαρός φιλοξενούμενος προσπάθησε να την αποπλανήσει, ο Πρήτος έπεσε στην παγίδα της γυναίκας του και οργισμένος αποφάσισε να τιμωρήσει τον Βελλεροφόντη με θάνατο. Επειτά όμως από σκέψη, αποφάσισε πως δεν έπρεπε να τον τιμωρήσει ο ίδιος για την αισχρή του πράξη γιατί ήταν αυτός που τον είχε εξαγνήσει, θα ανεθετε λοιπον σε κάποιον άλλον την εκδίκηση και ιδανικότερος ήταν ο Ιωβάτης ο πατέρας της Σβενόβοιας. Ανέθεσε λοιπόν στον Βελλεροφόντη να πάει μια επείγουσα επιστολή στον πεθερό του. Ο Βελλεροφόντης δέχτηκε να τον εξυπηρετήσει χωρίς δισταγμό και ξεκίνησε για την Λυκία. Όταν έφτασε εκεί, ο Ιωβάτης τον δέχτηκε με όλες τις τιμές, για εννέα μέρες διοργάνωνε συμπόσια προς τιμη του καλεσμένου του και κάθε βράδυ διέταζε να σκοτώνουν και από ένα ταύρο. Την δέκατη ημέρα ο Ιωβάτης διάβασε την επιστολή του Πρήτου, η οποία έλεγε ότι ο φιλοξενούμενος ήταν προδότης και η μόνη τιμωρία του ήταν ο θάνατος. Παρά την αγανάκτηση που ένιωσε ο Ιωβάτης, δεν μπορούσε να σκοτώσει τον Βελλεροφόντη, αφού κάτι τετοιο ήταν εναντίον με τους ιερούς νόμους της φιλοξενείας. Προσποιήθηκε για μερικές μέρες ότι δεν συμβαίνει τίποτα ως που ένα πρωί του ήρθε μιά ιδέα, ζήτησε από τον Βελλεροφόντη να σκοτώσει ένα τέρας που κατασπάραζε τα κοπάδια του, σίγουρος ότι ο Βελλεροφόντης θα έβρισκε τραγικό θάνατο. Το φοβερό αυτό τέρας ήταν η Χιμαίρα, ένα τρομακτικό πλάσμα με σώμα κατσίκας, κεφάλι λιονταριού και ουρά φίδιου, ενώ από το στόμα του πεγατονταν φλόγες. όσοι είχαν προσπαθήσει να σκοτώσουν το τέρας είχαν βρεί τραγικό θάνατο. Ο Βελλεροφόντης πέταξε με τον Πήγασο πάνω από το τέρας κι από ψηλά ανενόχλητος, έριξε στο τέρας τα μολυβένια βέλοι του που το μέταλλο τους έλιωσε από τη ζέστη της φωτίας που εκτόξευε η Χιμαίρα και την έκαψε.

Ο Ιωβάτης, απογοητευμένος που δεν μπόρεσε να απαλλαγεί από τον Βελλεροφόντη αποφάσισε να του αναθέσει ένα ακόμη δύσκολο άθλο ελπίζοντας πως αυτή τη φορά θα τον οδηγούσε στον θάνατο. Τον διέταξε να πολεμίσει τους Σόλυμους, εναν άγριο λάο που χάρη στη προστασία των Θεών ήταν ανίκητος. Για μιά ακόμη φορά ο Βελλεροφόντης με θάρρος και αυταπαρνηση πίχτηκε στη μάχη και χωρίς να δυσκολευτεί ιδιαίτερα κατατρόπωσε τους εθχρούς του. Ο Ιωβάτης όμως που δεν μπορούσε να συγχωρήσει την προσβολή που είχε δεχτεί η κόρη του δεν τα έβαλε κάτω. Του ζήτησε να πολεμήσει με τις αμαζόνες, οι οποίες απειλούσαν το βασίλειο του και πράγματι ο Βελλεροφόντης νίκησε τις αμαζόνες, τότε ο Ιωβάτης αποφάσισε να κάνει μια τελευταία προσπάθεια για να σκοτώσει τον ήρωα. Τον διέταξε να αντιμετώπίσει πενήντα από τους καλύτερους πολεμιστές τηε στρατειας του, οι πενήντα αυτοί οι στρατιώτες έστησαν ενέδρα στον Βελλεροφόντη αλλά κανένας από αυτούς δεν επέστρεψε σπίτι του. Ο Ιωβάτης μετά από αυτό, κατάλαβε ότι ο Βελλεροφόντης ήταν τίμιος και εναρετός άνθρωπος και προστατευοταν από τους Θεούς. Έτσι ο βασιλιάς σε ένδειξη της εκτιμησής του προς τον Βελλεροφόντη του πρόσφερε το χέρι της Φιλονόης, της μικρότερης κόρης του. Ο νέος δέχτηκε με χαρά την τιμή και έγινε ηγεμόνας του μισού βασιλείου. Η Φιλονόη χάρισε στον Βελλεροφόντα τρείς γιους, όμως η χαρά της πατρότητας και της οικογενειακής ζωής δεν ήταν αρκετή για να σβήσει το πάθος του για ταξίδια και περιπέτειες. Έτσι συνέχισε τις περιπλανήσεις του σε άγνωστους τόπους πάντα συντροφιά με τον αχώριστο φίλο του, τον Πήγασο.

Σε ένα από αυτά τα ταξίδια, κατάφερε να εκδικηθεί την μοχθερή βασιλίσσα Σβενόβοια, ο Βελλεροφόντης προσποιήθηκε πως ανταποκρινόταν στον έρωτα της, και της πρότεινε να κλέφτουν. Η Σβενοβοια η οποία ήταν έτοιμη να κάνει τα πάντα για χάρη του, δεν δίστασε στιγμή να τον ακολουθήσει. όταν όμως ο Πήγασος πέταξε ψηλά και έφτασε στα σύννεφα, ο Βελλεροφόντης την έσπρωξε με όλη του τη δύναμη και την έριξε στη θάλασσα. Η επαρσή του Βελλεροφόντη ήταν αυτή που τελικά προκάλεσε την καταδίκη του, από καιρό ο ατρόμητος ήρωας ονειρευόταν να φτάσει με το άλογο του στην κορυφή του Ολύμπου. Μόλις οι Θεοί έμαθαν πως ο Βελλεροφόντης είχε διατάξει το άλογο του να πετάξει ως την κορυφή του ιερού βουνού τους, αποφάσισαν να τιμωρήσουν τον νέο για την ασυγχώρητη αλαζονία του. Έτσι έπειτα από διαταγή του Δία, το φτερωτό άλογο έριξε κάτω τον αναβάτη και πιστό του φίλο, ο οποίος έπεσε σε μια έρημη πεδιάδα κάπου στη Μικρά Ασία. Σε αυτη την άγρια και αφιλόξενη γή, έζησε τις τελευταίες ημέρες της ζωής του, κανείς δεν μπορούσε να τον γνωρίσει ως τον ηρωικό καβαλάρη του Πήγασου. Είχε γίνει ένας μελαχολικός κακόβουλος ερημίτης, εχθρικός προς κάθε άνθρωπο που τύχαινε να τον πλησιάσει. Πάνω απ’όλα όμως η καρδιά του ήταν γεμάτη από μίσος πρός τους Θεούς που τον είχαν τιμωρήσει.

Ο ΔΑΙΔΑΛΟΣ ΚΑΙ Ο ΙΚΑΡΟΣ

Daedalus in Greek mythology
Daedalus in Greek mythology

Ο Δαίδαλος ήταν ένας ταλαντούχος αρχιτέκτονας και δημιουργικός καλλιτέχνης. Στην Αθήνα πολλά θαυμαστά κτήρια ήταν δείγματα της εξαιρετικής του ικανότητος και ευφείας, παρά όμως τον θαυμασμό και την εκτίμηση που απολάμβανε από τους συμπολίτες του, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την αγαπημένη του πόλη γιατί σε καυγά σκότωσε τον πιστό του φίλο και βοηθό Τάλο. Έτσι κατέφυγε στην Κρήτη, όπου μπήκε στην υπηρεσία του βασιλιά του νησιού Μίνωα, και κατασκέυασε τον λαβύρινθο, ένα παλάτι με περίπλοκους διαδρόμους μέσα στο οποίο φυλακίστηκε ο Μινώταυρος. Εκτός από αρχιτέκτονας ο Δαίδαλος ήταν και πολύ ικανός γλύπτης και μηχανικός. Για το παλάτι αυτό κατασκεύασε αγάλματα που μπορούσαν να κουνήσουν τα μάτια και τα χέρια τους, όταν ο Θησέας σκότωσε τον Μινώταυρο και νγήκε από το λαβύρινθο με τη βοήθεια της Αριάδνης, ο Μίνωας κατηγόρησε τον Δαιδαλό για προδωσία, νομίζοντας ότι εκείνος είχε αποκαλύψει στην κόρη του την έξοδο από τη φυλακή του Μινώταυρου, έτσι τον φυλάκισε μέσα στο λαβύρινθο μαζί με τον γίο του τον Ίκαρο. Ο Δαίδαλος όμως δεν απελπίστηκε και προσπάθησε να βρεί τρόπο να αποδράσει, ήξερε καλά ότι ο μόνος τρόπος να φύγει ήταν να πετάξει πάνω από τους τοίχους της φυλακής. Έτσι με τεράστια υπομονή κατασκεύασε φτερά από πούπουλα χήνας τα οποία κόλλησε το ένα με το άλλο χρησιμοποιώντας κερί. Όταν έφτιαξε δύο ζευγάρια ένα για εκείνον και ένα για τον γιό του, συμβούλεψε τον Ίκαρο πως θα πετάξει και του είπε να τον ακολουθεί χωρίς να πετάει ούτε πολύ ψηλά ούτε πολύ χαμηλά, έτσι απέδρασαν από την Κρήτη προς το Αιγαίο Πέλαγος. Στο ταξίδι όμως, ο Ίκαρος ενθουσιάστηκε από την ικανότητα του να πετάει και άρχισε να κάνει επικύνδινούς ελιγμούς ανεβαίνοντας πότε ψηλά και πότε χαμηλά, σε μιά στιγμή που ανέβηκε πολύ ψηλά, ο ήλιος έλιωσε το κερί που κρατούσαν τα φτερά στη θέση τους, έτσι ο Ίκαρος έπεσε στη θάλασσα και πνίγκηκε. Ο Δαίδαλος έθαψε τον γιό του στο κοντινό νησί το οποίο ονομάστηκε προς τιμήν του Ικαρία. (Δείτε την Ικαρία στη μυθολγια). Το δε πέλαγος ονομάστηκε Ικάριο πέλαγος κι έτσι ονομάζονται μέχρι σήμερα.

10. Ηρακλής

Ο Ηρακλής ήταν γιος του Δία, του πατέρα των Θεών, και της Αλκμήνης, και καταγόταν από τον Περσέα.

Η Αλκμήνη ήταν παντρεμένη με τον Αμφιτρύωνα. Λίγο πριν από τον γάμο της, όμως, είχε χάσει τα αδέλφια της σε μια ενέδρα ληστών κι από τότε δεν μπορούσε να ησυχάσει. Παρακαλούσε λοιπόν τον άντρα της να εκδικηθεί το θάνατο τους.
«Αν θέλεΐς να σου δώσω διάδοχο, θα πρέπει να μου αποδείξεις την αγάπη σου. θέλω να σκοτώσεΐς αυτούς τους άθλιους που μου στέρησαν τα αγαπημένα μου αδέλφια» έλεγε με σκληρότητα η Αλκμήνη.
Γι α να κάνει το χαμόγελο να επιστρέψει στο πρόσωπο της αγαπημένης του συζύγου, ο Αμφιτρύωνας συμφώνησε και ξεκίνησε να βρει τους ληστές. Δε σταμάτησε την περιπλάνηση του ώσπου κάποια μέρα τούς συνάντησε.

«Έφτασε.η ώρα σας, άνανδροι! Σας ανακάλυψα επιτέλους και τώρα μπορώ να σας εκδικηθώ για το χαμό των άμοιρων ανδρών που τους χτυπήσατε πισώπλατα, με τρόπο δειλό, χωρίς να τους δώσετε την ευκαιρία να υπερασπιστούν τον εαυτό τους».
Με αυτά τα λόγια όρμησε καταπάνω τους και έπειτα από μια σύντομη μάχη τούς σκότωσε χτυπώντας τους ανελέητα.

Η απάτη του Δία
Στο μεταξύ ο Δίας, γοητευμένος από την ομορφιά και τη χάρη της Αλκμήνης, αποφάσισε να εκμεταλλευτεί την απουσία του Αμφιτρύωνα και να εξαπατήσει τη σύζυγο του.Έτσι, μια βραδιά πήρε τη μορφή του Αμφιτρύωνα και παρουσιάστηκε μπροστά της.
«Επέστρεψα, αγαπημένη μου, και είμαι νικητής» της είπε με τη φωνή του Αμφιτρύωνα. «Έκανα αυτό που μου ζήτησες και τώρα μπορείς να ησυχάσείς. Πήρα την πολυπόθητη εκδίκηση για το χαμό των αδελφών σου».

«Πες μου ακριβώς τι έγινε με κάθε λεπτομέρεια» απάντησε συγκινημένη η Αλκμήνη. «Αν πράγματι έκανες αυτό που σου ζήτησα, θα ανταμειφθείς όπωδ σου υποσχέθηκα».
0 Δίας ήταν ενθουσιασμένος με το κόλπο του. θα μπορούσε, επιτέλους, έστω και για ένα μόνο βράδυ, να ικανοποιήσει την επιθυμία του και να απολαύσει αυτή την πανέμορφη γυναίκα. Και για να καταφέρει αυτό, ο άρχοντας του Ολύμπου έκανε αυτή τη νύχτα να διαρκέσει πολύ περισσότερο.
Το πρωί, όμως, επέστρεψε ο Αμφιτρύωνας. 0 Δίας τότε εξαφανίστηκε και ο πράγματικός βασιλιάς πήρε τη θέση του στο συζυγικό κρεβάτι.

Η ζηλιά της θεάς Ήρας
Έπειτα από μερικές εβδομάδες, η Αλκμήνη κατάλαβε πως σε λίγους μήνες θα έφερνε στον κόσμο δύο παιδιά: το ένα ήταν του Δία και το άλλο του Αμφιτρύωνα. Όταν έφτασε η ώρα της γέννησης των δύο παιδιών, ο Δίας κάλεσε όλους τους θεούς στον ‘Ολυμπο και τους είπε με περηφάνια:
«θέλω να ξέρετε πως ο απόγονος του Περσέα που θα γεννηθεί σε λίγο θα γίνει σπουδαίος
ηγεμόνας. θέλω, λοιπόν, να του δείξετε όλο το σεβασμό που αρμόζει στον απόγονο ενός θεού, γιατί στίς φλέβες αυτού του παιδιού κυλάει το δικό μου αίμα».
Η Ήρα έγινε έξαλλη μαθαίνοντας πως ο άντρας της την είχε απατήσει, αλλά κατάφερε να κρύψει το θυμό της. Κατάφερε μάλιστα να παραστήσει την αδιάφορη και είπε δήθεν χαρουμενη:

«Συγχαρητήρια, άρχοντα μου! Επιτέλους ένας άξιος βασιλιάς θα γεννηθεί μεταξύ των Ελλήνων. Σε παρακαλώ, όμως, ορκίσου μου πως δε θα χρειαστεί να περιμένουμε άλλο. Πες μου πως το παιδί που πρόκειται να γεννηθεί θα είναι ένας μεγάλος ήρωας, ο πιο γενναίος ανάμεσα στους ανθρώπους».
0 Δίας, που ούτε για μια στιγμή δεν υποπτεύθηκε πωε η γυναίκα του είχε άλλα σχέδια για το μωρό, της ορκίστηκε με χαρά.

Η πρόωρη γέννηση
Η Ήρα δεν έχασε καιρό και έβαλε αμέσως σε εφαρμογή το δόλιο σχέδιο της. Πήγε αμέσως στο Άργϋς, όπου η βασίλισσα Νικίππη, προστατευόμενη της θεάς και εξαδέλφη της Αλκμήνης, επρόκειτο να γεννήσει ένα αγόρι. Με τη θεϊκή τηε παρέμβαση, προκάλεσε την πρόωρη γέννηση του μωρού και στη συνέχεια επέστρεψε στον Όλυμπο, για να ανακοινώσει τη γέννηση του μελλοντικού βασιλιά. «Απόψε γεννήθηκε στο Άργος ένας άξιος ηγεμόνας. Το όνομα του είναι Ευρυσθέας και είναι ο γιος της καλότυχης Νικίππης».
0 Δίας, που είχε καταλάβει την πονηριά της γυναίκας του, δεν μπορούσε παρά να σεβαστεί όσα είχε ο ίδιος πει στους Ολύμπιους θεούς.«Πριν ακόμα ο Ευρυσθέας γίνει άνδρας, θα πάρει το σκήπτρο της βασιλείας» ανακοίνωσε με τη σειρά του.
0 Ηρακλής γεννήθηκε στη Θήβα την επόμενη μέρα μαζί με το δίδυμο αδελφό του Ιφικλή.
Τα παιδικά χρόνια του Ηρακλή

Μόλΐς έμαθε η ‘Ηρα για τη γέννηση του Ηρακλή, δεν μπόρεσε να συγκρατήσει την οργή της. Η φλόγα της ζήλιας τής έκαιγε τα σωθικά. Παρόλο που είχε στερήσει στο γιο του Δία το δικαίωμα να στεφθεί βασιλιάς, η απιστία του συζύγου της δεν είχε πάψει να την πονά. 0 μόνος τρόπος για να σβήσει το θυμό της και να πάρει εκδίκηση για την προσβολή που είχε υποστεί ήταν να θανατώσει το γιο του Δία.
Έτσι, ένα βράδυ στο δωμάτιο όπου κοιμόνταν τα δύο μωρά, ο Ηρακλής και ο Ιφικλής, παρουσιάστηκαν δύο τεράστια, δηλητηριώδη φίδια. Οι γυναίκες που πρόσεχαν τα μωρά, μόλις είδαν τα δύο επικίνδυνα ερπετά, τρομοκρατήθηκαν και, χωρίς να απομακρύνουν τα βρέφη, πετάχτηκαν έξω από το δωμάτιο και άρχισαν να τρέχουν στο παλάτι ζητώντας βοήθεια.
Εν τω μεταξύ, τα δύο φίδια είχαν πλησιάσει επικίνδυνα το καλάθι με τα μωρά. Στέκονταν πάνω από τα βρέφη και σίγουρα θα τα είχαν σκοτώσει αν ο μικρός Ηρακλής δεν είχε ξυπνήσει από τις φωνές των τρομαγμένων γυναικών. Μόλις είδε τα δύο ερπετά από πάνω του έτοιμα να επιτεθούν, ο μικρός ημίθεος τα άρπαξε με τα μικρά αλλά δυνατά χεράκια του και τα έπνιξε σφίγγοντάς τα με τις γροθιές του.
Ο Αμφιτρύωνας, που εκείνη τη στιγμή έμπαινε στο δωμάτιο με το σπαθί του έτοιμο να υπερασπιστεί τη ζωή των παιδιών του, βλέποντας τη σκηνή, αναφώνησε:
«Τώρα πια δεν έχω καμία αμφιβολία. Είμαι σίγουρος πως αυτό το παιδί είναι του Δία. θα το μεγαλώσω με κάθε φροντίδα, χωρίς να του λείψει τίποτα, και με όλες τις τιμές που αρμόζουν σε ένα θεό».

Ο Γαλαξίας

Η Ήρα και ο Δίας έκαναν μια συμφωνία.
«Δέχομαι να γίνει ο γιος σου αθάνατος, όπως αρμόζει στον απόγονο ενός θεού» είπε η Ήρα στον άντρα της. «Όμως, αυτό είναι ένα προνόμιο που θα πρέπει να το κερδίσει. Όταν ο Ηρακλής μεγαλώσει, θα μπει στην υπηρεσία του Ευρυσθέα, του βασιλιά των Μυκηνών, και θα πρέπει να εκτελέσει με επιτυχία δώδεκα άθλους. Μόνο τότε θα ανακηρυχθεί ήρωας και θα μπορέσουμε να τον δεχτούμε ανάμεσα μας με ίσο» δήλωσε η Ήρα με αυστηρότητα.
0 Δίας αναγκάστηκε να συμφωνήσει. Σκέφτηκε, όμως, ότι, για να γίνει ο Ηρακλής αθάνατος, θα έπρεπε να τραφεί από το στήθος της μητέρας των θεών.
«Ερμή» διέταξε τον αγαπημένο του αγγελιαφόρο «κάθε βράδυ, αφού η Ήρα αποκοιμηθεί, θα παίρνεις το γιο μου και θα τον βάζεις στο στήθος της για να τραφεί από το θεϊκό γάλα και να γίνει άτρωτος και ανίκητος».

Έτσι κι έγινε. Ενα βράδυ, όμωε, το παιδί, που πεινούσε πολύ άρχισε να ρουφά το θεϊκό γάλα με τόση λαιμαργία, που η θεά ξύπνησε ενοχλημένη. Μόλιε είδε το βρέφος να πίνει το γάλα από το στήθος της, τρόμαξε και το απομάκρυνε απότομα από κοντά της. Εκείνη τη στιγμή, μια τεράστια γουλιά από γάλα πετάχτηκε με φόρα από το στόμα του μικρού Ηρακλή και έφτασε μέχρι τον ουρανό. Οι σταγόνες αυτές μεταμορφώθηκαν σε αστέρια και ακόμα και σήμερα, όταν νυχτώνει, μπορούμε να τις δούμε να λάμπουν στον ξάστερο ουρανό. Είναι ο Γαλαξίας.

Τα νεανικά χρόνια του Ηρακλή
0 μικρός Ηρακλής σπούδασε κοντά στους καλύτερους δασκάλους. Η υπεράνθρωπη δύναμη που είχε από μωρό μεγάλωνε καθώε γινόταν έφηβος. 0 νεαρός ημίθεος διακρινόταν σε όλα τα αθλήματα, την πάλη, την ξιφομαχία, την τοξοβολία, τις πολεμικές τέχνες, και σε κάθε αναμέτρηση ήταν ανίκητος.

Αυτό, όμως, που δεν άρεσε καθόλου στο νεαρό Ηρακλή ήταν η μελέτη. Του ήταν πολύ δύσκολο να συγκεντρωθεί και να είναι επτμελής σε όλα όσα του ανέθεταν οι δάσκαλοι του. Παρά τις προσπάθετές τους, δεν μπορούσαν να του μάθουν να γράφει και να διαβάζει. Φανταστείτε την αντίδραση του μικρού Ηρακλή όταν ο Λίνος, που του δίδασκε μουσική, επέμενε να τον κρατήσει για ώρες κοντά του ώστε να εξασκηθεί στη λύρα. Όσο ο Λίνος επέμενε, τόσο έχανε την υπομονή του ο Ηρακλής. Στο τέλος, ο μικρός μαθητής, σε μια έκρηξη θυμού, άρχισε να εκτοξεύει ό,τι έβρισκε γύρω του και, ανήμπορος να συγκρατήσει τα νεύρα του, έσπασε ένα σκαμνί στο κεφάλι του δασκάλου του… 0 Αμφττρύωνας, που φοβόταν την οργή του Απόλλωνα, του πατέρα του Λίνου, δεν είχε άλλη επιλογή από το να τιμωρήσει τον Ηρακλή.
«Θα πας στον Κιθαιρώνα, θα ζήσετε εκεί και θα βόσκετε τα κοπάδτα μου!» του είπε αυστηρά.
Έτσι ο Ηρακλής μεγάλωσε με τους βοσκούς, ζώντας χαρούμενος ανάμεσα τουε. Περνούσε όλη του την ημέρα στην ύπατθρο, στον καθαρό αέρα, και προστάτευε τα κοπάδτα από τα πετνασμένα θηρία του βουνού. Για να παλεύει καλύτερα με τα άγρια ζώα, είχε φττάξει μόνος του από κορμό ελιάς ένα βαρύ ρόπαλο. Όταν κρατούσε αυτό το όπλο, κανένα ζώο δεν μπορούσε να του ξεφύγει.Ήταν, βλέπετε, τρομερά δυνατός.

Εναντίον των Μινυών
Όταν ο Ηρακλής έγινε δεκαοκτώ ετών, ήταν πια ένας άντρας με.σώμα δυνατό και μυώδες. Μια μέρα με την υπεράνθρωπη δύναμη του νίκησε ένα λιοντάρι που επιτέθηκε στο κοπάδι. 0 Ηρακλής πάλεψε με το άγριο ζώο και με μόνο όπλο τα χέρια και τη δύναμη του κατάφερε να το σκοτώσει. Για να τον επιβραβεύσει γι’ αυτό του το κατόρθωμα, ο Αμφιτρύωνας του επέτρεψε να γυρίσει στη Θήβα.
Καθώς ο Ηρακλής πλησίαζε στη Θήβα, οπλισμένος με το ρόπαλο του και φορώντας το δέρμα του λιονταριού που είχε σκοτώσει, συνάντησε τουε απεσταλμένους του Εργίνου, βασιλιά των Μινυών του Ορχομενού, που έρχονταν να εισπράξουν από τη Θήβα τον ετήσιο φόρο για τον κύριο τους. Σύμφωνα με μια συμφωνία, οι Θηβαίοι έπρεπε για είκοσι χρόνια να πληρώνουν φόρο είκοσι αγελάδες στους κατοίκους του Ορχομενού.
«Πού νομίζεις ότι πας, Θηβαίε;» τον ρώτησαν αυταρχικά οι απεσταλμένοι του Βασιλιά. «Κάνε πέρα να περάσουμε γιατί βιαζόμαστε. Πάμε να πάρουμε αυτό που μας χρωστάνε οι συμπολίτες σου».

Ο Ηρακλής οργίστηκε τόσο με την αλαζονεία τους, που αποφάσισε να τους δώσει ένα αξέχαστο μάθημα. Αφού τους χτύπησε ώσπου έπεσαν όλοι τους στο χώμα αναίσθητοι, τους έκοψε τις μύτες και τ’ αυτιά, τα πέρασε σε μια κλωστή και τα κρέμασε στο λαιμό τους.
«Ορίστε ο φόρος σας! Είμαι σίγουρος πως αυτά τα “κοσμήματα” θα στολίσουν το λαιμό των γυναικών σας. Κι αν δε θέλετε να φτιάξω κι άλλα στολίδια από τα μάτια και τιε γλώσσες σας, φύγετε αμέσως και μην ξαναγυρίσετε ποτέ ξανά. Η Θήβα δε σας χρωστά πια τίποτα! τους είπε.

Μέγαρα, η γυναίκα του Ηρακλή
Οι Μινύες, για να εκδικηθούν την ταπείνωση, αποφάσισαν να κηρύξουν πόλεμο εναντίον τηε Θήβας. 0 Ηρακλής ζήτησε τότε τη βοήθεια της θεάς Αθηνάς και εκείνη του έδωσε όπλα με τα οποία θα γινόταν ανίκητος.

Έπειτα από μία αιματηρή μάχη, στην οποία ο Ηρακλής αντιμετώπισε μόνος του ολόκληρη τη στρατεία των Μινυών, ο ήρωας βγήκε για ακόμη μία φορά νικήτης. Ο βασιλιάς Κρέοντας δέχτηκε τον σωτήρα της πόλης στην πατρίδα του με όλες τις πρέπουσες τιμές.

< Καλωσόρισες, ηρωικέ προστάτη της πόλης μας. Η Θήβα θα σου χρωστάει αιώνια ευγνωμοσύνη για το ασ΄γκριτο θάρρος σου. Πρώτος εγώ θέλω να σου εκφράσω τις ευχαρηστίες μου κι γι’αυτό θα σου προσφέρω ότι πολυτιμότερο έχω. Θα σου δώσω το χέρι της κόρης μου, Μεγάρας>.

Έτσι ο Ηρακλής παντρεύτηκε την όμορφη κοπέλα και μαζί έκαναν τρία παιδιά. Ευτιχισμένος με την αγαπημένη του οικογένεια, έζησε αρμονικά για χρόνια στο παλάτι. ¨Ομως το μίσος τηε Ήρας για τον Ηρακλή δεν είχε σβήσει. Η ζηλιάρα θεά δεν άντεχε να βλέπει τον παράνομο γιό της να ζεί ευτιχισμένος. Αποφάσισε λοιπόν να τιμωρήσει τον Ηρακλή για ακόμη μιά φορά και διάλεξε μία σκληρή και απάνθρωπη τιμωρία: θόλωσε το μυαλό του ανυποψίαστου ήρωα.

Η τρέλα του Ηρακλή

Ο Ηρακλής, τρελαμένος από την επέμβαη της Ήρας, έκανε τις πιο αισχρές πράξεις. Πρώτα έβαλε φωτιά και κατέστρεψε το παλάτι του βασιλιά. Ενώ το ανάκτορο φλεγόταν, τα τρία παιδιά του Ηρακλή, τρομοκρατημένα, προσπάθησαν να σωθούν, αλλά μάταια. Ο πατέρας τους τα κυνήγησε και τα σκότωσε ένα ένα με τα βέλη του. Ακόμα και την Μεγάρα, η οποία έτρεξε κοντά τους για να τα σώσει, την τραυμάτισε βαριά.

Το χέρι του Ηρακλή ήταν έτοιμο να χτυπήσει θανάσιμα και τον πατέρα του, τον Αμφιτρύωνα, όταν η Αθηνά, βλεποντάς τον, ένιωσε οίκτο για το παθημά του. Πριν προλάβει να κάνει έναν ακόμη φόνο, του πέταξε μια πέτρα που τον χτύπησε στο στήθος και τον πέταξε στο έδαφος. Ο ήρωας έπεσε ξαφνικά σε ένα βαθύ ύπνο.

Όταν ξύπνησε, είχε ξαναβρεί την λογική του και συνειδητοποίησε τι είχε κάνει.

Έτρεξε τότε στουε Δελφούς για να συμβουλευτεί το μαντείο του Απόλλωνα.
«θα φύγεις αμέσως για τιε Μυκήνες» τον διέταξε η Πυθία «και εκεί θα μπεις στην υπηρεσία του Ευρυσθέα ώσπου να εξαγνιστείς για τις άθλιες πράξεις σου. θα πρέπει να εκτελέσεις με επιτυχία κάθε άθλο που θα σου αναθέσει ο άρχοντάς σου».

Έτσι, οι δώδεκα άθλοι που είχαν τόσο καιρό συμφωνηθεί ανάμεσα στην ‘Ηρα και το Δία, θα γίνονταν πραγματικότητα.
Ο Ηρακλής στις Μυκήνες
Ο Ευρυσθέας, το παιδί που είχε γεννήσει η Νικίππη πρόωρα τόσα χρόνια πριν, είχε γίνει πλέον βασιλιάς των Μυκηνών.
Δεν μπορούμε να πούμε πως ο Ευρυσθέας ήταν ο ιδανικός βασιλιάς για την πόλη αυτή. Οι Μυκήνες ήταν μια πόλη πλούσια, μεγαλόπρεπη και πανίσχυρη, προστατευμένη από απόρθητα τείχη. Αντίθετα, ο βασιλιάς της ήταν έναε άνδρας άβουλος, δειλός και χωρίς προσωπικότητα.
Όταν ο Ηρακλής έφτασε στην πόλη του, ο Ευρυσθέας δεν τον υποδέχτηκε όπωε ταίρια­ζε στο γιο του Δία. Αλλωστε, ήξερε καλά τη φήμη που ακολουθούσε το μεγάλο ήρωα. Γνώριζε πωε ο επισκέπτης του είχε δύναμη υπε­ράνθρωπη, αλλά και χαρακτήρα βίαιο και οξύθυμο. Πάνω απ’ όλα, όμως, είχε ακούσει για τα φοβερά εγκλήματα που είχε διαπράξει ο Ηρακλής κατά τη διάρκεια της τρέλας του και για την επιθυμία του να εξαγνιστεί και να συγχωρεθεί γι’ αυτά.
“θα κρατήσω αυτόν το δυνατό άνδρα στην υπηρεσία μου, γιατί αυτό είναι το θέλημα των θεών” σκέφτηκε ο βασιλιά.
“Όμως δε θέλω να έχω καμία σχέση μαζί του. θα τον κρατήσω όσο μπορώ σε απόσταση, γιατί είναι πολύ επικίνδυνος” αναλογίστηκε ανήσυχος.

Για να νιώθει πιο σίγουρος, έχτισε ένα καταφύγιο κάτω από το Βασιλικό ανάκτορο, όπου θα μπορούσε να κρύβεται κάθε φορά που ο Ηρακλής θα ήθελε να τον επισκεφτεί. Επίσης, για να ξέρει κάθε στιγμή πού βρίσκεται και τι κάνει ο Ηρακλής, του διέθεσε έναν υπηρέτη, τον Κοπρέα, ο οποίος ανέφερε στο βασιλιά κάθε κίνηση του ήρωα.
Από τα δέκα χρόνια που ο Ηρακλής έμεινε στις Μυκήνες, τα περισσότερα από αυτά τα πέρασε έξω από την πόλη. 0 Ευρυσθέας τού ανέθετε συνεχώς τις πιο επικίνδυνες αποστολές, ελπίζοντας πωε κάποια στιγμή ο ατίθασος ήρωας θα έχανε τη ζωή του. Και πράγματι, πολλές φορές ο Ηρακλής κινδύνεψε να περάσει από τον κόσμο των ζωντανών στο βασίλειο του Αδη στην προσπάθεια του να εκτελέσει με επιτυχία τιε διαταγές του Βασιλιά των Μυκηνών.

11. Ο Τροικος πόλεμος

The Trojan war Greek mythology
The Trojan war Greek mythology

Ενώ αυτή η ιστορία θα έπρεπε να είναι για τον πόλεμο, περισσότερο ασχολείται με το πώς εξελίχθηκαν τα πράγματα μετά από έναν καβγά ανάμεσα σε δυο άρχοντες από το ίδιο στρατόπεδο. Εννιά χρόνια που κράτησαν οι μάχες με τον εχθρό, δεν είχαν σκοτωθεί τόσοι άνθρωποι, όσοι αφανίστηκαν εξαιτίας της διχόνοιας που έπεσε ανάμεσα σε φίλους και συμμάχους.

Ο άρχοντας Αγαμέμνονας, σε μια από τις επιθέσεις στα περίχωρα της Τροίας, άρπαξε και έκανε σκλάβα του μια όμορφη κοπέλα. Αυτή ήτανε κόρη του ιερέα Χρύση, που, σαν το ‘μαθε, πήγε τρέχοντας κι έπεσε στα πόδια του βασιλιά προσφέροντας του λύτρα για την κόρη του.

– Να φύγεις, να πας από κει που ‘ρθες, του είπε με ασέβεια ο Αγαμέμνονας. Η κόρη σου θά ‘ρθει μαζί μου στο ‘ Αργός κι εκεί θα μείνει μέχρι να γεράσει.
Απαρηγόρητος ο γέρος ζήτησε με προσευχή τη βοήθεια του θεού Απόλλωνα κι αυτός έστειλε για τιμωρία μια φοβερή αρρώστια που θέριζε το ελληνικό στρατόπεδο.

Πέρασαν έτσι εννιά μέρες. Ξεσηκώθηκε όμως από τους αρχηγούς ο Αχιλλέας, που τον φώτισε η θεά Ήρα, και μίλησε στους άλλους:
– Πρέπει να ρωτήσουμε ένα μάντη, σε τι φταίξαμε και μας τιμωρεί ο Απόλλωνας. Έτσι που πάμε, θα ξεκληριστούμε όλοι, δε θα μείνει ούτε ένας να γυρίσει στην πατρίδα.

Τότε σηκώθηκε ο μάντης Κάλχας:
– Ζητάω την προστασία σου, Αχιλλέα, για ό,τι θα πω, γιατί μπορεί να κάνω κάποιον που έχει εξουσία να θυμώσει. Πρέπει ο βασιλιάς Αγαμέμνονας να λευτερώσει την κόρη τού Χρύση.

Σκοτεινιασμένος ο Αγαμέμνονας είπε πως αυτό ποτέ δε θα το δεχόταν. Καθώς όμως το καλοσκέφτηκε, γύρισε όλο θυμό και εκδίκηση και είπε στον Αχιλλέα:
– Πολύ καλά. στείλτε πίσω τη Χρυσηίδα στον πάτερα της, αλλά τότε εγώ θα πάρω τη δική σου σκλάβα, Αχιλλέα, μια κι εσύ είχες την ιδέα.

– Αχάριστε ! φώναξε ο Αχιλλέας. ¨Ηρθα εδώ μόνο για να βοηθήσω εσένα και τον αδελφό σου. Δεν το ‘χω σε τίποτα να σας παρατήσω και να φύγω!
– Φύγε λοιπόν, δε σ’ έχουμε ανάγκη!
Καλά που βρέθηκε πίσω του η θεά Αθηνά και τον κράτησε, αλλιώς θα ‘χε ριχτεί στον Αγαμέμνονα με το σπαθί του. Μπήκε στη μέση ο βασιλιάς της Πύλου, ο γερο-Νέστορας, που ήτανε γλυκομίλητος και τον σεβόντουσαν όλοι.
– Χαρά που θα ‘χει ο Πρίαμος κι οι γιοι του να βλέπουν να μαλώνουνε οι Αχαιοί μεταξύ τους. Σταματήστε τους καβγάδες!
Πάνω σ’ αυτά σηκώθηκαν κι έφυγαν ο Αχιλλέας με το φίλο του τον Πάτροκλο. Ο Αγαμέμνονας έστειλε ένα καράβι με κυβερνήτη τον Οδυσσέα να επιστρέψει την κόρη τού Χρύση. Το γέμισε με δώρα για το θεό Απόλλωνα.

Το πείσμα όμως το κρατάει ο Αγαμέμνονας. Στέλνει αμέσως δυο κήρυκες να του φέρουν την όμορφη κοπέλα που είχε στη σκηνή του,
λάφυρο, ο Αχιλλέας. Με δάκρυα αγανάκτησης τρέχει στην ακροθαλασσιά ο Αχιλλέας και καλεί τη μάνα του τη Θέτιδα, κόρη του Ποσειδώνα.
Της λέει τα όσα γίνανε και της ζητάει να βρει το Δία και να τον πείσει να δώσει τη νίκη στους Τρώες για να μετανιώσει ο Αγαμέμνονας.

Δώδεκα μέρες πέρασαν μέχρι να καταφέρει η Θέτιδα μια συνάντηση με το Δία, γιατί οι θεοί είχανε πάει ταξίδι στην Αιθιοπία. Μόλις έμαθε πως γυρίσανε, ανέβηκε στον Όλυμπο, κάθισε στα πόδια του Δία και τον παρακαλούσε για το παιδί της.
– Θα με βάλεις σε μπελάδες με το αίτημα σου, είπε ο Δίας, αλλά θα σου γίνει η χάρη, για να πάρει εκδίκηση ο γιος σου. Οι Τρώες από αύριο θα προχωρούνε νικηφόροι.
Αυτά ήθελε ν’ ακούσει η Θέτιδα και ικανοποιημένη ξαναγύρισε στα βάθη της θάλασσας. Η Ήρα όμως που τίποτα δεν της ξεφεύγει τα έβαλε με τον Δία

Oλοι κοιμούνται, θεοί και θνητοί, μόνο ο Δίας ξαγρυπνάει. Σκέφτεται πώς να κάνει τον Αγαμέμνονα να αισθανθεί την έλλειψη του Αχιλλέα. Στέλνει ένα όνειρο στο βασιλιά πως τάχα τώρα είναι η ώρα για την τελική επίθεση. Ξυπνάει την αυγή ο Αγαμέμνονας και καλεί τους γέροντες αρχόντους να τους διηγηθεί το όνειρο του.
Όταν το άκουσαν, πρώτος ο Νέστορας είπε: Στα άρματα, Αχαιοί, δεν έρχεται στον καθένα τέτοιο όνειρο. Ήρθε στον αρχηγό μας και είναι σημαδιακό.

Ο στρατός άρχισε σαν μελίσσι να μαζεύεται, γιατί γρήγορα κυκλοφόρησε η φήμη πως κάτι σημαντικό είχε να τους πει ο αρχηγός. Ο Αγαμέμνονας σκέφτηκε να φέρει πρώτα το στράτευμα στο φιλότιμο, κι έτσι αντί για τη μεγάλη επίθεση, τους λέει πως αποτύχανε και καλύτερα ντροπιασμένοι να τα μαζεύουν και να γυρίσουν στην πατρίδα. Η Τροία, όπως φαίνεται, δεν πέφτει. Δεν απόσωσε το λόγο του κι οι Αχαιοί τρέξανε στα καράβια. Ούτε νίκη ούτε φιλότιμο τους νοιάζει, θέλουν να γυρίσουνε στα σπίτια τους.

Βλέπει αυτά τα χάλια από ψηλά η Ήρα και καλεί την Αθηνά:
Τι είναι αυτά τα καμώματα; Έτσι παρατάνε τον αγώνα οι Αχαιοί; Άδικα χάθηκαν τόσοι άντρες εννιά χρόνια; Θ’ αφήσουν την προδοσία της Ελένης ατιμώρητη; Τρέχα εμπόδισε τους.

Χύθηκε η Αθηνά και πρώτο βρήκε τον Οδυσσέα. Δε χρειάστηκε να του πει πολλά για να τον πείσει. Πάει ο ίδιος από καράβι σε καράβι κι όπου συναντάει άρχοντα τον διπλαρώνει με λόγια πολλά και πονηρά. Τους λέει πως ο Αγαμέμνονας κάτι άλλο έχει στο μυαλό του και πως δεν πρέπει να παρατήσουν τον αγώνα. Κι όπου στρατιώτες ξεσηκωμένοι, τους βάζει άγριες φωνές. Όλοι φοβούνται και κάνουν πίσω, εκτός από έναν, το Θερσίτη. Αρκετές θυσίες έχουμε κάνει εμείς οι απλοί στρατιώτες για να μαζεύουν οι αρχηγοί τα
λάφυρα. Φτάνει, θέλουμε να γυρίσουμε πίσω.

– Πώς τολμάς να τα βάζεις με βασιλιάδες ορμάει ο Οδυσσέας και τον χτυπάει γερι ραβδί του.
Τότε σηκώθηκε ο μάντης Κάλχας και θύ στο στρατό πως όταν ξεκινούσανε γι’ αυ εκστρατεία και θυσιάζανε στην παραλία Αυλίδας, πετάχτηκε απ’ το βωμό ένα μα φοβερό φίδι. Ανέβηκε στον πλάτανο κι ί οχτώ σπουργιτάκια, με τη μάνα τους ενν και μετά μαρμάρωσε.

– Αυτό ήταν σημάδι που μας έστειλε ο Δίας, Ο δέκατος χρόνος της νίκης. Γι’ αυτό κρατήστε τους όρκους σας και μη λιποψιχάτε.

Μ’ αυτά τα λόγια του Κάλχα, ο στρατός αμέσως άλλαξε διάθεση. Ο Αγαμέμνονας κάλεσε τους αρχηγούς να σκεφτούνε το σχέδιο της επίθεσης.

Στην Τροία, ο Δίας στέλνει την Ίριδα να ειδοποιήσει πως, όπου να ‘ναι, θα ξεσπάσει μεγάλη επίθεση των Ελλήνων. Γρήγορα ο ‘Εκτορας ετοιμάζει το στρατό του. Ανοίγουν οι πύλες και χύνονται πεζοί κα ιππείς στο λόφο έξω απ’ την Τροία. Παίρνουνε θέσεις.

Σε παράταξη κατεβαίνουν το λόφο οι Τρώες, σαν κοπάδια γερανών. Σιωπηλά και γρήγορα διασχίζουν τον κάμπο μέσα σε σύννεφο από σκόνη. Οι δυο στρατοί πλησιάζουν. Όταν έφτασαν τόσο κοντά που να βλέπει ο ένας τον άλλον, πετάγεται έξω απο τις γραμμές ο Πάρης και προκαλεί τους Έλληνες άρχοντες σε μονομαχία.
Σταματάνε τα στρατεύματα την προέλαση κι από τους Έλληνες, με άγρια χαρά για εκδίκηση, βγαίνει μπρος ο Μενέλαος πάνοπλος και ορμητικός. Σαν να είδε φίδι μπρ6ς του ο ωραίος Πάρης, τα ‘χασε! Τρόμαξε, γύρισε πίσω και χώθηκε φοβισμένος μέσα στους προμάχους. Έξω φρενών ο αδερφός του ο Έκτορας του λέει: Μόνο γυναίκες ξέρεις να κλέβεις ελόγου σου! Σπουδαίο παλικάρι είσαι! Έβγα να αντιμετωπίσεις τον άντρα της γυναίκας σου. Δεν ακούς τους Αχαιούς που γελάνε; Αλλά έτσι είσαστε εσείς που τρέχετε πίσω απ’ τις γυναίκες, δειλοί και τιποτένιοι. Ντροπιασμένος ο Πάρης ξαναβγήκε εμπρός. Τότε ο Έκτορας κρατώντας ψηλά το κοντάρι του έκοψε τρέχοντας τις φάλαγγες των Τρώων και τους σταμάτησε.
Κι ο Αγαμέμνονας ύψωσε τη φωνή του να κρατήσει τους Αχαιούς που ρίχναν βέλη και πετροβολούσαν: Σταθείτε ν’ ακούσουμε τι έχει να μας προτείνει ο Έκτορας.

Και τότε ο Έκτορας είπε: Ακούστε, Τρώες και αντρειωμένοι Αχαιοί. Ο αδερφός μου Πάρης, που πρώτος άρχισε την έχθρα ανάμεσα μας, θα μονομαχήσει με το Μενέλαο που του ‘κλεψε περιουσία και γυναίκα. Όποιος κερδίσει παίρνει τα λάφυρα του και φεύγει, κι οι δυο στρατοί θα γίνουν φίλοι. Γιατί αρκετά τραβήξανε οι απλοί άνθρωποι με τα καμώματα των αρχόντων. Φέρτε ένα μαύρο κι ένα άσπρο αρνί να θυσιάσετε κι εμείς θα φέρουμε το τρίτο για το Δία. Στέλνω να καλέσω τον πατέρα μου, το γερο-Πρίαμο, να ορκιστεί πως έτσι θα γίνουν τα πράγματα, γιατί εσείς με το δίκιο σας δε θα εμπιστευτείτε εμάς τους γιους του. Έτσι η μάχη σταμάτησε και φύγανε μαντατοφόροι για το κάστρο. Μέσα στο ανάκτορο η Ελένη υφαίνει σε ένα κόκκινο πανί μάχες και παλικαριές σαν αυτές που γίνονται κάτω στον κάμπο για χατίρι της. Έρχεται η θεά Τριδα με τη μορφή της κουνιάδας της, της Λαοδίκης, και της λέει για τη μονομαχία Πάρη-Μενέλαου.
Ήταν σαν μαχαίρι στην καρδιά της αυτό νέο, γιατί δεν είχε ξεχάσει τον τόπο της, γονιούς της κι ακόμα ούτε τον πρώτο της άντρα. Έριξε ένα άσπρο πέπλο στο κεφό της κι έτρεξε ψηλά στα τείχη, εκεί που ήτ μαζεμένοι οι γερόντοι, να δει τον αγώνα. Ξεχωρίζει τους Έλληνες βασιλιάδες και ι δείχνει στον Πρίαμο:
– Αυτός ο ψηλός είναι ο Αγαμέμνονας και του ο Αίαντας ο Τελαμώνιος και ο γενναίος Ιδομενέας.

Οι αντίπαλοι ετοιμάζονται. Γίνεται η θυο και ο Πρίαμος φτάνει εκεί να ορκιστεί κι αμέσως φεύγει πίσω στα τείχη, γιατί δεν αντέχει να δει το γιο του να χτυπιέται με το Μενέλαο.
Τράβηξαν κλήρο ποιος θα ρίξει πρώτος το κοντάρι. Ρίχνει ο Πάρης και στραβώνει το κοντάρι του πάνω στου Μενέλαου την ασπίδα. Ρίχνει ο Μενέλαος και σκίζει το θώρακα του Πάρη, αλλά δεν τον πληγώνει. Τότε βγάζί σπαθί και τον χτυπάει κατακέφαλα στο κράνος, του γλίστρησε όμως και του ‘φυγε. Τότε ορμάει και τον αρπάζει απ’ τη φούνι του κράνους κι άρχισε να τον σέρνει. Το λουρί τον πνίγει στο λαιμό και θα τον σκότωνε, αν η θεά Αφροδίτη δεν έκανε να σπάσει το λουρι και να προλάβει να το σκάσει ο Πάρης μέσα σε ένα σύννεφο σκόνης. Ο Μενέλαος έμεινε με το άδειο κράνος στο χέρι.

Τρέχει κατατρομαγμένος ο Πάρης και φτάνει μέσα στα τείχη, στο δωμάτιο της Ελένης. Η Αφροδίτη με τη μορφή μιας δούλας πάει να φωνάξει την Ελένη. Την αγκαλιάζει ο Πάρης κι αυτή θυμώνει που τέτοιες ώρες ο νους του είναι στα φιλιά. Αλλά έτσι ξεγελάει αυτός τρομάρα του.
Τώρα όμως ο Μενέλαος τριγυρίζει σαν το θεριό.

– Ακούστε όλοι, λέει ο Αγαμέμνονας, ο Πάρης νικήθηκε, λοιπόν δώστε μας την Ελένη και βιος της. όπως ορκιστήκατε.

Ραψωδία Δ
Οι θεοί αποφασίζουν να συνεχιστεί ο πόλεμος. Τους Έλληνες προστατεύουν η Αθηνά και η Ήρα. Τους Τρώες, η Αφροδίτη, ο Απόλλωνας κι ο Άρης.

Στον Ολυμπο οι θεοί διασκεδάζουν, γιατί ο Δίας πειράζει την Ήρα. – Ώστε ο Μενέλαος εκτός από σένα έχει και την Αθηνά προστάτιδα. Πάλι όμως η Αφροδίτη σάς την έφερε και γλίτωσε τον προστατευόμενο της απ’ τα χέρια του Χάρου. Τι θα γίνει λοιπόν τώρα; Θα αφήσουμε να συνεχιστεί ο πόλεμος ή θα πούμε να γίνει ειρήνη. Πρέπει να ξέρετε όμως ότι η Τροία είναι κάτω απ’ την προστασία μου. – Κι εγώ προστατεύω το ‘ Αργός, τις Μυκήνες και τη Σπάρτη, και λέω πως πρέπει να συνεχιστεί ο πόλεμος κι όποιος φταίει να πληρώσει, λέει η Ήρα. Δίνει εντολή στην Αθηνά ο Δίας να κατέβει στα στρατόπεδα και να ανάψει πάλι ο αγώνας. Εκείνη πήρε τη μορφή του Λαόδοκου, του γιου τού Αντήνορα, κι αναζητούσε μες στους Τρώες τον Πάνδαρο, που ήταν ο πιο σπουδαίος τοξότης. Του βάζει στο νου να σημαδέψει το Μενέλαο.
Τον βρήκε η σαΐτα στο χέρι και στη ζώνη, την πέρασε, χώθηκε στο θώρακα και χύθηκε ποτάμι το αίμα. Τρέχει κοντά του ανήσυχος ο Αγαμέμνονας. Φωνάζει να ‘ρθει ο γιατρός, ο Μαχάονας, να δέσει την πληγή του. Κι όταν ησύχασε πως το τραύμα δεν ήταν σοβαρό και γλίτωσε ο αδελφός του, γύρισε όλο λύσσα για εκδίκηση να ετοιμαστεί για την επίθεση. Έγινε τέτοιος σκοτωμός, που γλίτωσαν μόνο όσοι απ’ τους Έλληνες τους οδήγησε η Αθηνά απ’ το χέρι κι όσοι απ’ τους Τρώες προστάτη είχαν τον Απόλλωνα.

H Αθηνά οδηγήτρα σπρώχνει το Διομήδη στη μάχη πρώτον κι ακολουθούν όλα τα παλικάρια των Αχαιών, ο Αγαμέμνονας, ο Ιδομενέας, ο Μενέλαος, ο Μηριόνης, ο Μέγης κι ο Ευρύπυλος. Με σκοπό να μείνουν οι Τρώες αβοήθητοι, λέει στον Άρη: Ας αφήσουμε εμείς οι δυο τη μάχη κι ας αποφασίσει ο Δίας ποιος θα ‘ναι ο νικητής. Πάμε να καθίσουμε στην καλαμιά πλάι στο ποτάμι κι ό,τι θέλει ας γίνει. Κι έτσι οι Αχαιοί προελαύνουν τσακίζοντας το ένα μετά το άλλο τα παλικάρια της Τροίας. Τους ρίχνουν στη γη και τους ξεγυμνώνουν απ’ τις πανοπλίες και τ’ άρματα. Στο Διομήδη που ξεχωρίζει, ρίχνει ο Πάνδαρος το βέλος του που τον τρυπάει πέρα για πέρα στον ώμο. Τον καθάρισα, φωνάζει στους Τρώες! Αλλά το παλικάρι στέκει όρθιο. Σταματάει το αμάξι του Σθένελου που μάχεται πλάι του και του ζητάει να του βγάλει τη σαΐτα. Την τραβάει αυτός με δύναμη και το αίμα τρέχει ποτάμι.
Αθηνά, βοήθησε με, παρακαλάει ο Διομήδης, και σηκώνει γιατρεμένος το κοντάρι του. Όρμα, Διομήδη, είμαι πλάι σου. Ρίξε σ’ όποιον δεις μπροστά σου, κι ας είναι κι η Αφροδίτη.

Χιμάει το παλικάρι και πέφτουν σαν τα πρόβατα οι Τρώες κάτω απ’ το σπαθί του. Βλέπει τη συμφορά των Τρώων ο Αινείας και ορμάει ενάντια στο Διομήδη πάνω σ’ άμαξα. Ρίχνει ο Διομήδης και χτυπάει τον Αινεία. Αλλά η μάνα του, η Αφροδίτη, πριν προλάβει να τον αποτελειώσει ο Διομήδης, έρχεται να τον αγκαλιάσει προστατευτικά. Τότε ο Διομήδης τους βάζει στο κυνήγι και λαβώνει τη θεά στο χέρι.
Φωνάζει αυτή και αφήνει το γιο της να πέσει. Όμως για καλή του τύχη ήταν πλάι ο Απόλλωνας και τον κάλυψε με μαύρο σύννεφο. – Παράτα τους πολέμους, Αφροδίτη, της φωνάζει ο Διομήδης. Σου φτάνει που ξελογιάζεις γυναίκες ανόητες, αυτή είναι η δουλειά σου!

Η Αφροδίτη σκούζοντας τρέχει στην αγκαλιά του αδελφού της τον Άρη.

-Δώσε μου τα άλογα σου να γυρίσω στον Όλυμπο, γιατί με σφάζει ο πόνος. Πλάι στους Τρώες έμεινε εμψυχωτής ο Απόλλωνας, αλλά η Αθηνά απ’ το άλλο μέρος ανέβηκε στο άρμα του Διομήδη κι αυτός ατρόμητος ορμάει εναντίον του ίδιου τον και τον πληγώνει.
Άλλος αυτός…, φτάνει κλαίγοντας στον πατέρα του το Δία.

Το άδικο το βλέπεις, λέει στο Δία, αλλά στη κόρη σου την Αθηνά κάνεις όλα τα χατίρια. Εδώ για χάρη των θνητών αλληλοσκοτωνόμαστε οι θεοί κι εσύ δεν παίρνεις θέση.

Μην κλαψουρίζεις άδικα. Καλά είναι να δοκιμάσεις κι εσύ τα δεινά του πολέμου, πολύ σ’ αρέσει αυτό το παιχνίδι.

Ανεμος αισιοδοξίας φύσηξε ανάμεσα στους στρατιώτες της Τροίας καθώς είδαν τα δυο αδέλφια να μπαίνουνε στη μάχη. Το ένα μετά το άλλο άρχισαν να πέφτουν τα παλικάρια των Ελλήνων.
Η Αθηνά βλέπει τη σφαγή των δικών της από τον Όλυμπο και χύνεται να τους βοηθήσει. Ο Απόλλωνας όμως ορθώθηκε αντίκρυ της προστάτης των Τρώων. Πώς βλέπεις να έρθει σε τέλος αυτός ο πόλεμος; του λέει η Αθηνά. Λέω να βάλουμε την ιδέα στον Έκτορα να καλέσει σε μονομαχία έναν απ’ τους Αχαιούς, και όποιος σκοτώσει τον άλλον θα είναι οι δικοί του οι νικητές του πολέμου. Έτσι οι δυο στρατοί παρατάχτηκαν να δουν τη μονομαχία.
Ο Μενέλαος πρώτος είπε πως αυτός θα χτυπηθεί με τον Έκτορα. Αλλά ο Αγαμέμνονας έχει αντιρρήσεις: Αυτό που θέλεις να κάνεις είναι τρέλα. Ούτε ο Αχιλλέας δε θα μπορούσε εύκολα να τα βγάλει πέρα με τέτοιο παλικάρι. Θα φας το κεφάλι σου, γιατί είναι σίγουρα πολύ καλύτερος σου. Εννέα θέλησαν να μονομαχήσουν με τον Έκτορα. Έτσι λοιπόν αποφασίστηκε να τραβήξουν κλήρο κι ο κλήρος πέφτει στον Αίαντα.
Σαν τον Άρη τον ίδιο φάνηκε ο πελώριος Αίαντας με τη χάλκινη αρματωσιά του καθώς έπεσε άγριος πάνω στον Έκτορα. Στα χέρια κρατάει ασπίδα καμωμένη από εφτά προβιές βοδιού, τη μια πάνω στην άλλη, και στο τέλος μια στρώση χαλκού.
Η πρώτη κονταριά που έριξε ο Έκτορας τρύπησε όλα τα δέρματα κι έφτασε μέχρι την έκτη στρώση. Ρίχνει ο Αίαντας και τρυπάει τη στρογγυλή ασπίδα, περνάει το θώρακα και σκίζει το χιτώνα του Έκτορα, χωρίς όμως να τον πληγώσει.
Τραβάνε τα κοντάρια και ρίχνουνε, κι αυτή τη φορά πληγώνεται ο Έκτορας στο σβέρκο. Αντί να λυγίσει αυτός, σκύβει, παίρνει μια θεόρατη πέτρα, τη ρίχνει, και τον ξαπλώνει χάμω. Αόρατος τρέχει ο Απόλλωνας, ανασηκώνει τον Αίαντα κι ο αγώνας συνεχίζεται. Θα τραβούσαν τα σπαθιά τους να χτυπηθούν, αν δεν ερχόταν ο Ιδαίος, ο κράχτης των Τρώων, κι ο Ταλθύβιος, ο κράχτης των Αχαιών, να πουν ότι τη νύχτα δεν πολεμάνε.
Οι δυο εχθροί χωρίζουν σαν φίλοι. Ο Έκτορας χαρίζει ένα σπαθί στον Αίαντα κι εκείνος ένα κόκκινο ζωνάρι, αναγνώριση πως και οι δυο παλέψανε σαν τίμια παλικάρια. Ο Αγαμέμνονας στρώνει τραπέζι μεγαλόπρεπο στο στρατόπεδο και πίνουν όλοι στην υγειά τού άξιου Αίαντα. Ο Νέστορας τότε βρίσκει την ευκαιρία να προτείνει:

Πρέπει να κάνουμε ανακωχή για μια μέρα, για να θάψουμε τους σκοτωμένους μας κι ακόμα να χτίσουμε τείχος με τάφρο γύρω απ’ το στρατόπεδο και να οχυρωθούμε πιο καλά για την τελική μάχη. Οι Τρώες πάλι συναντιούνται έξω από το παλάτι του Πριάμου.

Να επιστρέψει ο Πάρης την Ελένη και τους θησαυρούς που έκλεψε, αλλιώς δεν τελειώνει ο πόλεμος, προτείνει ο Αντήνορας.

Να δώσω, ναι, τους θησαυρούς, δικούς της και δικούς μας, αλλά δε δίνω την Ελένη που τώρα είναι γυναίκα μου, λέει ο Πάρης. Στείλανε λοιπόν κήρυκα να πει στον Αγαμέμνονα ότι ο Πάρης προσφέρει θησαυρούς διπλούς απ’ τους κλεμμένους γυ να σταματήσει ο πόλεμος και ότι προτείνο ανακωχή για να θαφτούνε οι νεκροί.

Ούτε τους θησαυρούς ούτε την Ελένη δε δεχόμαστε, λέει ο Διομήδης, μόνο κατάλαί ότι έφτασε το τέλος σας έτσι κι αλλιώς.

Ο Αγαμέμνονας δέχτηκε μια μέρα ανακωχή για να θαφτούνε οι νεκροί, τούτο μόνο. Γύρισε ο κήρυκας και είπε στους Τρώες τα μαντάτα. Την άλλη μέρα βγήκανε ψάχνοντας ο καθένας τούς σκοτωμένους του και με θλίψη, τούς μάζευαν και τους φόρτωναν στα κάρα να τους κάψουν στη φωτιά. Κι όποιος ήθελε μάζευε τη στάχτη του φίλου του να τη γυρα στην πατρίδα.

Κι ενώ οι Αχαιοί τελειώσανε αυτή τη λυπητερη μέρα πίνοντας κρασί απ’ τη Λήμνο για να κοιμηθούν και να ξεχάσουν, οι Τρώες μένουνε ξάγρυπνοι ακούγοντας τις βροντές του Δία, κακά προμηνύματα μέσα στη νύχτα.

Ξημερώνει στον Όλυμπο.
Ο Δίας καλεί τους θεούς και αυστηρά τους απαγορεύει να ανακατεύονται στις μάχες των θνητών. Αργότερα κατεβαίνει ο ίδιος στο όρος Ίδα για να παρακολουθήσει τη μάχη από κοντά. Μέχρι το μεσημέρι κανένας δε φαίνεται να είναι νικητής. Ο Δίας βγάζει τη χρυσή ζυγαριά του και ζυγίζει τις μοίρες τους. Η Τύχη είναι με τους Τρώες. Ο Δίας αναγκάζεται να ρίξει τον κεραυνό του στους Αχαιούς που τρομαγμένοι υποχωρούν.
Ο Αγαμέμνονας προσπαθεί να τους δώσει κουράγιο. Προσεύχεται στο Δία και κείνος για μια στιγμή συγκινείται. Μέσα απ’ τους Αχαιούς ξεπηδάει ο πιο καλός τοξότης, ο Τεύκρος. Με τα βέλη του ρίχνει νεκρούς, τον ένα μετά τον άλλο, εννέα Τρώες. Μπράβο, του φωνάζει ο Αγαμέμνονας, και αν καταλάβουμε την Τροία, σου υπόσχομαι λάφυρα πολλά, άμαξα, άλογα και σκλάβα σου μια γυναίκα.
Δε χρειάζομαι ανταμοιβές για να πολεμάω γενναία, απαντάει ο Τεύκρος και σημαδεύει τον Έκτορα.
Ο Απόλλωνας όμως κάνει το βέλος του να ξεστρατίσει κι αντί τον Έκτορα βρίσκει έναν αδελφό του. Τότε σηκώνει μια μεγάλη πέτρα ο Έκτορας, τη ρίχνει στον Τεύκρο και τον κάνει λιώμα.
Η Αθηνά και η Ήρα δεν μπορούν άλλο να μείνουν αμέτοχες. Ανεβαίνουν σ’ ένα άρμα για να έρθουν στη μάχη, αλλά ο Δίας, που τα βλέπει όλα, μηνάει να κάτσουν εκεί που κάθονται, και τις γυρίζει πίσω. Φτάνει η νύχτα. Ο Έκτορας μαζεύει τους πολεμιστές του και δίνει εντολή να ανάψουν μεγάλες φωτιές μέσα και έξω από την Τροία. Να γίνει η νύχτα μέρα, μην τύχει και σκαρώσουν τίποτα οι Αχαιοί μες στο σκοτάδι. Αύριο θα είναι μέρα νίκης για μας, υπόσχεται.

Οι Αχαιοί είναι σε δύσκολη θέση. Ο Αγαμέμνονας απογοητευμένος καλεί το στρατό. – Δε βλέπω άλλη λύση απ’ το να μπούμε στα καράβια μας και να γυρίσουμε πίσω στην πατρίδα. Δυστυχώς αυτή φαίνεται να είναι η θέληση του Δία.
Εγώ θα μείνω εδώ και μόνος μου θα πολεμήσω, δηλώνει ο Διομήδης. Ο Νέστορας προτείνει νομκαλέσουν τον Αχιλλέα για βοήθεια, προσφέροντας του μεγάλα δώρα. Έτσι κι έγινε. Ο Αγαμέμνονας μάλιστα του μήνυσε πως αν γυρίσει στη μάχη, θα του δώσει την κόρη του γυναίκα για να τον τιμήσει.
Άδικος ο κόπος της αποστολής. Οι τρεις που πήγαν να βρουν τον Αχιλλέα ήταν ο Οδυσσέας, ο Αίαντας, και ο Φοίνικας. Ήπιαν και έφαγαν το ωραίο φαγητό που ετοίμασε ο αγαπημένος φίλος του Αχιλλέα ο Πάτροκλος. Έφυγαν άπρακτοι, γιατί ο ήρωας ήταν βαριά πληγωμένος απ’ την προσβολή που δέχτηκε μπροστά σε όλο το στράτευμα απ’ τον Αγαμέμνονα.
Εγώ θα μπω στη μάχη μόνο όταν ο Έκτορας φτάσει στο πλοίο μου. Αλλά δε θα χρειαστεί, γιατί σύντομα σαλπάρω για την πατρίδα και εσείς καλά ξεμπερδέματα.

Ο Αγαμέμνονας δεν έχει ύπνο. Σηκώνεται απ’ το κρεβάτι, ντύνεται και στέλνει να ξυπνήσουν και τους άλλους αρχηγούς. Η συνάντηση γίνεται κοντά στην τάφρο που φρουρούν οι νυχτοφύλακες. Πρέπει ένας από μας να μπει τώρα τη νύχτα στο στρατόπεδο των Τρώων. Έχουμε απόλυτη ανάγκη από πληροφορίες. Εγώ, λέει ο Διομήδης, δέχομαι να πάω, αν έρθει μαζί μου κι ένας σύντροφος.
Όλοι θέλουν να πάνε μαζί του, αυτός διαλέγει τον Οδυσσέα. Πρέπει να βιαστούμε, λέει εκείνος, η νύχτα τελειώνει, σε λίγο θα φωτίσει.

Προχωρούσαν μες στο σκοτάδι όταν ξάφνου ακούστηκε η φωνή ενός νυχτοκόρακα από δεξιά τους.
Καλό σημάδι απ’ την Αθηνά, λέει ο Οδυσσέας Γύρω τους η γη στρωμένη νεκρούς από την προχνή μάχη. Προσέχουν πού πατούν και αφουγκράζονται. Βλέπουν μια σκιά να πλησιάζει. Έρχεται απ’ το στρατόπεδο των Τρώων. Κρύβονται και τον αφήνουν να τους προσπεράσει. Περιμένουν να προχωρήσει αρκετά προς το δικό τους στρατόπεδο κι έπειτα κάνουν μεταόολή και τον παίρνουν απο πίσω. Αυτός δεν έχει πού να πάει και τρέχει σαν λαγός κυνηγημένος πιο βαθιά προς τα καράβια των Αχαιών. Ρίχνει ο Διομήδης το ακόντιο και τον πληγώνει. Τρέχουν και τον πιάνουν.
Λέγομαι Δόλωνας και είμαι κατάσκοπος της Τροίας, ομολογεί. Χαρίστε μου τη ζωή και θα σας πω ό,τι ξέρω.
Λέγε, λοιπόν, του λέει ο Οδυσσέας. Τα είπε όλα κι ακόμα έμαθαν πως μόλις είχαν φτάσει ενισχύσεις στους Τρώες οι σύμμαχοι τους Θράκες και σε ποιο σημείο στρατοπεδεύουν. Σκέφτηκαν πως αυτοί θα ήταν καλό θήραμα καθώς θα κοιμόντουσαν κατάκοποι απ” το ταξίδι

Ξεπάστρεψαν τον καταδότη Δόλωνα και πίσω μπρος μέσα από πτώματα και όπλα, μέχρι που βρέθηκαν στο μέρος που στρατοπέδευαν οι Θράκες.

Πρώτα λύνουν τα ωραία λευκά άλογα του αρχηγού τους κι έπειτα σφάζουνε τους κοιμισμένους. Σκότωσαν όσους πρόλαβαν, μετά ανέβηκαν στα άλογα και επιστρέφουν τρέχοντας στο ελληνικό στρατόπεδο. Κατάκοποι έπεσαν στη θάλασσα να κολυμπήσουν και μετά έκαναν ζεστό μπάνιο πριν στρωθούν στο πρωινό φα’ί.
Την άλλη μέρα ο Δίας στέλνει την Έριδα στους Αχαιούς να φουντώσει τη μανία για πόλεμο. Τους κόβεται όμως γρήγορα η φόρα, γιατί πάνω στην ορμητική επίθεση τραυματίζονται ο Αγαμέμνονας κι ο Διομήδης. Ο Μαχάονας κι ο Οδυσσέας πληγωμένοι αναγκάζονται να υποχωρήσουν στην αντεπίθεση του Έκτορα. Ο Δίας είναι μαζί του.

Ο Αχιλλέας βρισκόταν στην πρύμη του καραβιού του, όταν είδε από μακριά να περνά το άρμα του Νέστορα μεταφέροντας έναν πληγωμένο. Φώνάξε τον Πάτροκλο και του είπε:
– Τρέξε αμέσως να δεις ποιος είναι ο λαβωμένος.

Είναι ο γιατρός Μαχάονας που μεταφέρεται στη σκηνή του Νέστορα. Φτάνει ο Πάτροκλος τρεχάτος, κι ο Νέστορας τον καλεί να καθίσει, όμως αυτός δε δέχεται, γιατί βιάζεται να επιστρέψει στον Αχιλλέα. Στο δρόμο πέφτει πάνω σ’ έναν άλλο φρικτά λαβωμένο. Σταματάει, του φροντίζει την πληγή, και κατόπι τον κουβαλάει ως τα πλοία.
– Πρέπει, λέει ο πληγωμένος, να γίνει κάτι γρήγορα, γιατί, αλήθεια, χαθήκανε οι Αχαιοί, οι νεκροί είναι πολλοί και οι αρχηγοί πληγωμένοι.

Η μάχη μπροστά από το τείχος των Αχαιών είναι σκληρή. Οι Αχαιοί υποχωρούν. – Πρέπει να κατέβουμε από τα άρματα, λέει ο Πολυδάμας στον Έκτορα, πριν μπούμε στο χαντάκι που βρίσκεται μπροστά στο τείχος. Θα το καταλάβουμε πεζή, γιατί αν η επίθεση δεν πάει καλά ως τό*τέλος και βρεθούμε με άρματα και άλογα μέσα στο χαντάκι, δε θα είναι εύκολη η υποχώρηση και θα παγιδευτούμε.
Έχεις δίκιο, λέει ο Έκτορας, και πρώτος αφήνει το άρμα του. Ο Πάρης, ο Αινείας, ο Σαρπηδόνας κι ο Γλαύκος ακολουθούν. Η επίθεση του πεζικού των Τρώων πλησιάζει το τείχος. Μόνο ένας ανυπάκουος ξεφεύγει απ’ τις γραμμές με το άρμα του ενάντια στους Αχαιούς, αλλά πέφτει πριν φτάσει στο τείχος. Έχει σκοτεινιάσει ο ουρανός από πέτρες και βέλη. Οι Αχαιοί αντιστέκονται με όλη τους τη δύναμη. Εκείνη την ώρα φάνηκε στον ουρανό ένας αετός. Κρατούσε στα νύχια του ένα φίδι. Ενώ είναι μισοπεθαμένο, γυρίζει το κεφάλι του και τσιμπάει τον αετό. Τότε αυτός το αφήνει και πέφτει ανάμεσα στους Τρώες. Κακό σημάδι, λέει ο Πολυδάμας. Το στέλνουν οι θεοί να μας μηνύσουν πως οι πληγωμένοι Αχαιοί μπορεί και να νικήσουνε, δεν πρέπει να προχωρήσουμε στην επίθεση. Είσαι φοβητσιάρης και άνανδρος, φωνάζει ο Έκτορας. Αν ξαναπείς στο στρατό τέτοιες βλακείες θα σε σκοτώσω.
Ψηλά απ’ τους προμαχώνες οι Αχαιοί χτυπούν τους Τρώες. Εκεί που μάχεται ο Έκτορας, οι Αχαιοί δεν υποχωρούν. Οι πέτρες πέφτουν σαν χιονοθύελλα.
Σε μια γενναία προσπάθεια ο Σαρπηδόνας μαζί με το Γλαύκο αρχίζουν τη μεγάλη επίθεση.

Ο Μενεσθέας, από τους Αχαιούς, βλέπει να χειροτερεύει η κατάσταση και στέλνει να φωνάξουν τους Αίαντες για βοήθεια. Φτάνουν στην κρίσιμη στιγμή. Η ένταση της μάχης μεγαλώνει και οι νεκροί είναι πολλοί κι από τις δυο μεριές. Τότε ο Έκτορας κατορθώνει να ρίξει μια από τις πύλες του τείχους. Χύνονται μέσα οι Τρώες. Οι Αχαιοί υποχωρούν. Ο δρόμος για τα πλοία έχει ανοίξει.

Εγινε λοιπόν η χάρη που ζήτησε η Θέτιδα απ’ το Δία. Ο Έκτορας νικάει τους Αχαιούς και ο Αχιλλέας ευχαριστιέται για την ταπείνωση του Αγαμέμνονα. Ο Δίας αποσύρεται. Βρίσκει τότε την ευκαιρία ο Ποσειδώνας και φτάνει στην Τροία απ’ τη Σαμοθράκη, πάνω στο άρμα του, για να βοηθήσει τους Αχαιούς. Δίνει θάρρος στους αξιωματικούς των Αχαιών και η αντίσταση στις επιθέσεις γίνεται ηρωική. Πέφτουν κεφάλια. Ο Ποσειδώνας γυρίζει εδώ κι εκεί μεταμορφωμένος σε θνητό και εμψυχώνει τους Αχαιούς. Και ενώ η μάχη μένεται σώμα με σώμα, ο Έκτορας ξεχωριστά προχωρεί να κάψει τα πλοία. Πέφτουν απάνω του οι Ίωνες, οι Βοιωτοί, οι Λοκροί και οι Φθίοι. Οι Αχαιοί αντιστέκονται γενναία και ο Πολυδάμας λέει στον Έκτορα: Τώρα είναι η ώρα να υποχωρήσουμε. Ο στρατός έχει κουραστεί και φοβάμαι μην αποφασίσει ξαφνικά να μπει ο Αχιλλέας στη μάχη.
Έχεις δίκιο, συμφωνεί ο Έκτορας, και φεύγει να δώσει ο ίδιος το σύνθημα της υποχώρησης στους αρχηγούς.
Τότε μόνο διαπιστώνει ότι οι περισσότεροι είναι σκοτωμένοι κι άλλοι κείτονται χάμω πληγωμένοι. Πάνω στην ταραχή του συναντάει τον Πάρη.
Εσύ είσαι η αιτία όλης αυτής της συμφοράς, του λέει θυμωμένος. Κι αντί για υποχώρηση διατάζει νέα επίθεση.

Ο Νέστορας βγήκε απ’ τη σκηνή του πολύ ανήσυχος. Η μάχη βρισκόταν σε ένταση και οι Αχαιοί άρχισαν πάλι να υποχωρούν. Τράβηξε ίσια για τη σκηνή του Αγαμέμνονα. Γιατί άφησες τη μάχη; του λέει ο Αγαμέμνονας. Δε βλέπεις πως όπου να ‘ναι ο Έκτορας θα κάψει τα Καράβια μας; Δεν είναι μόνο ο Αχιλλέας που με εχθρεύεται και δε θέλει να βοηθήσει. Είναι όλος ο στρατός που έχει κουραστεί και απογοητευτεί. Λέω να μπούμε το γρηγορότερο στα καράβια μας για να μην πιαστούμε αιχμάλωτοι. Αυτό μοιάζει να είναι το θέλημα του Δία. Τι λόγια είναι αυτά, λέει ο Οδυσσέας. Εσύ δε μιλάς σαν αρχηγός, αλλά σαν τρομαγμένος σκλάβος. Αν σε ακούσουν οι στρατιώτες, χαθήκαμε.
Πάμε πίσω στη μάχη, λέει ο Διομήδης, έστω και πληγωμένοι. Πρέπει να δώσουμε κουράγιο στο στρατό.

Ο Ποσειδώνας κρυφά απ’ το Δία μεταμορφώνεται σε γέρο και παρουσιάζεται στο στρατόπεδο των Αχαιών να βοηθήσει.

Η Ήρα από ψηλά βλέπει την προσπάθεια του και αποφασίζει να του παρασταθεί. Πρέπει να αποσπάσει την προσοχή του Δία απ’ τη μάχη, για να μπορέσουν οι θεοί προστάτες των Αχαιών να δώσουν ένα χέρι. Μπαίνει λοιπόν στο λουτρό της και πλένεται με αρωματισμένο νερό. Μοσκοβολάει η γη κι ο ουρανός. Χτενίζει τα μαλλιά της και φοράει ένα υπέροχο άρωμα. Ύστερα φωνάζει την Αφροδίτη:
Δάνεισε μου τη ζώνη σου, της λέει, αυτή που όποια γυναίκα τη φοράει, κανένας δεν μπορεί να της αντισταθεί. Έχω κάποιες διαφορές να λύσω μ’ έναν άντρα.
Έτοιμη και στολισμένη φεύγει πετώντας η Ήρα απ’ τον Όλυμπο και πάει στη Λήμνο να βρει τον Ύπνο. Πρέπει να ερθεις μαζί μου. Πάω στο βουνό Ϊδα. Εκεί είναι ο Δίας και σχεδιάζω να κοιμηθώ μαζί του για να τον κάνω να ξεχάσει αυτά που γίνονται στην Τροία. Εσύ πρέπει μετά να τον κρατήσεις κοιμισμένο όσο πιο πολύ μπορείς.

– Α, δεν τρελάθηκα, λέει ο Ύπνος. Την τελευταία φορά που το ‘κανα αυτό, όταν ξύπνησε κόντεψε να με σκοτώσει.

– Έλα, του λέει η Ήρα, και για να σε ευχαριστήσω, θα σου δώσω μετά για γυναίκα σου, μια απ’ τις Χάρες.

Ο Ύπνος συμφώνησε και οι δυο μαζί ξεκινήσανε για την Ίδα. Δε χρειάστηκε πολυ για να βρεθεί ο Δίας μπλεγμένος στην αγκαλιά της Ήρας και ο Ύπνος αφού τον κοίμισε βαθιά, έφυγε να φέρει την είδηση στον Ποσειδώνα.
– Κανένα εμπόδιο για σένα πια. Μπορείς να πολεμάς με τους Αχαιούς στην πρώτη γραμμή, του είπε.

Έτσι αρχίζει νέα σύγκρουση. Η πεδιάδα μοιάζει σαν τρικυμισμένη θάλασσα. Μια πέτρα βρίσκει τον Έκτορα στον λαιμό και τον πληγώνει.

Οταν ξύπνησε επιτέλους ο Δίας από το βαθύ του ύπνο, τι να δει. Οι Τρώες έχουν υποχωρήσει τόσο, που αμύνονται κρυμμένοι πίσω από τα πολεμικά αμάξια τους. Βλέπει τον Έκτορα τραυματισμένο και τον Ποσειδώνα πρώτο να μάχεται στις γραμμές των Αχαιών. Η οργή του Δία ξεσπάει στην Ήρα:
Η τιμωρία θα βρει εσένα; γιατί μη νομίζεις πως δεν κατάλαβα γιατί με καλόπιασες και μ’ έβαλες στο κρεβάτι.
Σου ορκίζομαι, λέει η Ήρα, δεν είμαι εγώ που ξεσήκωσα τον Ποσειδώνα. Άσ’ τα αυτά και φύγε αμέσως. Να ανέβεις στον Όλυμπο και να στείλεις εδώ την Ίριδα και τον Απόλλωνα.

Όταν έφτασαν στην Ίδα οι δυο θεοί, πήραν εντολές από το Δία. Ο Απόλλωνας θα πάει να γιάνει τον Έκτορα και η Ίριδα να πει στον Ποσειδώνα να αποσυρθεί από τη μάχη και να γυρίσει στη θάλασσα.

Ο Ποσειδώνας όμως δεν το δέχτηκε εύκολα. Τι θέλει ο Δίας και διατάζει. Εγώ, εκείνος και ο Άδης είμαστε ίσοι, αφού μοιράσαμε τον κόσμο στα τρία. Εκείνος έχει τον ουρανό, ο Άδης τον κάτω κόσμο κι εγώ τη θάλασσα. Η γη ανήκει σε όλους μας, τι φοβερίζει λοιπόν, κι από πού μας διώχνει. Ναι, λέει η Ίριδα, αλλά είναι ο πρωτότοκος κι ο λόγος του έχει πέραση.
– Πολύ καλά, επιστρέφω στο βυθό, αλλά να ξέρει ο Δίας πως στην επιθυμία του να βοηθήσει τους Τρώες θα βρει αντίθετους όχ μόνο εμένα, αλλά κι άλλους θεούς.

Όταν οι Αχαιοί είδαν τον Έκτορα να ξαναμπαίνει στη μάχη γερός και δυνατός, βεβαιώθηκαν πως αυτό ήτανε θαύμα, έργο θεού δηλαδή, που ήταν με το μέρος των Τρώων. Τρομαγμένοι πολλοί απ’ αυτούς άρχισαν να τρέχουν πάλι προς τα καράβια.

Έμειναν μόνο τα πραγματικά παλικάρια. Με τον Απόλλωνα που χτίζει γεφύρια και γκρεμίζει τείχη, οι Τρώες προχωρούν. Οι Αχαιοί αμύνονται πάνω απ’ τα καράβια τους με τα μακριά τους κοντάρια.

Στη σκηνή του Αχιλλέα ο Πάτροκλος χύνει μαύρα δάκρυα για τις συμφορές των Αχαιών. – Αφού εσύ δε θέλεις να πολεμήσεις, δώσε μου τα άρματα σου να πάω εγώ. Δεν αντέχω να βλέπω σφαγή και να μένω άπρακτος.
Δεν καταλαβαίνεις, Πάτροκλε, λέει ο Αχιλλέας, πως είμαι βαθιά πληγωμένος απ’ τον τρόπο που μου φέρθηκε ο Αγαμέμνονας; Ποιος νομίζει ότι είναι, μόνο σε αξίωμα είναι ανώτερος από μένα. Εσύ είσαι ελεύθερος να πας να βοηθήσεις, εγώ ποτέ. Πάρε τα όπλα μου και τους στρατιώτες μου, τους Μυρμιδόνες, αλλά πρόσεχε μην παρασυρθείς. Δώσε τη μάχη σου μόνο για να σώσεις τα πλοία. Αν νικήσεις, άσ’ τους να φύγουνε χωρίς να τους καταδιώξεις. Σε ικετεύω να γυρίσεις αμέσως εδώ.

Την ίδια ώρα ο Έκτορας σπάει το κοντάρι τού Αίαντα και βάζει φωτιά στο πρώτο πλοίο. Γρήγορα, λεέι ο Αχιλλέας στον Πάτροκλο, του δίνει το κράνος και την πανοπλία και παρατάσσει τους Μυρμιδόνες. Μετά μπαίνει μέσα στη σκηνή του και κάνει σπονδή στο Δία με το υπόλοιπο κρασί απ’ την κούπα. Εύχεται νίκη και καλή επάνοδο στο φίλο του.

Τα όπλα του Αχιλλέα λάμπουν πάνω στον Πάτροκλο και οι Τρώες νομίζουν ότι του πέρασε ο θυμός και είναι ο ίδιος που μάχεται. Αυτό είναι αρκετό για να το βάλουνε στα πόδια. Πολλοί Τρώες πέφτουν στην υποχώρηση. Ο Σαρπηδόνας έρχεται με το άρμα του κατά πάνω στον Πάτροκλο. Εκείνος σηκώνει το ακόντιο και τον σκοτώνει.
– Μην αφήσεις να με σύρουνε νεκρό, φωνάζει ο Σαρπηδόνας, πέφτοντας, στο Γλαύκο, που είναι κι αυτός τραυματισμένος. Ο θεός Απόλλωνας τον γιατρεύει για να αρχίσει άγρια μάχη γύρω από το νεκρό Σαρπηδόνα. Έρχεται ενίσχυση στον Πάτροκλο απ’ τον Αίαντα και οι Τρώες φεύγουν αφήνοντας πίσω το νεκρό. Ο Πάτροκλος μαγεμένος απ’ τη νίκη ξεχνάει τις συμβουλές του Αχιλλέα και αρχίζει την καταδίωξη μέχρι τα τείχη. Ο Απόλλωνας πισώπλατα χτυπάει τον Πάτροκλο. Ο Έκτορας τότε βρίσκει ευκαιρία και τον αποτελειώνει με το δόρυ του.

Οταν ο Μενέλαος είδε τον Πάτροκλο να πέφτει, βγήκε με τους στρατιώτες του να μαζέψει το νεκρό. Αλλά να, που απ’ τους Τρώες είναι κιόλας εκεί ο Εύφορβος έτοιμος να αρπάξει την πανοπλία του νεκρού. Με μια κονταριά ο Μενέλαος τον σκοτώνει, και τότε ορμάει ο Έκτορας. Κάνει πίσω ο Μενέλαος και ζητάει βοήθεια απ’ τον Αίαντα, ο Έκτορας έχει όμως κιόλας ξεγυμνώσει τον Πάτροκλο και είναι έτοιμος να του πάρει το κεφάλι. Επιτίθεται ο Αίαντας κι ο Έκτορας φεύγει με λάφυρο την πανοπλία του Αχιλλέα. Τη φοράει και καμαρωτά ξαναρίχνεται στους Αχαιούς που έχουν μαζευτεί γύρω απ’ το νεκρό Πάτροκλο. Κατορθώνει να τους κάνει να υποχωρήσουν, δένει μάλιστα το νεκρό απ’ τα πόδια στο άρμα του και τον σέρνει. Ο Αίαντας αντεπιτίθεται και παίρνει πίσω το νεκρό.

Τα άλογα του Αχιλλέα από την στιγμή που έπεσε ο Πάτροκλος έχουν μείνει ακίνητα με το κεφάλι σκυφτό. Από τα μάτια τους τρέχουνε δάκρυα. Ο Δίας τα βλέπει και καίγεται η καρδιά του. Ήρθε η ώρα να συμπονέσει και τους Αχαιούς. Στέλνει την Αθηνά να τους βοηθήσει. Ο ίδιος όμως και ο Απόλλωνας είναι πάντα με τη μεριά των Τρώων.

Πρέπει να ειδοποιήσουμε τον Αχιλλέα, λέει ο Αίαντας στο Μενέλαο, δεν έχουμε άλλη ελπίδα. Στέλνουν τον Αντίλοχο να φέρει τα θλιβερά μαντάτα στον Αχιλλέα.

Ο Αχιλλέας πάει κι έρχεται βαρύθυμος μπροστά στα καράβια. Έχει ήδη ένα κακό προαίσθημα, όταν βλέπει τον Αντίλοχο να φτάνει τρεχάτος.
– Αλίμονο, πικρό μαντάτο σου φέρνω, Αχιλλέα. Ο αγαπημένος σου φίλος δε θα ξαναδεί το φως του ήλιου. Ο Πάτροκλος κείτεται νεκρός και απογυμνωμένος και γύρω του μάχονται οι δικοί μας κι οι εχθροί, ποιος θα μαζέψει το κορμί του. Δε,φτάνει, βλέπεις, στον Έκτορα που πήρε τα άρματα του, αλλά θέλει να κρεμάσει το νεκρό έξω απ’ τα τείχη της Τροίας για να διαλαλήσει τη νίκη του.

Άρπαξε στάχτη ο Αχιλλέας, την έριξε πάνω στο κεφάλι του κι άρχισε να χτυπιέται. Ο Αντίλοχος τον κρατούσε, γιατί φοβότανε μη σκοτωθεί μονάχος του απ’ την απελπισία.

Το θρήνο του άκουσε η μάνα του η Θέτιδα από τα βάθη της θάλασσας, και ήρθε γρήγορα κοντά του.

– Μάνα μου, δεν τη θέλω τη ζωή τώρα που έχασα τον πιο καλό μου φίλο, μόνο τον Έκτορα να εκδικηθώ κι ύστερα να πεθάνω. Και η δύστυχη μάνα, σαν θεά που ήταν και ήξερε τη μοίρα του, τι να πει;

– Τα άρματα σου, γιε μου, είναι στα χέρια των Τρώων. Φυλάξου ώσπου να πάω στον Ήφαιστο να παραγγείλω άλλα.

Και έφυγε για τον Όλυμπο με μαύρη καρδιά.

Τότε εμφανίστηκε η Ίριδα και είπε στον Αχιλλέα:
– Πρέπει να βγεις στη μάχη να σε δουν οι Τρώες και να φοβηθούν, γιατί γίνεται μεγάλος σκοτωμός γύρω απ’ το νεκρό σώμα του Πάτροκλου.
Ο Αχιλλέας άρχισε να τρέχει προς τη μεριά που γινόταν η μάχη. Θυμήθηκε τη μάνα του όμως και σταμάτησε μπροστά στο χαντάκι πριν απ’ τα τείχη. Η Αθηνά σκέπασε τους ώμους του με την ασπίδα της και τον στεφάνωσε μ’ ένα χρυσό σύννεφο. Πάνω απ’ το κεφάλι του άναψε μία φλόγα. Βγάζει μια άγρια πολεμική κραυγή ο Αχιλλέας και η Αθηνά τη μεγαλώνει έτσι που την ακούνε όλοι οι Τρώες. Γυρίζουν, βλέπουν την άγρια φλόγα του Αχιλλέα, σαστίζουν και υποχωρούν. Οι Αχαίοι έφεραν τον νεκρό Πάτροκλο μέσα στα τείχη και τον ξάπλωσαν σε νεκροκρέβατο. Γύρω μαζεύτηκαν όλοι να τον κλάψουν. Και έδυσε ο ήλιος και έγινε βράδυ και σταμάτησε ο απαίσιος πόλεμος που φέρνει τόσες λύπες.

Οι Τρώες κι αυτοί μαζεύτηκαν κατάκοποι τρομαγμένοι.
Πρέπει απόψε να γυρίσουμε και να κλειστούμε στο κάστρο, τώρα που βγαίνει στη μάχη ο άγριος Αχιλλέας, λέει ο Πολυδάμας. Ο Έκτορας όμως έχει αντιρρήσεις, μα όλο το στράτευμα, δε θέλει να υποχωρήσει Η Αθηνά δεν τους αφήνει να σκεφτούνε λογικά.

Ο Ήφαιστος βάζει μπρος και φτιάχνει την καινούρια πανοπλία του Αχιλλέα. Του φτιάχνει πρώτα μια γερή ασπίδα με εικόνες σκαλιστές απ’ τη γη, τον ουρανό και τη θάλασσα. Έπειτα το θώρακα, την περικεφαλαία και τις κνημίδες. Τα φορτώνεται η Θέτιδα και οι αδερφες της οι Νηρηίδες. Απ’ τον Όλυμπο τα μεταφέρουν στην ακρογιαλιά της Τροίας.

Με την αυγή έφτασε η Θέτιδα στο πλευρό του γιου της, που ακόμα κλαίει και σπαράζει, πλάι στο νεκρό Πάτροκλο.
-Ασε, παιδί μου, τους νεκρούς και φόρεσε την πανοπλία που σου έφερα. Είναι ώρα να βγεις στη μάχη να βοηθήσεις τους δικούς σου.
– Μάνα μου, πώς θα αφήσω άθαφτο το φίλο μου, ποιος ξέρει πότε θα γυρίσω απ’ τη μάχη;
– Μη νοιάζεσαι, θα τον φυλάω εγώ ώσπου να γυρίσεις, λέει η Θέτιδα.

Βγαίνει μετά από τόσον καιρό στην ακρογιαλιά ο Αχιλλέας και με φωνές Ξεσηκώνει τους αρχηγούς των Αχαιών. Ερχονται όλοι, ακόμη κι ο Οδυσσέας και ο Διομήδης που είναι πληγωμένοι. Τελευταίος ο Αγαμέμνονας, κι αυτός κουτσαίνοντας. Πολλές συμφορές μάς βρήκανε κι εσένα κι εμένα, αφότου άρχισε αυτός ο πόλεμος κι εμείς οι δυο μαλώσαμε για κείνη την κοπέλα. Τώρα όλα πρέπει να ξεχαστούν και να ριχτούμε στη μάχη.
Ο Δίας και η Μοίρα με τύφλωσαν και σου φέρθηκα άσχημα. Τα δώρα σε περιμένουνε, λυπάμαι για όσα γίνανε. Δε θέλω δώρα τούτη τη στιγμή, μόνο εκδίκηση, λέει ο Αχιλλέας. Ο Οδυσσέας όμως λέει πως πρέπει πριν ξεκινήσουνε να κάτσουν για ένα γερό φαγοπότι. Τους χρειάζεται δύναμη για τη μάχη. Κάθισε ο Αχιλλέας, αλλά δεν του κατέβαινε μπουκιά απ’ τη μεγάλη θλίψη. Ο Δίας που τα βλέπει αυτά τον συμπονάει. Στάξε στην ψυχή του αμβροσία και νέκταρ, λέει στην Αθηνά, πρέπει να του δώσεις δύναμη για να παλέψει.
Το γεύμα τέλειωσε και οι Αχαιοί ετοιμάζονται για τη μάχη. Φοράει ο Αχιλλέας την καινούρια του αρματωσιά και λάμπει σαν τον Ήλιο. Ανεβαίνει στο άρμα του και μιλάει στα χαϊδεμένα του άλογα:
– Μη μ’ αφήσετε σαν τον Πάτροκλο να σκοτωθώ στον κάμπο. Θέλω να τρέξετε γερά.
Τότε ένα από τα θεϊκά άλογα γυρίζει το κεφάλι και του λέει μ’ ανθρώπινη λαλιά:

– Το τέλος σου δεν είναι μακριά, και δε θα φταίμε εμείς γι’ αυτό, Αχιλλέα, αλλά η κακή σου μοίρα.

– Δε με τρομάζει ο θάνατος, αρκεί να πάρω εκδίκηση, λέει ο Αχιλλέας. Εμπρός, φωνάζει στα άλογα, ξεκινάμε!

Ο Δίας καλεί όλους, θεούς και ημίθεους, σε γενική συνέλευση. Τους λέει πως είναι ελεύθεροι να υπερασπιστούν ο καθένας όποιο απ’ τα στρατόπεδα θέλει, Τρώες ή Αχαιούς. Χωρίστηκαν κι αυτοί σε δυο στρατόπεδα. Με τους Αχαιούς είναι η Ήρα, η Αθηνά, ο Ποσειδώνας, ο Ερμής και ο Ήφαιστος. Με τους Τρώες, ο Απόλλωνας, η Άρτεμη, ο Άρης, η Αφροδίτη, η Λητώ και ο Σκάμανδρος ή Ξάνθος. Έξω απ’ τα τείχη της Τροίας, σκεπασμένοι σ’ ένα σύννεφο, κρύβονται η Ήρα, η Αθηνά, κι ο Ποσειδώνας περιμένοντας να κάνει αρχή α Απόλλωνας ή ο Άρης. Να, όμως, που ξεπηδάει μπροστά ο Αινείας και ρίχνεται με προκλητικά λόγια στον Αχιλλέα. Σαν λιοντάρι μουγκρίζει ο Αχιλλέας και του λέει ν’ αφήσει τα λόγια και να χτυπήσει, γιατί και οι δυο είναι παιδιά θεών κι έχουν την ίδια δύναμη.

Ρίχνει ο Αινείας και τρυπά δύο απ’ τα πέντε στρώματα της ασπίδας του Αχιλλέα. Ρίχνει ο Αχιλλέας το κοντάρι του, τρυπά πέρα ως πέρα την ασπίδα του Αινεία, και πέφτει πάνω του με το σπαθί. Ο Αινείας σηκώνει μια πέτρα για να αμυνθεί. Τότε μπαίνει στη μέση ο Ποσειδώνας. Δε θέλει ν’ αφήσει τον Αινεία να σκοτωθεί, πρώτα γιατί είναι γιος της Αφροδίτης κι έπειτα γιατί αυτόν έχουνε τάξει οι μοίρες να γίνει βασιλιάς μετά από τον Πρίαμο στην Τροία. Θολώνει ο θεός τα μάτια του Αχιλλέα, αρπάζει τον Αινεία και τον μεταφέρει στα μετόπισθεν. Όταν συνήλθε ο Αχιλλέας θύμωσε πολύ γιατί κατάλαβε πως τον Αινεία τον προστατεύουν οι θεοί. Χωρίς νά χάσει ώρα, έστρεψε την προσοχή του στο πεδίο της μάχης και όρμησε αλαλάζοντας. – Εμπρός. Αχαιοί, χτυπηθείτε σώμα με σώμα. Λεν μπορώ να τα βάλω μόνος μου με όλους. Και μπαίνουν στην επίθεση οι Αχαιοί ξεσηκωμένοι. Το ίδιο κι ο Έκτοοαζ κάθε τόσο
Έσκυψε ο Απόλλωνας και είπε στο αυτί του Έκτορα:
– Πρόσεχε, να μην ξεχωρίσεις απ’ το πλήθος, μ δοκιμάσεις να χτυπήσεις τον Αχιλλέα μόνος σου.

Ο Αχιλλέας σκοτώνει τον Ιφιτίωνα, το Δημολέοντα, τον Ιπποδάμαντα και μπροστά στα μάτια του Έκτορα τον πιο μικρό αδερφό του, Πολύδωρο. Δεν κρατιέται πια ο Έκτορας και επιτίθεται στον Αχιλλέα. Γρήγορα ρίχνει μια φοβερή κονταριά ενάντιο του, αλλά η Αθηνά την ξεστρατίζει. Πλησιάζ; αγριεμένος ο Αχιλλέας, αλλά ο Απόλλωνας σκεπάζει με σύννεφο τον Έκτορα. Βάζει τις φωνές αγανακτισμένος ο Αχιλλέας, και στρέφεται αλλού. Σκοτώνει το Δρύοπα, το Δημούχο, το Λαόγονο, το Δάρδανο, το Μούλιο, τον Έχεκλο, το Δευκαλίωνα, το Ρίγμο και τον Αρηίθοο. Σαν τη φωτιά που καίει τα δέντρα το άρμα του πάει μπροστά σκορπίζοντας το θάνατο.

Ο Αχιλλέας θερίζει ανθρώπους. Σκοτώνει και πετάει τα πτώματα μέσα στον ποταμό Ξάνθο. Στην όχθη κρύβονται δώδεκα άγουροι νέοι Τρωαδίτες, που τους δένει με λουριά τα χέρια και τους στέλνει στα καράβια.
– Εσείς θα πάτε να βρείτε τον Πάτροκλο, όταν τελειώσω από δω, τους φοβερίζει:
Ο θεός Ξάνθος έχει όμως αγανακτήσει. Γίνεται άνθρωπος, τον πλησιάζει και του λέει:
– Σταμάτα πια και ξεχύλισε ο ποταμός νεκρούς, η κοίτη του έφραξε και τα κόκκινα από αίμα νερά του δεν’μπΌρούν να φτάσουν στη θάλασσα.
Αλλά τίποτα δε σταματάει τον Αχιλλέα. Τότε ο ποταμός αλλάζει ξαφνικά πορεία και πέφτει με ορμή πάνω στον Αχιλλέα. Αυτός αρπάζεται από κλαριά και η γη χάνεται κάτω απ’ τα πόδια του.
– Θεοί μου, θα πνιγώ, κραυγάζει.
Η Αθηνά στέλνει τον Ήφαιστο να σώσει τον Αχιλλέα. Βάζει αυτός φωτιές σ’ όλες τις όχθες και στεγνώνει τα νερά. Καίγονται οι φτελιές, οι ιτιές, τα βούρλα και κορώνει η ρεματιά.

– Σταμάτα, Ήφαιστε, φωνάζει ο ποταμός. Ήρα, πες στο γιο σου να μ’ αφήσει και σταματάω την πλημμύρα.

– Φτάνει, λέει η Ήρα στον Ήφαιστο.

Οι θεοί έχουν κουραστεί. Γυρίζουν στον Όλυμπο βαριεστημένοι. Μόνο ο Απόλλωνας μένει στη γη να βοηθάει τους Τρώες.

Ο Πρίαμος δίνει εντολή να ανοιχτούν οι πύλες των τειχών για να κρυφτούν πάλι μέσα όσοι Τρώες φτάνουν τρεχάτοι υποχωρώντας.

Σαν κυνηγημένα ελάφια φτάνουν μέσα στην πόλη οι μαχητές και μόνο ο Έκτορας στέκει εκεί έξω απ’ τα τείχη και δε θέλει να κρυφτεί. Οι Αχαιοί όλο και ζυγώνουν.

Ο Αχιλλέας έχει παρασυρθεί μακριά κυνηγώντας ένα στρατιώτη που δεν είναι άλλος απ’ τον Απόλλωνα με ανθρώπινη μορφή. Όταν κατάλαβε την πλάνη του, γυρίζει πίσω και βρίσκεται μετά από λίγο αντίκρυ στον Έκτορα.

Φωνάζει από τα τείχη ο Πρίαμος:
– Έκτορα, δε γλιτώνεις από αυτό το θηρίο, έλα μέσα. Δεν αντέχω να χάσω άλλο παιδί. Άδικος κόπος.
Όταν πρωτοαντίκρισε ο Έκτορας τον Αχιλλέα, νόμισε πως ήταν ο ίδιος ο θεός Άρης. Το ‘βαλε στα πόδια, αλλά ο άλλος έπεσε σαν γεράκι πάνω του. Τρεις φορές κάνουνε τρέχοντας το γύρο της πόλης. Η Αθηνά φτάνει τον Αχιλλέα και του λέει:
– Στάσου κι ανάσανε, εγώ θα τον κάνω να γυρίσει και να σ’ αντιμετωπίσει. Η μοίρα του είναι γραμμένη.
Έτρεξε πλάι στον Έκτορα με τη μορφή τού αδερφού του Δηίφοβου.
– Έλα, αδερφέ μου, μην τρέχεις, μαζί θα χτυπήσουμε τον Αχιλλέα, γιατί κι εγώ ήρθα σκαστός μέσα από τα τείχη να σε βοηθήσω. Αυτά είπε η Αθηνά και τον παρέσυρε με ψεματα.
Όταν έφτασε μπροστά στον Αχιλλέα ο Έκτορας του είπε:

– Μη νομίζεις πως σε φοβάμαι. Τώρα θα χτυπηθούμε σώμα με σώμα κι όποιον πάρει ο Χάρος. Μόνο θέλω να ξέρεις πως αν νικήσω θα σου πάρω τα άρματα, αλλά το κορμί σου δε θα το ντροπιάσω. Θα το δώσω στους Αχαιούς να το θάψουνε. Θα ήθελα το ίδιο να κάνεις και εσύ αν είσαι ο νικητής.

– Εκτορα, σε σκύλους δε δίνω εγώ υποσχέσεις. Αρνιά και λύκοι δε γίνεται να μονοιάσουνε.

Και με τα λόγια αυτά έσφιξε το κοντάρι τα λύσσα. Ξέφυγε ο Έκτορας γιατί έσκυψε, ο η Αθηνά αόρατη το πιάνει και το δίνει ξανα στον Αχιλλέα.
Ρίχνει ο Έκτορας και το κοντάρι του χτυπάει πάνω στην ασπίδα του Αχιλλέα και ξεστρατίζει.
– Τρέξε να μου το φέρεις, φωνάζει στο Δηίφοβο, αλλά αυτός εξαφανίζεται. Τότε κατάλαβε ο Έκτορας το δόλο.
— Το βλέπω, οι θεοί δεν είναι μαζί μου, ένας αυτούς με ξεγέλασε, αλλά δε θα πάω άδοξα, είπε και τράβηξε το σπαθί του.

Βλέπει ο Αχιλλέας να τον πλησιάζει ντυμένος τα άρματα που είχε κουρσέψει απ’ τον Πάτροκλο και τον πιάνει τρέλα. Σημαδεύε και τον χτυπάει στο λαιμό. Ο Έκτορας πέφτει. Ο Αχιλλέας τον δένει απ’ τα πόδια και τον σέρνει πίσω από το άρμα του. Ο Πρίαμος και η Εκάβη θρηνούνε, που τα είδαν όλα ψηλά απ’ τα τείχη.

Οι Αχαιοί έχουν γυρίσει στις σκηνές τους. Οι Μυρμιδόνες όμως ξαγρυπνούν γύρω από το νεκρό Πάτροκλο.

– Έλα, ησύχασε πια, λένε οι άλλοι αρχηγοί στον Αχιλλέα. Τώρα εκδικήθηκες για το χαμό του Πάτροκλου.
– Όχι, λέει ο Αχιλλέας, πρώτα πρέπει να γίνει με τιμές η ταφή του φίλου μου και μετά θα οργανώσω αγώνες στη μνήμη του.
Έγινε αγώνας ιππικός και νίκησε ο Διομήδης. Στην πυγμαχία νίκησε ο Επειός, ενώ στην πάλη δε νίκησε κανείς, γιατί μάχονταν δυο ίσοι αντίπαλοι, ο Αίαντας κι ο Οδυσσέας. Έγιναν ακόμα αγώνες στο τρέξιμο, στη δισκοβολία και στη μονομαχία. Ο Αχιλλέας έδωσε λαμπρά έπαθλα, όλα στη μνήμη του φίλου του.

Οι αγώνες έληξαν, αλλά ο Αχιλλέας ακόμα δεν έχει παρηγορηθεί και η θλίψη του ξεσπάει στο νεκρό κουφάρι του Έκτορα. Το σέρνει ακόμα πίσω από το άρμα του.

Στους θεούς όμως δεν αρέσει η ασέβεια στους νεκρούς και στέλνουν τη μάνα του τη Θέτιδα να τον συμβουλέψει. Ο Δίας έστειλε την Ίριδα να μηνύσει στον Πρίαμο την επιθυμία του.
– Οι θεοί θα σου δώσουν δύναμη να πας να ζητήσεις το νεκρό παιδί σου απ’ τους Αχαιούς, του είπε.

Ο Πρίαμος έφτασε βράδυ στα καράβια, φορτωμένος δώ0α και χρυσάφι βαρύ, ζυγισμένο, για να ξαγοράσει το νεκρό γιο του. Πήγε γυρτός και με δάκρυα παρακάλεσε τον Αχιλλέα:

– Έχεις κι εσύ πατέρα και καταλαβαίνεις. Θέλω το νεκρό παιδί μου, να το γυρίσω στην Τροία.

– Καημένε, γέρο, λέει ο Αχιλλέας, δεν ωφελούν τα δάκρυα. Κλαίω κι εγώ το φίλο μου και τον πατέρα μου, που μπορεί να μην τον ξαναδώ. Είναι οι θεοί που μοιράζουνε τα βάσανα στους ανθρώπους, ενώ οι ίδιοι ζούνε δίχως έγνοιες. Είναι τυχεροί όσοι βάσανα και χαρές μοιράζονται. Αλίμονο σ5 όσους έχουνε μόνο στενοχώριες.

Μαλάκωσε η καρδιά του Αχιλλέα και τίμησε τον Πρίαμο σαν να ‘τανε πατέρας του. Μετά είπε να πλύνουν το νεκρό Έκτορα και έφυγε ο γέρος μέσα στο σκοτάδι με το βαρύ φορτίο του.
Στην Τροία έγινε θρήνος φοβερός για το χαμένο παλικάρι, αλλά και γιατί όλοι πια το διαισθάνονταν πως σύντομα θα έπεφτε η πόλη.

Μετά το θάνατο του Έκτορα οι Τρώες όλο και λιγότερο άντεχαν στις επιθέσεις των Αχαιών που πολλές φορές τους έσπρωχναν ως έξω απ’ τα τείχη της πόλης τους. Σε μια τέτοια προέλαση, ο Αχιλλέας μαχόταν έξω απ’ τις Σκαιές Πύλες της Τροίας. Εκεί κρυμμένος βρέθηκε ο Πάρης με το τόξο του στο χέρι. Ευχήθηκε στον Απόλλωνα και σημάδεψε κρυφά τον Αχιλλέα. Το βέλος του τον κάρφωσε και έκπίληκτος ο Πάρης είδε τον ήρωα να πέφτει νεκρός! Ποτέ δε θα τολμούσε ο φοβητσιάρης Πά^ης να σταθεί αντιμέτωπος με τον Αχιλλέα.
Αμέσως άναψε μάχη γύρω απ’ το νεκρό Αχιλλέα. Ο Αίαντας και ο Οδυσσέας κατάφεραν να τον μεταφέρουν στα καράβια. Κι έπεσε θρήνος μεγάλος. Άνοιξε η θάλασσα κι ανέβηκαν απ’ το βυθό η μάνα του η Θέτιδα με τις σαράντα εννιά αδελφές της τις Νηρηίδες. Δεκαεφτά μέρες τον κλαίγανε θεοί και θνητοί και τη δέκατη όγδοη άναψαν φωτιά κι έκαψαν το κορμί του. Τις στάχτες του τις ένωσαν με κείνες του Πάτροκλου μέσα σε μια χρυσή λήκυθο. Την έθαψαν σ’ ένα λόφο από χώμα που έφτιαξαν σ’ ένα σημείο με θέα τη θάλασσα.

Ο Πάρης δεν έζησε πολύ για να χαρεί το θρίαμβο του. Πέθανε λαβωμένος από ελληνικό δόρυ και η Ελένη μόνη κι απροστάτευτη κρύφτηκε στο σπίτι του αδελφού τού Πάρη, Δηίφοβου. Όλοι στην Τροία την έβλεπαν με έχθρα, γιατί ήταν αυτή η αιτία για τις συμφορές τους.

Ο πόλεμος κρατούσε, γιατί τα τείχη ήταν γερά και απόρθητα. Έτσι με σχέδιο του Οδυσσέα οι Έλληνες αποφάσισαν να μπουν στην πόλη με δόλο. Έφτιαξαν ένα μεγάλο ξύλινο άλογο με την κοιλιά του κούφια. Εκεί μέσα κρύφτηκαν πενήντα απ’ τα πιο άξια παλικάρια, ανάμεσα τους ο Μενέλαος, ο Διομήδης, ο Σθένελος, ο Οδυσσέας κι ο νεαρός Νεοπτόλεμος. Ο Αγαμέμνονας με τους υπόλοιπους έκαψε τις σκηνές, μπήκε στα καράβια και σάλπαρε, αφήνοντας πίσω μόνο το Ξύλινο άλογο. Δεν πήγε μακριά. Λίγο πιο μέσα απ’ την όχθη ο στόλος άλλαξε πορεία και κρύφτηκε στο Τένεδος.

Οι Τρώες που παρακολουθούσαν τις κινή ψηλά απ’ τα τείχη δεν άργησαν να πειστοι πως οι Αχαιοί έφυγαν για καλά. Άνοιξαν πύλες και χύθηκαν στον κάμπο. Το ξύλινο άλογο σκέφτηκαν πως ήτανε μια προσφορα των Αχαιών στους θεούς. Να το σύρετε μέσα στην πόλη, είπε ο βασιλιάς Πρίαμος, και να το στολίσετε με άνθη.

Όταν βράδιασε και οι Τρώες για πρώτη φορά έπεσαν ήσυχα να κοιμηθούν, χωρίς το φόβο του πολέμου, οι κρυμμένοι στην κοιλιά το ξύλινου αλόγου άνοιξαν μια μυστική πόρτα στην πλευρά του και βγήκαν σιγά κι αθόρυβα. Γρήγορα άνοιξαν όλες τις πύλες της πόλης Όρμησαν μέσα οι Αχαιοί που με το σούρουπο είχαν γυρίσει απ’ την Τένεδο χωρίς κανείς πάρει χαμπάρι.

Κανείς από τους Τρώες δε γλίτωσε την σφαγή εκτός απ’ τον Αινεία που κατάφερε να ξεφύγει.

Όταν ξαναμπήκαν στα καράβια τους για να σαλπάρουν αυτή τη φορά πραγματικά, οι Αχαιοί κουβαλούσαν μαζί τους όλους τους θησαυρούς και τις γυναίκες της Τροίας σκλάβες.

Ο Μενέλαος έσυρε την Ελένη στο πλοίο του και η εκδίκηση του θα ήταν άγρια. Εκείνη όμως, με την ομορφιά και την εξυπνάδα του του θύμισε τις παλιές καλές μέρες που ζήσανε μαζί, γλύκανε την ψυχή του και γύρισαν μαζί στη Σπάρτη, όπου έζησαν με πολλή αγάπη ως τα βαθιά γεράματα.

13. Οδύσσεια

Aeneas in Greek mythology
Aeneas in Greek mythology

Τα δύο επικά ποιήματα, η Ιλιάόα και η Οδύσσεια με 28.000 περίπου στίχους συνολικά, είναι τα πρώτα λογοτεχνικά έργα της Ευρώπης. Τα έχει συνθέσει ο Όμηρος, που έζησε στην Ελλάδα γύρω στον 8ο αιώνα π.Χ. Μιλάνε για μία εποχή πολύ πριν από τη δική του, κοντά στο 1200 π.Χ.

Η Ιλιάδα έχει να κάνει με τον πόλεμο της Τροίας ή του Ιλίου, όπως αλλιώς λεγόταν, και τους ήρωες που πήραν μέρος σ’ αυτόν.

Η Οδύσσεια περιγράφει τις περιπέτειες του βασιλιά Οδυσσέα όταν νικητής ξεκίνησε από την Τροία και μέχρι να επιστρέψει στην πατρίδα του την Ιθάκη.
Αιτία του Τρωικού πολέμου ήταν ο θυμός του βασιλιά της Σπάρτης Μενέλαου, γιατί του άρπαξαν τη γυναίκα του, την ωραία Ελένη. Ο Πάρις, ο γιος του βασιλιά της Τροίας, ήρθε επίσκεψη στη Σπάρτη, φιλοξενήθηκε από το Μενέλαο, γλέντησε, ήπιε κι έφαγε και στο τέλος ξελόγιασε την οικοδέσποινα, την πήρε μαζί του και έφυγε,

Η προσβολή θεωρήθηκε εθνική. Ο Αγαμέμνονας, ο αδελφός του Μενέλαου και βασιλιάς των Μυκηνών, που ήταν ο ισχυρότερος από όλους τους βασιλιάδες στην Ελλάδα, συγκέντρωσε φίλους και γνωστούς, στρατό και πλοία, για να πάνε να τιμωρήσουνε τον Πάρι και να φέρουν πίσω την Ελένη. Δέκα χρόνια κράτησε ο πόλεμος και τέλειωσε με τη νίκη των Ελλήνων. Πριν εκατό χρόνια ο Χάινριχ Σλήμαν, με οδηγό τα ομηρικά ποιήματα, έκανε ανασκαφές και ανακάλυψε τα ερείπια της Τροίας στα βορειοδυτικά παράλια της Μικράς Ασίας, κοντα στα Δαρδανέλια.

Αργότερα συνέχισε τις έρευνες του στις Μυκήνες, στα ανάκτορα του βασιλιά Αγαμέμνονα, που ήταν ο αρχηγός της εκστρατείας. Από τότε έχουν ανακαλυφτεί πολλές ακόμα τοποθεσίες από αυτές που αναφέρει ο Όμηρος, που τις νόμιζαν μυθικές. Έτσι, λοιπόν, σήμερα είμαστε βέβαιοι πως πριν από 3000 χρόνια στην Ελλάδα ζούσε ένας λαός χωρισμένος σε πολλά μικρά βασίλεια.
Ο Όμηρος τους ονομάζει Αχαιούς. Γλώσσα τους ήταν η ελληνική, όπως μαρτυρούν οι γραφτές πινακίδες που βρέθηκαν στα ανάκτορα τους.

Στα χρόνια του Ομήρου ο κόσμος είναι όπως τον έχουν γνωρίσει οι ναυτικοί με τα ταξίδια τους στη Μεσόγειο Θάλασσα.

Με πλοία που είχαν ένα πανί και πολλά κουπιά προτιμούν να ταξιδεύουν μέρα, καλοκαίρι και κοντά στις ακτές. Οι Αχαιοί έχουν εξερευνήσει όλα τα νησιά και τις ακτές που περιβάλλουν τη θάλασσα τους; Όταν γυρίζουνε στον τόπο τους διηγούνται τι είδαν στο ταξίδι. Βλέπουν τα στενά του Γιβραλτάρ στη δύση σαν ένα ποτάμι που οδηγεί στον κάτω κόσμο, τον Άδη, τη χώρα των πεθαμένων. Στην άλλη άκρη, στο Βόσπορο, εκεί που ανατέλλει ο Ήλιος και γεννιέται η μέρα, φαντάζονται έναν άλλο ποταμό. Τους θεούς τους όμως τους έχουν να κατοικούν ανάμεσα τους, στην κορυφή του Ολύμπου, και τους συναπαντούν όπου βρεθούν. Θεοί και θνητοί πάνε και έρχονται σ’ αυτόν το γνωστό κόσμο και μόνον ο Ήλιος και ο Άδης κατοικούν έξω από αυτόν. Ο καθένας που μελετάει την Οδύσσεια έχει και τη δική ταυ γνώμη για το πού παρέσυραν οι άνεμοι τον Οδυσσέα και τους συντρόφους του στην προσπάθεια τους να επιστρέψουν στην πατρίδα τους, την Ιθάκη. Ξέρουμε όμως ότι οι άνεμοι, που φουσκώνουν τα πανιά των πλοίων, ήταν οι ίδιοι τότε, όπως και σήμερα. Ακόμα, πως οι ναυτικοί που ταξιδεύουν χωρίς πυξίδα, μέχρι και σήμερα, βρίσκουν το δρόμο τους από τη θέση του ήλιου τη μέρα, του φεγγαριού και των αστεριών τη νύχτα.

Σε τούτο το βιβλίο μπορούμε να κάνομε μία υπόθεση για το πώς πιθανόν περιπλανήθηκε ο Οδυσσέας οδηγημένος από τους ανέμους και σε ποιες ακτές άραξε, πριν φτάσει στην Ιθάκη, μια και οι χώρες που αναφέρει ο Όμηρος, από την Ίσμαρο και πέρα είναι εντελώς φανταστικές. Τα λόγια των ποιητών είναι δύσκολο να τα χωρέσεις μέσα σ’ ένα χάρτη, αλλά τίποτε δεν είναι πιο βασισμένο στην αλήθεια όσο η τέχνη. Σε μας μένει να την ανακαλύψουμε!

Δώδεκα πλοία με πενήντα άντρες το καθένα είχε να κυβερνήσει ο Οδυσσέας, όταν ξεκίνησε το ταξίδι του γυρισμού. Από την αρχή τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά. Σηκώθηκε άνεμος αντίθετος, έσπρωξε τα καράβια σ’ άλλη κατεύθυνση, ψηλά στο βοριά, στην πόλη Ίσμαρο, τη χώρα των Κικόνων, εκεί που σήμερα είναι η Θράκη.
Αράξανε μέχρι ν’ αλλάξει ο άνεμος και οι άντρες του ορμήσανε στην πόλη να τη λεηλατήσουν. Ο Οδυσσέας δεν είχε τρόπο να τους σταματήσει.
Δέκα χρόνια πόλεμο κι ακόμα να χορτάσουν…

Οι Κίκονες πήραν τα βουνά για να σωθούν και κάλεσαν τους γείτονες για βοήθεια. Ο Οδυσσέας λέει στους δικούς του να μαζευτούν για να φύγουν το γρηγορότερο, αλλά αυτοί βρήκαν γλυκό κρασί και το ‘ριξαν στο γλέντι. Νυχτώθηκαν και πέσανε να κοιμηθούν. Την αυγή, κατέβηκαν οι Κίκονες και στην επίθεση ξέκαναν καμιά πενηνταριά απ” τους συντρόφους του Οδυσσέα. Οι υπόλοιποι μπήκαν υποχωρώντας στα καράβια και κάνανε πανιά. Ο Δίας, άρχοντας των θεών, που όλα τα βλέπει, θύμωσε με τους αχόρταγους συντρόφους του Οδυσσέα που κατάκλεψαν την πόλη των Κικόνων. Έστειλε το Βοριά που σκέπασε γη και πέλαγο με σύννεφα βαριά και κατέβασε σκοτάδι απ’ τον ουρανό. Χτυπούσε τα πλοία και τα ‘γερνε πάνω στα κύματα. Οι ναύτες μάζεψαν τα πανιά να μην τα σκίσει ο άνεμος, και, με όση δύναμη είχανε, βάλανε πλώρη κωπηλατώντας να φτάσουν σε κοντινή στεριά. Ποδίσανε και μείνανε εκεί δύο μερόνυχτα, μέχρι να πέσει ο Βοριάς.

Την τρίτη μέρα το πρωί η θάλασσα γαλήνεψε. Σήκωσαν τα πανιά και ξεκινήσανε. Το ταξίδι ήταν ήσυχο και πλησιάζανε στην πατρίδα, όταν ξαφνικά στο ακρωτήρι Μαλέο έξω απ’ τα Κύθηρα, ξανάπιασε κακοκαιρία. Εννιά μέρες παραδέρνανε με αντίθετους ανέμους,  τη δέκατη ο καιρός τους έριξε στη χώρα των Λωτοφάγων. Κατάκοποι βγήκανε οι ναύτες στην παραλία, στρώσανε για φαΐ και φέρανε νερό από μια πηγή εκεί κοντά.
Κι αφού φάγανε και ξεκουράστηκαν διάλεξε ο Οδυσσέας τρεις να προχωρήσουν πιο βαθιά στη χώρα, να γυρίσουν να του πούνε τι σόι άνθρωποι ήταν οι Λωτοφάγοι.
Αργούσαν όμως να επιστρέψουν. Οι ντόπιοι τους κέρασαν λωτούς γλυκούς σαν μέλι, μαγικούς, που σ’ έκαναν να ξεχνάς συντρόφους και πατρίδα. Δε θέλαν πια να αφήσουν τη χώρα αυτή.

Σαν είδε και αποείδε να τους περιμένει, πάει ο Οδυσσέας να τους βρει, και με το ζόρι τους φέρνει πίσω στα πλοία. Εμπρός, είπε, γρήγορα, ξεκινάμε πριν έρθουν οι Λωτοφάγοι, μας φέρουνε λωτούς και μας πλανέψουν όλους. Ταξιδεύανε μες στο σκοτάδι. Γύρω πηχτή καταχνιά και το φεγγάρι κρυμμένο στα σύννεφα. Κανένας δεν είδε το νησάκι. Μόνο έτσι, στα ξαφνικά, βρέθηκαν τα καράβια να μπαίνουν στο απάνεμο λιμάνι.
Κάποιος θεός σαν να τα οδηγούσε. Μάζεψαν τα πανιά και αράξανε. Όταν ξημέρωσε, βγήκανε στο νησί, που ήταν καταπράσινο, ακατοίκητο και γεμάτο άγρια γίδια. Οι άντρες πέσανε στο κυνήγι με τα κοντάρια τους, μετά βάλανε σούβλες και έγινε φαγοπότι, γιατί είχε μείνει ακόμα μπόλικο κόκκινο κρασί από τους Κίκονες. Κοιμήθηκαν μεθυσμένοι και καλοφαγωμένοι στην ακροθαλασσιά.

Τους ξύπνησαν φωνές και βελάσματα από ένα γειτονικό νησί. Είδαν καπνό ν’ ανεβαίνει. Ο Οδυσσέας αποφάσισε να περάσει απέναντι με μια ομάδα διαλεχτούς να δει ποιοι ζούσαν εκεί, να κάνει και προμήθειες.

Καθώς πλησίαζαν στο νησάκι βλέπουν μια απόμερη σπηλιά κοντά στο κύμα. Είχε γύρω μια στάνη με φράχτη από πέτρες, πεύκα και βαλανιδιές.
Μόνος του, πελώριος σαν βουνό, καθόταν μέσα εκεί ένας άντρας και πρόσεχε το κοπάδι του.
Δέσανε σ’ έναν κρυφό όρμο. Ο Οδυσσέας και μερικοί σύντροφοι πήρανε ένα ασκί γλυκό κρασί και βγήκαν στη στεριά. Είπε στους υπόλοιπους να περιμένουν εκεί, μες στο καράβι.

Με τα πόδια φτάσανε στη σπηλιά που έμοιαζε έρημη. Μπήκαν  μέσα. Ήταν γεμάτη τυριά και καρδάρες γάλα, κάμποσα γιδοπρόβατα, χώρια μαντρωμένα, αλλού τα νεογέννητα κι αλλού τα πιο μεγάλα.
Λένε τότε οι σύντροφοι:
–   Ας πάρουμε όσα τυριά και μανάρια μπορούμε να σηκώσουμε και ας φύγουμε γρήγορα απ’ τη σκοτεινή σπηλιά.
Ο Οδυσσέας όμως δε συμφώνησε:
–   Σταθείτε να περιμένουμε να έρθει ο ιδιοκτήτης, που θα ‘ναι φιλόξενος και θα μας τα προσφέρει. Όταν σε λίγο φάνηκε ένας γίγαντας στο άνοιγμα της σπηλιάς, κουβαλώντας ένα φόρτωμα ξύλα, τέτοια ήταν η τρομάρα τους, που χώθηκαν για να κρυφτούν.
Είχε όψη άγρια, σαν θηρίου, και ένα μόνο στο κούτελο. Ήτανε ο Κύκλωπας Πολύφημος. Έμπασε μέσα τις προβατίνες που έφερε απ’τη βοσκή και μια μια τις άρμεγε.

Άφησε απ’ εξω τα κριάρια και τους τράγους και έκλεισε την πόρτα της σπηλιάς με μια ασήκωτη τεράστια πέτρα.
Έβαλε τα μικρά αρνάκια να βυζάξουν. Μάζεψε το γάλα που είχε πήξει αποβραδίς το ‘χυσε μες στα καλάθια να γίνει τυρί. Όταν τέλειωσε όλες αυτές τις δουλειές, στοίβιαξε ξύλα και άναψε φωτιά.
Τότε τους είδε!
–   Ποιοι είσαστε σεις. Πώς μπήκατε εδώ μέσα; Από πού ήρθατε, απ’ τη θάλασσα; Μπας κι είσαστε κλέφτες;
Παγώσανε. Χάσανε τη φωνή τους.
Ο Οδυσσέας έκανε κουράγιο και μίλησε:

– Είμαστε όλοι Αχαιοί, γυρίζουμε απ’ την Τροία. Οι άνεμοι μας ρίξαν στο νησί σου και ήρθαμε να σε παρακαλέσουμε να μας δώσεις λίγα τρόφιμα. Ο Δίας, που προστατεύει το ξένους, θα σε ανταμείψει.

– Θα τα ‘χεις χαμένα, μου φαίνεται, είπε ο γίγαντας. Δε νοιάζονται οι Κύκλωπες για , και φιλοξενίες, γιατί είναι ανώτεροι απ’ αυτον. Αν θέλω σε φιλεύω. Λέγε, λοιπόν, στα γρήγορα. Πού το ‘χεις το καράβι- Καράβι, ποιό καράβι; Έπεσε πάνω στα βράχια του νησιού σου, κομματιάστηκε και μας πήρε η θάλασσα.

– Α, έτσι; είπε ο γίγαντας και άπλωσε το χέρι. άρπαξε δυο απ’ τους συντρόφους απ’ τα πόδια, τους χτύπησε χάμω με δύναμη και μετά τους έχαψε. Ήπιε από πάνω μια καρδάρα γάλα και ‘ριξε στον ύπνο.

Κλαίγανε και προσευχότουσαν οι άμοιροι σύντροφοι και ο Οδυσσέας σκέφτηκε να τονε μαχαιρώσει, έτσι όπως κοιμότανε. Αλλά ποια θα ήταν η μοίρα τους; Πώς θ’ άνοιγαν την πόρτα; Μονο ο Κύκλωπας μπορούσε να κουνήσει το βράχο. που την έφραζε. Λουφάξανε και τρέμοντας περίμεναν να ξυπνήσει.

Αυτός σηκώθηκε πρωί πρωί, άρμεξε τις προβατίνες, έβαλε τα μικρά να βυζάξουν και όταν τέλειωσε, άρπαξε άλλους δυο συντρόφους και τους κατάπιε σαν σαρδέλες, Μετά τράβηξε το βράχο, βγήκε, ξανάκλεισε και απομακρύνθηκε.

Ο Οδυσσέας τρελός από αγωνίαγυρίζει γύρω γύρω να βρεί μια λύση. Βλέπει ένα χοντρό ματσούκι στη γωνιά, μακρύ σαν κατάρτι, από χλωρή ελιά. Κόβει ένα κομμάτι και το δίνει ,στους συντρόφους να το πελεκήσουν, να το κανουν μυτερό. Μετά το βάζουν να πυρώσει μες στη θράκα.

Ήρθε το βράδυ και γύρισε ο Κυκλωπας. Έβαλε μέσα τα πρόβατα, τ’άμεξε και πριν κοιμηθεί άρπαξε πάλι δύο συντρόφους και τους έφαγε.

Όταν ξάπλωσε χορτασμένος πάει κοντά του ο Οδυσσέας μ’ ένα ασκί κρασί. Ορίστε, πάρε πιες. Εγώ σε κερνάω. Το ‘φερα να σ’ το χαρίσω νομίζοντας πως θα μας βοηθήσεις κι εσύ, αντί γι’ αυτό, σκότωσες έξι ανθρώπους μου. Το πήρε και το ‘πιε μονορούφι. Α, πολύ ωραίο το κρασί σου, ξένε. Πες μου πώς σε λεν κι εγώ θα σου κάνω ένα δώρο. Με λένε Κανένα, είπε ο Οδυσσέας. Λοιπόν, το δώρο σου είναι πως θα σε φάω τελευταίον, είπε ο γίγαντας κι έπεσε ξερός στον ύπνο.
Τότε βάζουν ξανά το ματσούκι μέσα στην αναμμένη θράκα να πυρώσει. Π|ντε μαζί το σήκωσαν και με δύναμη του το ‘χωσαν στο μάτι. Ουρλιάζει, μουγκρίζει σαν θεριό κι αντιλαλούν οι βράχοι.
Γυρίζει γύρω σαν τρελός, και τυφλός, όπως είναι, αρπάζει ό,τι βρει μπροστά του. Τρέχουν οι σύντροφοι και κρύβονται όπου βρουν.

Ακούσανε και οι άλλοι Κύκλωπες τις άγριες φωνές του, έρχονται έξω απ’ τη σπηλιά και τον ρωτάνε: Τι έπαθες, Πολύφημε; Μ’ έφαγε ο Κανένας.
Αφού δε σ’ έφαγε κανένας, κοίτα να γίνεις μόνος σου καλά. Φώναξε τον πατέρα σου τον Ποσειδώνα να σε βοηθήσει, είπαν κι έφυγαν, νομίζοντας πως ο Κύκλωπας τους κορόιδευε κι από πάνω.
Ο Πολύφημος πονώντας και βογκώντας έσυρε την πέτρα, βγήκε και κάθισε με τα χέρια απλωμένα στο άνοιγμα της πόρτας! Ψαχούλευε ένα ένα τα αρνιά που βγαίνανε να βεβαιωθεί πως δεν περνάει μαζί τους κι άνθρωπος.
Σαν το είδε αυτό ο Οδυσσέας έδεσε τρία κριάρια μαζί και κάτω απ’ το μεσιανό έδεσε κι ένα σύντροφο. Τελευταίος αυτός κρεμάστηκε απ’ το πιο μεγάλο κριάρι κι έτσι πέρασαν κάτω απ’ τα χέρια του Πολύφημου και βγήκαν έξω.
Τρεχάτοι κατεβήκανε στο πλοίο και κωπηλατώντας απομακρύνθηκαν. Καθώς περνούσαν έξω απ’ τη σπηλιά, ο Οδυσσέας δεν κρατήθηκε και φώναξε: Τέρας, που έφαγες τους συντρόφους μου, τώρα τυφλός θα πληρώνεις μια ζωή τα κακουργήματα σου. Ο Δίας και οι άλλοι θεοί σε τιμωρούνε.
Ο Κύκλωπας ξεκόλλησε ένα βράχο σαν βουνό και τον έριξε με δύναμη κατά κει που ερχόταν η φωνή. Σηκώθηκε κύμα, γέμισε αφρούς η θάλασσα κι έσπρωξε το καράβι με τα απόνερα.
Αμίλητοι, με το κεφάλι κάτω, κωπηλατούσαν για να γλιτώσουνε απ’ το Χάρο. Πάλι δεν κρατήθηκε ο Οδυσσέας και του φώναξε: Αν σε ρωτήσει, Κύκλωπα, κανένας, ποιος σου ‘βγαλε το μάτι, να πεις πως σε τύφλωσε ο Οδυσσέας, ο γιος του Λαέρτη απ’ την Ιθάκη.
Αχ, συμφορά μου, λέει ο Πολύφημος, μου το ‘χαν προφητέψει πως θα χάσω το φως μου από έναν Οδυσσέα, κι εγώ περίμενα έναν όμοιο μου, γίγαντα να τον παλέψω. Πού να το βάλω με το νου μου πως τούτο το ψοφίμι ήτανε ο αντίπαλος μου. Έπειτα σήκωσε τα χέρια του στον ουρανό: Πατέρα Ποσειδώνα, κάνε να φτάσει κακήν κακώς ο Οδυσσέας σπίτι του. Να χάσει τους συντρόφους του, να χάσει τα καράβια κι όλοι οι δικοί του να υποφέρουν.
Περάσανε απέναντι στο νησί, βρήκαν τους άλλους συντρόφους και τους τα διηγήθηκαν. Περίμεναν να φέξει και πρωί πρωί βάλανε πλώρη.

Ένα νησί, όλο βράχια απότομα, τριγυρισμένο με χάλκινα τείχη, φάνηκε ν’ αναδύεται σαν πλεούμενο στα κύματα. Ήταν το νησί του Αίολου, του φύλακα των ανέμων. Αραξαν τα πλοία του Οδυσσέα στο λιμανάκι. Ο καλός Αίολος και η οικογένεια του τους φιλοξένησαν και άκουσαν τις ιστορίες και τα βάσανα τους.
Οταν ήρθε η ώρα να φύγουν, ο Αίολος έκλεισε μέσα σ’ ένα ασκί όλους τους ανέμους και το “δωσε στον Οδυσσέα να το ορίζει, δηλαδή να αμολάει όποιον άνεμο ήταν ευνοϊκός κάθε φορά να σπρώχνει το καράβι έτσι, που η πλώρη του να είναι πάντα γυρισμένη προς την Ιθάκη.

Ο Οδυσσέας άφησε το Ζέφυρο κι αυτός τους έφερε τόσο κοντά στην πατρίδα, μετά από εννιά μέρες, που βλέπαν τις φωτιές να καίνε. Κουρασμένος κι ευτυχισμένος ο Οδυσσέας κοιμήθηκε. Τότε οι ναύτες, που είχαν μεγάλη περιέργεια να δουν τι χάρισε ο Αίολος μέσα στο ασκί, το άνοιξαν κι απάνω τους ξεχύθηκαν σαν τρελοί όλοι οι άνεμοι. Μπρος πίσω σπρώχνουν τα καράβια κι ο Οδυσσέας με απελπισία ξαναβλέπει μπρος του το νησί του Αίολου. Τα ‘χασε ο Αίολος. – Είναι οι θεοί ενάντια σου, φαίνεται, ποιος ξέρει τι έχεις κάνει. Μάζευ’ τα, λοιπόν, και δρόμο, δε βοηθάω παράνομους.

Με μαύρη καρδιά ο Οδυσσέας και οι σύντροφοί του ξαναμπήκαν στα καράβια και μετά από έξι μέρες φτάσανε στη χώρα των Λαιστρυγόνων, μέσα σε ένα ήσυχο λιμάνι, που το έκλειναν δυο βράχοι απότομοι. Μόνον ο Οδυσσέας άραξε έξω, κοντά στον κάβο κι έδεσε στις πέτρες το παλαμάρι. Μετά ανέβηκε σε μία απόκρημνη πλαγιά ν’ αγναντέψει. Το μόνο που είδε ήταν ν’ ανεβαίνει ένας καπνός. Στέλνει τότε μερικούς άντρες του να μάθουν ποιοι είναι οι κάτοικοι αυτής της χώρας.
Τρεις ξεκίνησαν και πρώτα συναντάνε στο δρόμο μια όμορφη κοπέλα που γέμιζε νερό στη βρύση. Τη ρώτησαν ποιος κυβερνάει τη χώρα, κι αυτή τους έδειξε το πατρικό της σπίτι. Πήγαν μαζί της ως εκεί, μα μόλις μπήκαν μέσα βλέπουν την αγριομάνα της, μια γυναίκα ψηλή σαν βουνό, και τους κόβει φόβος. Αυτή βάζει τις φωνές, έρχεται ο πατέρας και χωρίς άλλη συζήτηση αρπάζει τον έναν απ’ τους τρεις και τονε κάνει λιώμα.
Τρέχουν οι δυο, γυρίζουνε στα καράβια, μα πριν προλάβουνε καλά καλά να πουν τι έγινε, να τοι οι Λαιστρυγόνες, μεγάλοι σαν γίγαντες, πέφτουν πάνω τους.
Ρίχνουν κοτρόνες, τσακίζουν τα καράβια και καμακώνουνε σαν ψάρια τους άντρες.

Βγάζει ο Οδυσσέας το σπαθί, κόβει το παλαμάρι και το πλοίο του ορμάει μες στα κύματα. Αυτός κι όσοι ήταν μέσα γλίτωσαν, οι άλλοι χάθηκαν όλοι.

Κλαίνε τους χαμένους συντρόφους και κάνουν με δύναμη κουπί να ξεφύγουν από το Χάρο. Ούτε ξέρουν που πηγαίνουν, ώσπου κάποτε αράζουν σ’ενα ακρογιάλι και βγαίνουν έξω για λίγο, να ξεκουραστούν.

Δεν τολμούσαν να προχωρήσουνε πιο μέσα, παρ’ όλο που φάνηκε καπνός ν’ ανεβαίνει στον ουρανό.
Ο Οδυσσέας, μόνο, έκανε κουράγιο και περπάτησε προς τον κάμπο. Βλέπει μπροστά του ένα ελάφι που κατέβαινε να πιει νερό στο ρέμα. Ρίχνει μια κονταριά και το σκοτώνει. Το φορτώθηκε και γύρισε στους συντρόφους του. Ελάτε να το ψήσουμε, στρώστε κι ωραίο τραπέζι. Πρέπει να ξεχάσουμε όσα έγιναν, για ν’ αντέξουμε όσα μας περιμένουν. Ο στόχος μας είναι να φτάσουμε στην Ιθάκη. Έστρωσαν αρχοντικό τραπέζι, ήπιαν και έφαγαν μέχρι που σκοτείνιασε.
Την άλλη μέρα το πρωί ο Οδυσσέας τους κάλεσε όλους να κάτσουν να συζητήσουν κάποιο σχέδιο. Δεν ξέρουμε, τους είπε, πού βρισκόμαστε ούτε
από ποια χώρα ανατέλλει ή σε ποια δύει ο ήλιος. Πρέπει να ζητήσουμε βοήθεια. θα χωριστούμε σε δύο ομάδες. Θα ρίξουμε κλήρο. Η μία θα μείνει εδώ και η άλλη θα πάει να βρει τους κατοίκους του νησιού.
Έτσι κι έγινε. Είκοσι δύο απ’ τους συντρόφους με αρχηγό τον Ευρύλοχο ξεκίνησαν για το εσωτερικό του νησιού.
Ο Οδυσσέας και οι άλλοι είκοσι δύο μείνανε λυπημένοι και ανήσυχοι να περιμένουν.
Μπαίνουν ο Ευρύλοχος και οι δικοί του μέσα στο λαγκάδι και φτάνουν σ’ ένα λόφο. Βλέπουν ψηλά στην κορυφή ένα μαρμάρινο παλάτι.
Ήταν το σπίτι της όμορφης μάγισσας Κίρκης. Καθώς προχωρούσαν προς το παλάτι λύκοι και λιοντάρια, ήμερα σαν σπιτικά σκυλιά, τους τριγυρίζουν. Με βότανα τα ημέρωνε η μάγισσα και τα ‘κανε χαδιάρικα και φιλικά. Σταθήκανε στην ξώπορτα και την ακούσανε που τραγουδούσε, ενώ ύφαινε στον αργαλειό πανί λεπτό, υπέροχο, έργο θεϊκό. Κάποιος τη φώναξε. Κι αυτή αμέσως σηκώθηΐ άνοιξε τις λαμπρές πόρτες και τους είπε να ορίσουν μέσα. Πέρασαν όλοι εκτός απ’ τον Ευρύλοχο, που κάτι περίεργο οσμίστηκε στο καλωσόρισμα της.
Τους κάθισε σε όμορφους θρόνους, τους κέρασε τυρί, ξανθό μέλι και υπέροχο κρασί.
Μες στο κρασί τους όμως έριξε ένα φοβερό βοτάνι που τους έκανε να ξεχάσουν την πατρίδα.
Και σαν να μην έφτανε αυτό, αφού ήπιανε και μέθυσαν, τους κλείνει μέσα σε μια μάντρα και με το μαγικό ραβδί χτυπώντας έναν έναν τους
μεταμόρφωσε σε χοίρους.
Γρυλίζουνε οι δύστυχοι και σκούζουν σαν γουρούνια, αλλά ο νους τους είναι ανθρώπινος και ξέρουν τι έχουν πάθει.
Σαν τα είδε όλα αυτά ο Ευρύλοχος κρυμμένος μες στον κήπο, φεύγει τρεχάλα για την παραλία Με την ψυχή στο στόμα φτάνει στο καράβι πέφτει στα πόδια του Οδυσσέα και κλαίγοντας του τα διηγιέται όλα. – Να φύγουμε αμέσως, ό,τι έγινε έγινε. Πάνε οι σύντροφοι, κοίταξε να γλιτώσουμε εμείς. Ο Οδυσσέας όμως σκέφτεται πως, αφού οι φίλοι του είναι ζωντανοί κι έχουν τα λογικά τους, δεν μπορεί να τους εγκαταλείψει. Πήρε το σπαθί του και ξεκίνησε.

Στο δρόμο του φανερώθηκε ο Ερμής.
–    Πού πας, δύστυχε, ολομόναχος; Ξέρεις ότι θα φας το κεφάλι σου, για να γλιτώσεις τους φίλους σου; ‘Ακου, λοιπόν, τι σε περιμένει:
θα σε καλοδεχτεί η μάγισσα και θα σε κεράσει.
Το φαί θα έχει μέσα μαγικά. Πάρε τούτο το βοτάνι, για να μη σε πιάσουν. Κι όταν τη δεις να σηκώνει το ραβδί της, όρμησε πάνω της με το σπαθί σου.
Θα φοβηθεί και θα μαζευτεί, αλλά θα της αρέσει. Τότε, θα σου πει να κοιμηθείς κοντά της. Μην της το αρνηθείς, αλλά βάλ’ την πρώτα να σου ορκιστεί πως δε θα σε βλάψει άλλο.

Έσκυψε ο Ερμής ξερίζωσε ένα βοτάνι με μαύρη ρίζα κι άσπρο άνθος, που το λένε φλόμο, και του το έδωσε.
–    Κράτα το, είπε και χάθηκε στον ουρανό.

Έφτασε ο Οδυσσέας στο παλάτι της Κίρκης. Αυτή τον καλοδέχτηκε και τον κάθισε σ’ έναν ωραίο θρόνο. Του ‘βαλε σκαμνί κάτω απ’ τα πόδια και τον κέρασε σε ; χρυσό ποτήρι ξέχειλο με τα μαγικά της. Όταν τον είδε να πίνει και να μην τον πιάνουν τα μάγια της, σήκωσε το ραβδί της να τον χτυπήσει. Έπεσε πάνω της αυτός με το σπαθί στο χέρι. θαύμασε η Κίρκη και τότε κατάλαβε.

-Για να μη σε πιάνουν τα μάγια μου, είσαι ο Οδυσσέας. Μου το ‘χε πει ο Ερμής πως θα ‘ρθεις και πως θα σ’ αγαπήσω. Άφησε πέρα το σπαθί κι έλα να μ’ αγκαλιάσεις.

– Αυτά που λες δε γίνονται και η υποψία δε σβήνει. Πρέπει πρώτα να μου ορκιστείς πως κακό άλλο δε θα δοκιμάσεις πάνω μου και μετά θα σ’ αγαπήσω.

Γονάτισε η Κίρκη και πήρε τον πιο μεγάλο όρκο.

Μετά αγκαλιαστήκανε. Οι γυναίκες του παλατιού στρώσανε το τραπέζι πάνω σε κόκκινα χαλιά, φέρανε χρυσά πανέρια με φαγιά κι ασημένια ποτήρια. Οδηγήσανε τον Οδυσσέα στο λουτρό, τον λούσαν, τον στόλισανε και η κούραση του πέρασε. Ήρθε και κάθισε πλάι στην Κίρκη, αλλά μπουκιά δεν έβαλε στο στόμα του και ήτανε λυπημένος.

– Φάε και πιες, Οδυσσέα μου, να τα ξεχάσεις όλα, του έλεγε εκείνη.

– Τι άντρας με φιλότιμο θα ήμουν, να γλεντώ όταν οι φίλοι μου γυρίζουνε γουρούνια στην αυλή σου.

Τότε η Κίρκη, που πια δεν μπορούσε να του χαλάσει χατίρι, βγήκε έξω και’με μαγικό λάδι άλειψε τους χοίρους. Αυτοί ξανάγιναν άνθρωποι, πιο ωραίοι και πιο νέοι. Τρέξανε και φιλάγανε τα χέρια του Οδυσσέα. Μαζί στρωθήκανε στο φαΐ, όλο χαρές και γέλια.

Χαρούμενη η μάγισσα του λέει:
–    Πήγαίνε, τράβα το καράβι στη στεριά και φέρε και τους άλλους εδώ. Μες στο παλάτι μου θα είσαστε σαν δικοί μου. θα φάτε, θα γλεντήσετε και θα ξεκουραστείτε.

Πήγε ο Οδυσσέας κι όταν τον είδαν από μακριά οι σύντροφοι του καραβιού δεν πίστευαν στα μάτια τους.

– Ελάτε όλοι μαζί μου, οι φίλοι μας είναι καλά κι η μάγισσα μας προσφέρει φιλοξενία.

– Όχι, λέει ο Ευρύλοχος, μην τον πιστεύετε, θα είναι μαγεμένος. Αυτός ήταν η αιτία που τόσοι χάθηκαν στη σπηλιά του Κύκλωπα. Φτάνει πια, μην τον ακολουθείτε.

Ο Οδυσσέας θύμωσε και λίγο έλειψε να ορμήσει στον Ευρύλοχο.
–    Πολύ ωραία, κάτσε εσύ εδώ μόνος σου κι όποιος με πιστεύει ας με ακολουθήσει. Όλοι πήγαν μαζί του. Γιατί ο Οδυσσέας είχε το χάρισμα να κερδίζει την εμπιστοσύνη των ανθρώπων.
Βρήκανε τους άλλους στολισμένοι;, καθαρούς και μυρωδάτους, στρωμένους σε τραπέζι βασιλικό κι ανάμεσα τους η Κίρκη, η γόησσα, να τους καλωσορίζει.
Ενα χρόνο μείνανε στο αρχοντικό της ο Οδυσσέας και οι σύντροφοι.
Ολα ήταν υπέροχα, άφθονα και πλούσια, αλλά δεν μπορούσαν να ξεχάσουν την πατρίδα.
Ετσι μια μέρα πιάσανε τον Οδυσσέα και του παραπονέθηκαν πως θέλουν πια να φύγουν.

Εκείνο το ίδιο βράδυ, μετά το γλένΐι, όπως το συνήθιζε ο Οδυσσέας, πήγε να βρει την Κίρκη στο δωμάτιο της. Επεσε στα πόδια της και της ζήτησε να τον αφήσει να φύγει, να τον βοηθήσει να γυρίσει στην Ιθάκη.

– Με το ζόρι  δε γίνεται να κρατήσεις κανέναν κοντά σου για πολύ. Φύγε, αφού το θέλεις, αλλά πρέπει να σε προετοιμάσω, γιατί έχεις να πάθεις πολλά, όταν αφήσεις πίσω σου αυτό το νησί. Πρώτα θα περάσεις μέσα από τον Άδη. Εκεί βρίσκονται όλοι οι πεθαμένοι κι ανάμεσα τους ο μάντης Τειρεσίας. Απ’ αυτόν θα μάθεις τι άλλο σε περιμένει και πώς θα βρεις το δρόμο για την πατρίδα.
Και ποιος θα μ’ οδηγήσει ως εκεί; Δεν έχει ξαναπάει ζωντανός κανείς στον Άδη, με καράβι, θα σε πάει μόνος του ο άνεμος. Θα φτάσεις στον Ωκεανό, θα βρεθείς σ’ ένα ακρογιάλι με δάση από λεύκες και ιτιές. Εκεί θα αράξεις και θα προχωρήσεις μέσα βαθιά στον κάτω κόσμο.
Την αυγή ο Οδυσσέας ξύπνησε τους συντρόφους. Εμπρός, ξεκινάμε γρήγορα. Ξαφνιαστήκανε. Τέτοια ήταν η ταραχή, που ένας απ’ αυτούς, ο Ελπήνορας, αγουροξυπνημένος, με κεφάλι βαρύ από το χτεσινό μεθύσι, έπεσε από την ταράτσα που κοιμόταν και σκοτώθηκε.

Η μάγισσα ντύθηκε, έβαλε τα καλά της. Ένα λευκό φουστάνι, χρυσή ζώνη και πέπλο στο κεφάλι. Ήρθε μαζί τους ως τη θάλασσα να τους αποχαιρετίσει. Τους έδωσε να πάρουν μαζί τους ένα κριάρι και μια μαύρη προβατίνα. Οι σύντροφοι ήταν θλιμμένοι που αφήνανε την καλοπέραση κι επειδή φοβόντουσαν πολύ το ταξίδι στον Άδη.

Φτάσανε στον τόπο που τους είχε περιγράψει η Κίρκη. Ο Οδυσσέας, έσκαψε με το σπαθί του έναν λάκκο. Γύρω του έχυσε γάλα, μέλι γλυκό κρασί, νερό και σκόρπισε αλεύρι προσφορά στους νεκρούς. Μετά θυσίασε τα δύο αρνιά μέσα στον λάκκο.

Τότε, αθόρυβα, άρχισαν να έρχονται μια μια οι ψυχές των πεθαμένων.
Κορίτσια, αγόρια, γέροι, πολεμιστές, τριγυρίζουν το θυσιαστήριο, αλλά ο Οδυσσέας δεν τους αφήνει να ζυγώσουν προτού φανεί ο Τειρεσίας.
Έρχεται η ψυχή του μάντη -κρατώντας ένα χρυσό σκήπτρο.
Τρανέ Οδυσσέα, του λέει, δεν τελειώνουν τα βάσανα σου. θα φτάσεις όμως στην πατρίδα σου κάποτε, παρ’ όλο που ακόμα σ’ έχει φούρκα ο Ποσειδώνας, γιατί του τύφλωσες το γιο του τον Πολύφημο, θυμήσου: Ποτέ να μην αγγίξεις τα Βόδια του ‘Ηλιου που βόσκουν σ’ έναν απ’ τους γιαλούς που μέλλεται ν’ αράξεις.
Στην πατρίδα σε περιμένουν συμφορές, θα βρεις άλλους να τρώνε το βιος σου κι άλλους να θέλουν να πάρουν τη γυναίκα σου. Να τιμωρήσεις όποιον σ’ έβλαψε και τέλος να θυσιάσεις στους θεούς που σου συμπαραστάθηκαν, να τους ευχαριστήσεις. Αυτά είπε και χάθηκε στο σκοτάδι.
Σε λίγο ήρθε κοντά η ψυχή της μάνας του Οδυσσέα. Την είχε αφήσει ζωντανή στην Ιθάκη όταν έφυγε, αλλά την έφαγε ο καημός του χωρισμού και πέθανε.
Παιδί μου, του λέει, πώς ήρθες ζωντανός στην χώρα των πεθαμένων. Γυρίζεις απ’ την Τροία; Δεν πήγες στην Ιθάκη να δεις τη γυναίκα σου και
το παιδί σου;
Μάνα, ακόμα δεν πάτησα το χώμα της πατρίδας.
Η θάλασσα με πετάει εδώ κι εκεί. Ήρθα στον Άδη να μάθω απ’ τον Τειρεσία τι άλλο με περιμένει.
Πες μου, όμως, για σένανε, πώς χάθηκες, πώς είναι ο πατέρας μου, η γυναίκα μου κι ο γιος μου:
– Η γυναίκα σου σε περιμένει. Ο γιος σου μεγάλωσε και φροντίζει πια αυτός το σπιτικό σου. Όμως, ο πατέρας σου γέρασε πολύ και τον τρώει ο καημός του γυρισμού σου, αυτός που έφαγε κι εμένα.

Έτρεξε να την αγκαλιάσει ο Οδυσσέας, αλλά του ‘φυγε σαν ίσκιος μέσα απ’ τα χέρια.
Ήρθαν κι άλλες ψυχές, γυναίκες μαχητών της Τροίας. Η Αλκμήνη, η μάνα του Ηρακλή, η μάνα του Οιδίποδα η Ιοκάστη, που μόνη της σκοτώθηκε, κι άλλες πολλές που γνώριζε.
Σκορπίσανε οι ψυχές των γυναικών και τότε φάνηκε η ψυχή του βασιλιά Αγαμέμνονα.

– Αρχηγέ βασιλιά Αγαμέμνονα, πώς χάθηκες; Βούλιαξε το πλοίο σου που γύριζε απ’ την Τροία ή μήπως σκοτώθηκες σε κάποια άλλη μάχη; ρώτησε ο Οδυσσέας.

– Άδικα πήγα. Μέσα στο ίδιο το παλάτι μου με φάγανε με προδοσία ο Αίγισθος και η άπιστη γυναίκα μου, η Κλυταιμνήστρα, είπε κι έφυγε.

Κατόπι ήρθε η ψυχή του Αχιλλέα, του Αίαντα κι άλλων γνωστών από την Τροία. Είδε τον Τάνταλο να τυραννιέται διψασμένος, δεμένος μέσα στη λίμνη, να μη φτάνει το νερό. Μετά ήρθε η ψυχή του Ηρακλή κι όλο και μαζευόντουσαν πιο πολλοί. Φοβισμένος ο Οδυσσέας αποτραβήχτηκε, βρήκε τους ναύτες του κι ανέβηκαν στο καράβι.

Aπ’ τον Ωκεανό και τον κάτω κόσμο ο Οδυσσέας και οι σύντροφοι του γυρίζουν στο νησί της Κίρκης. Ξανά η όμορφη Κίρκη τους γέμισε τρόφιμα το καράβι και πήρε απόμερα τον Οδυσσέα να του δώσει συμβουλές.

Μετά από τούτον τον τόπο, είπε, θα περάσετε απ’ το νησί με τις Σειρήνες. Όταν φτάσετε κοντά, θα βάλεις τους ναύτες να σε δέσουνε στο κατάρτι κι εκείνοι όλοι να βουλώσουν τα αυτιά τους με κερί. Έτσι. εσύ μόνο θ’ ακούσεις το μαγευτικό τραγούδι τους. Λένε πως όποιος το γνωρίσει τρελαίνεται, πέφτει μες στο νερό να πάει κοντά τους και χάνεται. Ο επόμενος κίνδυνος είναι διπλός. Εσύ θα διαλέξεις ποιον απ’ τους δυο θα τολμήσεις. Από τη μια μεριά είναι οι Πλαγκτές πέτρες, απ’ όπου ανάμεσα ούτε πουλί πετούμενο δεν προλαβαίνει να περάσει. Από την άλλη η Σκύλλα με τα έξι κεφάλια και η Χάρυβδη, που πότε ρουφάει το νερό της θάλασσας και πότε το ξερνάει βραστό.
Τέρατα φοβερά, που πάλι ανάμεσα τους πρέπει να διαβείς.
Αν γλιτώσετε απ’ όλα αυτά, θα φτάσετε στη θρινακία, όπου βόσκουν τα βόδια και τα πρόβατα του Ήλιου. Κοίταξε μην τα αγγίξετε, θα είναι η καταστροφή σας.

Ξεκίνησαν μια φορα ακόμα αφήνοντας την Κίρκη. Ο Οδυσσέας είπε στους συντρόφους του μόνο για τις Σειρήνες. Όταν πλησίασαν τον δέσανε στο κατάρτι και βούλωσαν καλά τα αυτιά τους. Κατάφεραν να τις περάσουνε γιατί κανένας δε γύρισε να δει ούτε άκουσε τον Οδυσσέα που ούρλιαζε να τον λύσουνε. Είχε ξετρελαθεί με το τραγούδι τους και ήθελε να πάει να τις βρει. Έκαναν κουπί και ξεμάκρυναν μέχρι που χάθηκε κάθε φωνή.

Άφησε τις Πλαγκτές πέτρες και διάλεξε να περάσει τη Σκύλλα. Είπε στους ναύτες να κωπηλατήσουνε ξυστά στο βράχο που ζούσε το τέρας, για να αποφύγουν τη Χάρυβδη που ήταν στην απέναντι μεριά του στενού και κάθε τόσο ρουφούσε νερό με τέτοια δύναμη, που θα κατάπινε το πλοίο. Δεν τους είπε τίποτα για τον κίνδυνο μην παρατήσουν τα κουπιά και πάνε να κρυφτούν. Γρήγορα όρμησαν μέσα στο στενό πολύ κοντά στο βράχο. Κι εκεί που νόμισαν πως το ξεπέρασαν, βγαίνει η φοβερή Σκύλλα απ’ τη σπηλιά της κι αρπάζει με καθένα από τα έξι της κεφάλια ένα ναύτη. Σαν τρελοί κωπηλατούν οι άλλοι και ξεφεύγουν.

Φοβισμένοι, λυπημένοι για τον άδικο χαμό, φτάνουν στο ωραίο νησί του Ηλιου. Θυμάται ο Οδυσσέας τα λόγια της Κίρκης και τους χρησμούς του Τειρεσία και τα διηγιέται στους συντρόφους. Μην αγγίξετε τα κοπάδια του Ήλιου. Καλύτερα να μην πιάσουμε σ’ αυτό το νησί. Όμως ξεσηκωθήκανε όλοι και τονε λεν απάνθρωπο, και πεισματάρη. Έχουν μαζέψει πολλή κούραση και θλίψη. Καλά, λοιπόν, το δέχομαι,, ας ποδίσουμε να πάμε ν’ αράξουμε, αλλά πρώτα θϊχ, μου ορκιστείτε πως ούτε βόδι ούτε αρνί θα αγγίξετε. Όλοι το υποσχεθήκανε. Δέσανε στο νησί και βγήκαν έξω. Τη νύχτα χάλασε ο καιρός. Έπιασε Νοτιάς-Σιρόκος που κράτησε ένα μήνα και τους έκλεισε.

Όσο κρατούσαν οι τροφές της Κίρκης καλά ήτανε, αλλά όταν τέλειωσαν ψάχνανε για κυνήγι και ψαρεύανε. Δεν ήταν όμως αρκετό για να τους χορτάσει. Μια μέρα που ο Οδυσσέας είχε ξεμακρύνει, ο Ευρύλοχος, ένας απ’ τους συντρόφους, είπε: Εγώ παρά να πεθάνω απ’ την πείνα προτιμώ να πάω πνιγμένος. Να σφάξουμε λέω τώρα κανένα γελάδι του Ήλιου, κι όταν γυρίσουμε στην πατρίδα, θα του χτίσουμε ένα ναό για να μας συγχωρέσει. Όλοι συμφωνήσανε και όρμησαν στα σφαχτάρια. Στήσανε σούβλες    έψηναν και μύρισε ο τόπος.

Έβαλε τις φωνές ο Οδυσσέας σα γύρισε. Είδε την καταστροφή να έρχεται. Έξι μέρες κράτησε το φαγοπότι και την έβδομη έπεσε ο άνεμος κι έπρεπε να ξεκινήσουν. Σηκώσανε το άσπρο πανί, αλλά όταν βρεθήκανε στη μέση του πελάγου απλώθηκε παντού συννεφιά. Δυνατός Ζέφυρος έφερε την μπόρα και έσπασε το κατάρτι. Κεραυνός έπεσε πάνω στο καράβι, το κομμάτιασε κι όλοι βρεθήκανε στη θάλασσα. Ο Οδυσσέας αρπάχτηκε απ” το κατάρτι και παράδερνε στα κύιιατα.

Έπαψε να φυσάει ο Ζέφυρος, γύρισε Νοτιάς. Πέρασε η νύχτα κι όταν ξημέρωσε ο Οδυσσέας βρέθηκε, ξανά, κρατημένος απ’ το ξύλο, μέσα στα στενά της Σκύλλας και της Χάρυβδης. Ήτανε η ώρα που η Χάρυβδη ρούφαγε θάλασσα. Ο Οδυσσέας μόλις πρόλαβε να αρπαχτεί από ένα χαμηλό κλαδί συκιάς, που κρεμότανπάνω απ’ το νερo.  Το τέρας κατάπιε το κατάρτι. Εκεί κρεμασμένος περίμενε να ξεράσει η Χάρυβδη, και μόλις το έβγαλε, άφησε το κλωνάρι κι έπεσε ξανά στο νερό κοντά στο σπασμένο κατάρτι. Το αγκάλιασε, σκαρφάλωσε πάνω του και με τα χέρια του κουπιά ξεμάκρυνε και γλίτωσε. Τυχερός, γιατί η Σκύλλα απ’ την άλλη μεριά κοιμότανε και δεν πήρε χαμπάρι.

Εννιά μέρες παράδερνε μες στη θάλασσα, τη δέκατη έφτασε στο νησί της Ωγυγίας. Ήταν η χώρα της όμορφης θεάς Καλυψώς, που τον αγάπησε πολύ και τον κράτησε κοντά της εφτά χρόνια.

Οι Θεοί του Ολύμπου που ορίζουνε τις τύχες των ανθρώπων είναι όλοι μαζεμένοι και συζητάνε. Λείπει μόνο ο Ποσειδώνας που τον έχουν καλέσει σε γλέντι στην Αιθιοπία. Με την ευκαιρία αυτή η Αθήνα αποφάσισε να μιλήσει στον πατέρα της το Δία για τον ταλαίπωρο Οδυσσέα. Όλοι το ξέρουν πως η αιτία που βασανίζεται είναι ο Ποσειδώνας. Τον εκδικείται, γιατί τύφλωσε τον αγαπημένο του Κύκλωπα, τον Πολύφημο. Η Αθηνά όμως έχει αδυναμία στον Οδυσσέα, τον αγαπάει και τον προστατεύει.
–    Δία, λέει στον πατέρα της, τον πιο ισχυρό
και σεβαστό από τους θεούς, αυτός ο Οδυσσέας, που τόσες θυσίες έχει κάνει στους θεούς για να τους ευχαριστήσει, βρίσκεται τώρα σκλαβωμένος στα χέρια της θεάς Καλυψώς. Έχασε το καράβι του και όλους τους συντρόφους. Πέρασε του κόσμου τις συμφορές κι ακόμα να γυρίσει στην πατρίδα του. Το μονάκριβο παιδί του βρίσκεται σε μεγάλο κίνδυνο. Θέλουν να το σκοτώσουν οι μνηστήρες της γυναίκας του Οδυσσέα, γιατί τους είναι εμπόδιο.

–  Κάτι πρέπει να γίνει αμέσως, λέει ο Δίας. Να πας εσύ, Αθηρά, να βρεις το γιο του Οδυσσέα, το νεαρό Τηλέμαχο και να τον συμβουλέψεις τι πρέπει να κάνει για να σωθεί. Θα βτείλω τον Ερμή στην Καλυψώ να της μηνύσει πως οι θεοί αποφάσισαν να αφήσει πια ελεύθερο τον Οδυσσέα και να τον βοηθήσει να φύγει για την πατρίδα του. Δεν ξέρω όμως αν τα πάθη του τελειώνουνε εδώ, γιατί ακόμα τον έχει φούρκα ο Ποσειδώνας.

Η Αθήνα έδεσε τα χρυσά σαντάλια της, πήρε το χάλκινο δόρυ της και κατέβηκε απ’ την κορφή του Ολύμπου στην Ιθάκη. Έξω από το παλάτι του Οδυσσέα μεταμορφώθηκε στον αρχηγό των Ταφιωτών το Μέντη. Μέσα οι μνηστήρες, φιλόδοξοι νέοι άντρες που θέλανε να παντρευτούν την Πηνελόπη, τρώνε και πίνουνε και περιμένουν την απόφαση της. Ανάμεσα τους τριγυρίζει λυπημένος ο Τηλέμαχος.

Οταν είδε τον ξένο που στεκόταν στην πόρτα, πήγε κοντά του και τον κάλεσε να περάσει μέσα. Τον οδήγησε παράμερα, να μη βλέπει και ακούει αυτά που κάνανε οι μνηστήρες.

– Ξένε, του λέει, αυτοί οι χαραμοφάηδες τρώνε το βιος του πατέρα μου που χάθηκε στον πόλεμο. Πες μου όμως ποιος είσαι; Από πού έρχεσαι; Μήπως έχεις ακούσει τίποτα για τον Οδυσσέα;

– Ο πατέρας σου δεν πέθανε, αλλά κάπου μακριά ανάμεσα στη θάλασσα είναι αποκλεισμένος. Δε θ’ αργήσει να γυρίσει, γιατί σκαρφίζεται πολλά. Είμαι ο Μέντης, φίλος από παλιά και ίσα ίσα ήρθα να τον συναντήσω, γιατί άκουσα πως είναι εδώ. Μα ποιοι είναι αυτοί που με τόση αναίδεια τρώνε, χορεύουνε και κυνηγάν τις σκλάβες.

– Είναι οι γείτονες-γαμπροί που θέλουνε τη μάνα μου και την περιουσία της. Εκείνη δε θέλει να παντρευτεί, γιατί ακόμα ελπίζει στο γυρισμό του Οδυσσέα. Τους λέει πως θα πάρει την απόφαση όταν τελειώσει αυτό που υφαίνει στον αργαλειό. Ολη τη μέρα υφαίνει και το βράδυ το ξηλώνει,

– Καημένο παιδί, τι είναι αυτά που τραβάς. Πρέπει όμως να μ’ ακούσεις: Θα καλέσεις αύριο κιόλας τους μνηστήρες να τους πεις να τα μαζέψουν και να πάνε σπίτια τους. Η μάνα σου, αν θέλει να ξαναπαντρευτεί, ας γυρίσει στον πατέρα της, όχι εδώ μέσα που είναι το σπίτι του Οδυσσέα. Εσύ ν’ αρματώσεις ένα καράβι και να πας στην Πύλο. Εκεί θα βρεις το γερο-Νέστορα που έφυγε μαζί με τον πατέρα σου απ’ την Τροία. Κάτι θα ξέρει να σου πει. Μετά πήγαινε στη Σπάρτη, στο βασιλιά Μενέλαο που έφτασε τελευταίος από τους αρχηγούς. Αν ακούσεις πως ζει, περίμενε. Αλλιώς, πάρε τις ευθύνες σου. Δεν είσαι πια παιδί

Αυτά του είπε και έφυγε πετώντας σαν πουλί στον ουρανό. Ο Τηλέμαχος κατάλαβε πως είχε να κάνει με την Αθηνά και πήρε πολύ κουράγιο.

Μέσα το γλέντι συνεχιζότανε τρικούβερτο. Στη μέση είχαν βάλει τον τραγουδιστή Φήμιο που διηγιόταν τον πόλεμο της Τροίας. Φάνηκε ψηλά στη σκάλα η Πηνελόπη με δυο παρακόρες κι όλοι οι μνηστήρες θαμπώθηκαν.

–    Φήμιε, φτάνει, δε θέλω ν’ ακούω άλλο αυτό το τραγούδι. Μου φέρνει δάκρυα, γιατί θυμάμαι τον άντρα μου που σαν αυτόν δε θα βρεθεί άλλος.
Ο Τηλέμαχος έκανε ένα βήμα μπρος και είπε στη μητέρα του:
–    Γύρισε εσύ στο δωμάτιο σου, μάνα, κι εγώ θα βάλω τάξη εδώ μέσα. Απόψε όλοι θα φάτε και θα πιείτε, από αύριο όμως ο καθένας στο σπίτι του. Αν πάλι νομίζετε πως είναι τίμιο να ξοδεύετε το ξένο βιος, τότε με γεια σας με χαρά σας, αλλά κινδυνεύει το κεφάλι σας.

Μ’ έκπληξη άκουσαν τον Τηλέμαχο οι μνηστήρες, αλλά τίποτα δεν τους χαλάει το κέφι. Άνθρωποι αναίσθητοι, όλο θράσος. Συνέχισαν το γλέντι τους.

Ο Τηλέμαχος πήγε να κοιμηθεί. Πίσω του τον ακολούθησε η Ευρύκλεια, που απ1 τα χρόνια του παππού του δούλευε στο σπίτι και τον είχε μεγαλώσει. Του φώτιζε να γδυθεί. Κάθισε στο κρεβάτι του, έβγαλε το χιτώνα και η πιστή γερόντισσα τον δίπλωσε και τον άφησε κοντά του. Βγήκε, έπειτα τράβηξε το σύρτη κι έκλεισε πίσω της την πρόρτα. Ο Τηλέμαχος δεν είχε ύπνο. Συλλογιζόταν το ταξίδι.

¨Οταν ξημέρωσε, ντύθηκε, κρέμασε στους ώμους το σπαθί του, έδεσε τα σαντάλια του και, όμορφος σαν θεός, βγήκε έξω. Φώναξε τους κήρυκες και τους είπε να καλέσουν όλους τους Αχαιούς σε σύνοδο στην αγορά. Όταν μαζεύτηκαν ήρθε κι εκείνος, κρατώντας το δόρυ του, με δυο άσπρα σκυλιά να τον ακολουθούν και κάθισε στο θρόνο του πατέρα του.

– Ποιος μας κάλεσε έτσι ξαφνικά; ρώτησε ο γεροντότερος. Έχει κανείς κάποια καλή είδηση για το χαμένο μας στρατό; Ή μήπως συμβαίνει τίποτε άλλο που ενδιαφέρει το λαό; Γιατί, από τότε που έφυγε ο Οδυσσέας, πρώτη φορά γίνεται τέτοια συγκέντρωση.

– Σας κάλεσα εδώ, μπροστά σ’ όλον το λαό, είπε ο Τηλέμαχος, να διαμαρτυρηθώ για τους γιους σας που ολημερίς γλεντοκοπάνε μες στο σπίτι μου. Δεν αφήνουνε ήσυχη τη μάνα μου, που αν ήθελε να ξαναπαντρευτεί θα είχε γυρίσει στον πατέρα της στην Ικαρία. Ζητάω ακόμα να μου δώσετε ένα καράβι να πάω στην Πύλο και στη Σπάρτη. Αν μάθω εκεί πως ο πατέρας μου είναι ζωντανός, θα τονε περιμένω. Αν πάλι μου πουν πως πέθανε, τότε, εγώ ο ίδιος όταν γυρίσω θα πείσω τη μάνα μου να ξαναπαντρευτεί.

Σηκώθηκε να μιλήσει ο γερο-Μέντορας, φίλος παλιός του Οδυσσέα.

– Αφού τόσο εύκολα ξεχάστηκε ένας δίκαιος και καλός βασιλιάς που σαν πατέρας κυβερνούσε, δεν παραξενεύομαι μ’ αυτά που κάνουν οι νεαροί και αναιδείς μνηστήρες. Εκείνο που με κάνει ν’ απορώ, όμως, είναι που όλοι εσείς δε βγάζετε μιλιά κι ανεχόμαστε οι πολλοί να κάνουν ό,τι θέλουνε οι λίγοι.

Δώστε του, λοιπόν, καράβι, πήγαινε κι εσύ, Μέντορα, μαζί του στο ταξίδι, αφού είσαι φίλος του πατέρα του, είπε προκλητικά ένας απ’ τους μνηστήρες. Κι ας έρθει ο Οδυσσέας, αν ζει, να διώξει τόσους λεβέντες απ’ το σπίτι του!

Η σύνοδος διαλύθηκε. Οι μνηστήρες γελώντας και κοροϊδεύοντας γύρισαν στο παλάτι και ο Τηλέμαχος τράβηξε για την ακρογιαλιά.
Εβρεξε το κεφάλι του στο κύμα και προσευχήθηκε στην Αθηνά ζητώντας βοήθεια. Πάλι φανερώθηκε μπροστά του η θεά με τη μορφή του Μέντορα αυτή τη φορά. Τηλέμαχε, του λέει, πρέπει να δείξεις πως είσαι άξιος γιος των γονιών σου. Θ’ αρματώσω γρήγορα ένα καράβι και θα ηρθούμε μαζί σου, εγώ και είκοσι νέοι. Πήγαινε τώρα στο σπίτι σου και φέρε κρασί κι αλεύρι σε σακιά, τροφές για το ταξίδι.

Οι μνηστήρες όταν τον είδαν που γύρισε στο σπίτι του άρχισαν να τον πειράζουνε. Έλα, κάτσε τώρα να τα πιεις μαζί μας, μην κάνεις τον περήφανο κι άσε τα νταϊλίκια. Αυτό δε γίνεται, είπε θυμωμένος ο Τηλέμαχος. Ποτέ δε θα καθίσω εγώ μαζί σας στο ίδιο τραπέζι!
Γύρισε την πλάτη του και προχώρησε στο βάθος αναζητώντας την Ευρύκλεια για να του ετοιμάσει τα τρόφιμα.

Να δεις που αυτός ο μικρός έβαλε στο νου του να μας καθαρίσει, είπε ένας. Θα φέρει βοήθεια απ’ τη Σπάρτη και την Πύλο. Πρέπει να προσέχουμε τι πίνουμε, μη βάλει φαρμάκι στα ποτήρια μας όταν γυρίσει. Αλλά πού ξέρεις, πάλι, μπορεί κι εκείνος να χαθεί σ’ αυτό το ταξίδι και τότε θα μπούμε στον κόπο να μοιραστούμε το βιος του.

Με το βασίλεμα του ήλιου όλα ήταν έτοιμα. Ο Τηλέμαχος όρκισε την Ευρύκλεια να μην πει τίποτα στη μητέρα του, για να μην ανησυχεί, και κατέβηκε στο λιμάνι. Μπήκανε στο ΐαράβι και η Αθηνά κάθισε στην πρύμη. Είπε να φυσήξει Ζέφυρος, πρύμο αεράκι, πίσω τους. Στήσανε το κατάρτι, δέσανε τα ξάρτκ και σήκωσαν το πανί. Ο αέρας φούσκωνε το παν και η πλώρη έσκιζε το κύμα. Με τέτοιο καλό καιρό δέσανε τα άρμενα, έβαλαν κρασί στα ποτήρια κι άρχισαν να τα πίνουνε.

Το καράβι μπήκε στο λιμάνι της Πύλου την ώρα που ο λαός μαζεμένος στην παραλία έκανε θυσία,στον Ποσειδώνα. Αράξανε και βγήκαν έξω. Ήτανε εκεί κι ο βασιλιάς Νέστορας που, όταν τους είδε, τους κάλεσε να μείνουν για φαΐ.

¨Οταν έφαγαν και ήπιαν καλά, τους ρώτησε ποιοί είναι.

– Είμαστε από την Ιθάκη, είπε ο Τηλέμαχος, και ήρθαμε εδώ για δική μου δουλειά. Θέλω να μάθω από σένα ό,τι ξέρεις για τον πατέρα μου τον
Οδυσσέα.

– Αχ, παιδί μου, του λέει ο Νέστορας, τι μου θυμίζεις τώρα! Πόσα παλικάρια, φίλοι στενοί, χαθήκανε στον πόλεμο της Τροίας.
Με τον πατέρα σου κανείς ποτέ δεν μπόρεσε να παραβγεί. Στο γυρισμό όμως απ’ την Τροία όλα πήγαν ανάποδα, λες και κάποιος θεός μας τιμωρούσε για τ’ άδικα που γίνανε. Μάλωσε ο Μενέλαος με τον Αγαμέμνονα γιατί, ενώ εκείνος έλεγε να ξεκινήσουν αμέσως, γιαλό γιαλό, για την επιστροφή, ο Αγαμέμνονας ήθελε να κρατήσει ακόμα εκεί το στρατό και να προσφέρει θυσίες στην Αθηνά.

Ετσι χωριστήκαμε στα δυο. Ξεκινήσαμε εγώ, ο Μενέλαος, ο Διομήδης, κι ο Οδυσσέας. Όταν φτάσαμε στην Τένεδο έγινε ακόμα ένας καβγάς και όσοι διαφώνησαν! γυρίσανε με τον Οδυσσέα πίσω στην Τροία. Εγώ κι ο Διομήδης προχωρήσαμε κι αργά ακολούθησε ο Μενέλαος. Μας φτάσανε στη Λέσβο. Είχαμε αράξει και μελετούσαμε αν θα αρμενίζαμε απ’ το ιιάνω μέρος της Χίου, προς τα Ψαρά, ή απ’ το κάτω ανάμεσα από τις Κυκλάδες.
Μας φώτισε ο θεός και διασχίσαμε στα ίσια το πελαγο μέχρι που φτάσαμε κι αράξαμε με πρύμο ιερα στην Περαιδίο, στην Εύβοια. Θυσιάσαμε εκεί στον Ποσειδώνα. Την τετάρτη μέρα, οι ναύτες του Διομήδη έφτασαν στυ Άργος. Το ίδιο και εγώ, πάντα με πρύμο αγέρι έφτασα στην Πύλο. 0 Μενέλαος όμως έχασε τον κυβερνήτη του στο Σούνιο απέξω. Άραξε για να τον θάψει και καθυστέρησε. Εκεί που καβατζάριζε το ακρωτήρι
Μαλέα τον έπιασε φουρτούνα. Του σκόρπισε τα πλοία κι. άλλα τα ‘ριξε στην Κρήτη, άλλα στην Αίγυπτο.

Στο μεταξύ ο Αγαμέμνονας γύρισε στις Μυκήνες, όπου όμως τον περίμενε φριχτός θάνατος. Γιατί όσα χρόνια έλειπε στην Τροία η γυναίκα του η Κλυταιμνήστρα ξελογιάστηκε με τον Αίγισθο απ’ το ‘Αργος. Σχεδίασαν μαζί το φόνο του Αγαμέμνονα κι ενώ τον καλοδέχτηκαν, του χώσανε το μαχαίρι στην πλάτη. Μετά από οχτώ χρόνια, όμως, γύρισε απ’ την Αθήνα ο γιος του ο Ορέστης και εκδικήθηκε σκοτώνοντας τον Αίγισθο και την άπιστη μάνα του.
Έτσι κι εσύ, σαν άξιος γιος, θα εκδικηθείς μια μέρα τους μνηστήρες για την ασέβεια που δείχνουνε στη μάνα σου και στον πατέρα σου. Φτάνει να ‘χεις βοηθό τη θεά Αθηνά, όπως την είχε πάντα ο Οδυσσέας. Τώρα όμως σε συμβουλεύω, του είπε, να πας στο Μενέλαο. Βίρίνος γύρισε πιο αργά απ’ όλους και μπορεί να ξέρει κάτι παραπάνω να σου πει.

Σωστά τα είπες όλα αυτά, λέει η Αθηνά. Δώσε, λοιπόν, ένα αμάξι με άλογα και συνοδό το γιο σου τον Πεισίστρατο να πάει αμέσως ο Τηλέμαχος στη Σπάρτη. Εγώ θα γυρίσω στο καράβι να τον περιμένω.
Αμέσως μεταμορφώθηκε από Μέντορας σε αετό και πέταξε στο λιμάνι.
Ο κόσμος όλος σάστισε κι ο Νέστορας κατάλαβε πως ο Τηλέμαχος είχε θεϊκή προστασία. Γύρισαν στο παλάτι και πρόσταξε να ετοιμάσουν αμέσως θυσία στην Αθηνά. Άνοιξε κι ένα παλιό καλό κρασί και κέρασε τον κόσμο.
Η κόρη του, Πολυκάστη, η πιο μικρή, έλουσε τον Τηλέμαχο, τον άλειψε με λάδι και του ‘δωσε να φορέσει καινούρια ρούχα. Ζέψανε τ’ άλογα στο αμάξι και ο Πεισίστρατος μαζί με τον Τηλέμαχο ξεκίνησαν για τη Σπάρτη.

Στο παλάτι του Μενέλαου γινόταν γάμος διπλός. Πάντρευε τα δυο του παιδιά, την κόρη και το γιο του. Στάθηκαν στην πόρτα οι δυο νέοι και έβλεπαν που ξεφάντωνε ο κόσμος. Τους είδε ένας παραγιός και ρώτησε το Μενέλαο αν πρέπει να τους καλέσει μέσα.
–   Θα ‘χασες το μυαλό σου, αμέσως να τρέξεις να τους φέρεις να κάτσουν στο τραπέζι μας. Ξέχασες, μου φαίνεται, πόσες.φορές μας φίλεψαν άλλοι εμάς, τότε που τριγυρίζαμε στα ξένα, είπε ο Μενέλαος.
Ξεζέψανε τ’ άλογα και οι ξένοι πέρασαν μέσα. Τους οδηγήσανε σε μαρμαρένιο λουτρό κι αφού λουστήκανε και τους έτριψαν με λάδι, ντυθήκανε με σγουρές χλαμύδες και χιτώνες που τους πρόσφεραν.
Ήρθανε και καθίσανε πλάι στο Μενέλαο και μια, κόρη έστρωσε μπροστά τους τραπέζι για φαΐ.

– Καλωσορίσατε, είπε ο Μενέλαος, κι όταν καλά θα φάτε και θα πιείτε, θα σας ρωτήσουμε από πού έρχεστε. Φαίνεστε και οι δυο παιδιά καλοαναθρεμμένα.
Ο Τηλέμαχος κοίταγε γύρω του και θαύμαζε το παλάτι. Έλαμπε ο χαλκός παντού, το κεχριμπάρι, το χρυσό, το φίλντισι και το ασήμι.
–   Έτσι θα είναι και του Δία το παλάτι, ψιθύρισε στον Πεισίστρατο.
Κι ο Μενέλαος που τον άκουσε του λέει:
–   Δεν μπορούν, παιδί μου, οι θνητοί να παραβγούν το Δία. Αυτά που βλέπεις τα ‘φερα με βάσανα πολλά απ’ τις ξενιτιές που γύρναγα οχτώ ολόκληρα χρόνια. Κι ενώ εγώ άραζα σε πλούσιες χώρες, που μ’ έριχναν άγριες θάλασσες, ο δύστυχος αδερφός μου ο Αγαμέμνονας βρήκε άγριο θάνατο, γυρίζοντας από την Τροία στο σπιτικό του. Κλαίω λοιπόν γι’ αυτόν, αλλά και για το φίλο μου τον Οδυσσέα που λείπει τόσα χρόνια.
Του Τηλέμαχου τα μάτια γέμισαν δάκρυα, όταν άκουσε τ’ όνομα του πατέρα του. Έκρυψε το κεφάλι του στο ρούχο του, να μην τον καταλάβουν.

Τότε ήρθε η γυναίκα του Μενέλαου, η πεντάμορφη Ελένη, και κάθισε κοντά τους.

– Μενέλαε, ποια είναι τα αρχοντόπουλα που ήρθανε στο σπίτι μας; Για να δούμε αν έχω δίκιο, αλλά αυτό το νέο παιδί είναι ίδιος ο Οδυσσέας!
– Έτσι είναι, πετάχτηκε ο Πεισίστρατος. Αυτή είναι η αλήθεια. Εγώ είμαι ο γιος του Νέστορα και μ’ έστειλε μαζί του οδηγό. Ήρθε να μάθει αν ξέρεις κάτι για τον πατέρα του, γιατί έχει βάσανα πολλά στο σπιτικό του.
Ο Μενέλαος αγκάλιασε το γιο του φίλου του, δάκρυα γέμισαν τά μάτια τους. Η Ελένη, που ήξερε πολλά, πήγε κι έφερε κρυφά ένα βοτάνι και το ‘ριξε μέσα στο κρασί τους. Της το ‘χαν δώσει στην Αίγυπτο κι όποιος το ‘πινε ξέχναγε τι θα πει λύπη και καημός. Καθίσανε και πίνανε και τότε εκείνη διηγήθηκε, πώς ο Οδυσσέας μπήκε ντυμένος ζητιάνος κρυφά μέσα στην Τροία και μόνο αυτή τον αναγνώρισε. Κι εκεί που άρχισε να τους λέει για το ξύλινο κούφιο άλογο, τους έπιασε η νύστα. Τους οδήγησαν σε όμορφα κρεβάτια, έτοιμα στρωμένα με κόκκινα χαλιά.

Το άλλο πρωί ο Μενέλαος ρώτησε τον Τηλέμαχο αν ο λόγος που ήρθε να τον βρεί ήταν για δική του δουλειά ή του λαού της Ιθάκης.

– Ήρθα να μάθω αν ξέρεις κάτι για τον πατέρα μου, γιατί ρημάζουν το σπίτι του οι υποψήφιοι γαμπροί που ορέγονται τη μάνα μου.

– Σε ποιου λιονταριού το στρώμα βάλθηκαν να κοιμηθούν αυτοί οι χαμένοι, είπε θυμωμένος ο Μενέλαος. Αλίμονο τους όταν γυρίσει ο Οδυσσέας. Τον είχα δει στη Λέσβο μια φορά να παλεύει με το Φιλομηλείδη,αν απλώσει το χέρι πάνω τους, θα τους ξεκάνει όλους.
θα σου πω όσα ξέρω, όλη την αλήθεια: Ενώ γύριζα στην πατρίδα, κακός καιρός μ’ έριξε στην Αίγυπτο και μετά αποκλείστηκα σ’ ένα ερημονήσι έξω απ’ τη χώρα αυτή σ’ απόσταση μια μέρα με το πλοίο. Είκοσι μέρες μείναμε εκεί και τέλειωσαν οι τροφές μας. Μια μέρα που τριγύριζα μόνος μου στην ακρογιαλιά, απελπισμένος βλέπω τη θεά Ειδοθέα που με λυπήθηκε κι, αν δε με είχε βοηθήσει, θα είχα χαθεί κι εγώ κι οι ναύτες μου. Μου είπε, λοιπόν, ότι στο νησάκι αυτό έρχεται κάθε τόσο ο πατέρας της, ο γερο-προφήτης ο Πρωτέας, ένας θεός απ’ την Αίγυπτο.
Αυτόν πρέπει να ρωτήσεις και θα σου πει πώς θα γλιτώσεις από εδώ, αλλά πρώτα πρέπει να καταφέρεις να τον τσάκωσες. Περίμενε να σου πω το μυστικό.” Πήγε λοιπόν κι έφερε απ’ τη θάλασσα τέσσερα τομάρια από φώκιες. Μας έβαλε να ξαπλώσουμε στην άμμο τέσσερις άνδρες στη σειρά και σκεπαστήκαμε μ’ αυτά. Σε λίγο βγήκαν απ’ τη θάλασσα πολλές φώκιες και ξάπλωσαν πλάι μας.
Το μεσημέρι φάνηκε ο γέρος κι άρχισε να μετράει τα ζώα, ούτε που του πήγε ο νους στην παγίδα, έπειτα πλάγιασε κι αυτός. Τότε χιμήξαμε και τον πιάσαμε. Αυτός όμως μεταμορφώθηκε αμέσως σε λιοντάρι. Εμείς με θάρρος τον κρατούσαμε σφιχτά. Μετά έγινε φίδι μέσα στα χέρια μας, λεοπάρδαλη, τράγος, δέντρο και ξαφνικά νερό τρεχούμενο. Κι άμα κουράστηκε ν’ αλλάζει μορφές, έγινε πάλι γέρο:: και με ρώτησε:
»- Ποιος θεός σου ‘πε τα μυστικά μου και με τσάκωσες; Τι θέλεις από μένα;

»- Θέλω να μου πεις τι φταίει που έτσι αποκλείστηκα σε τούτο το νησί.

»- Πρέπει να γυρίσεις στην Αίγυπτο και στις όχθες του Νείλου να θυσιάσεις στους θεούς. Τότε μόνο θα σ’ αφήσουνε ελεύθερο να επιστρέψεις. »— Πες μου ακόμα, τον ρώτησα, αν όλοι οι άλλοι Αχαιοί γύρισαν στην πατρίδα τους.

»- Δυο μόνο χαθήκανε στο γυρισμό. Ο Αίας κι ο Αγαμέμνονας και ένας τρίτος ακόμα ζωντανός, παραδέρνει στα πέλαγα. Ο γιος του Λαέρτη ο Οδυσσέας.
Αυτά μου είπε, βούτηξε στη θάλασσα και χάθηκε.
Κι αφού διηγήθηκε όλα αυτά, ο Μενέλαος του δίνει τρία γρήγορα άλογα δώρο, να τα πάρει μαζί του στην Ιθάκη, κι ένα ποτήρι ασημένιο.

– Μείνε μαζί μας λίγο ακόμα, Τηλέμαχε.

– Πρέπει να φύγω. Οι ναύτες μου με περιμένουνε στην Πύλο. Όσο για τα ωραία σου δώρα, τ’ άλογα δε θα τα πάρω, γιατί στην Ιθάκη δεν έχει απλόχωρο κάμπο να τρέχουν και να τρώνε. Είναι νησί όπως τα περισσότερα εδώ στη γύρω θάλασσα, καλό για τα κατσίκια, χωρίς πολλά λιβάδια και δεν κάνει για άλογα. Άσ’ τα να τρέχουνε εδώ και να τα καμαρώνεις. Ο Μενέλαος γέλασε και του ‘δωσε τον ασημένιο κρατήρα.

Kι ενώ αυτά γινόντουσαν στη Σπάρτη, οι μνηστήρες στο παλάτι του Οδυσσέα ακόμα διασκεδάζουνε, όταν έρχεται ο Νοήμονας και τους ρωτάει μήπως ξέρουνε πότε επιστρέφει ο Τηλέμαχος απ’ την Πύλο.
–   Έχει πάρει το καράβι μου με είκοσι παλικάρια και τώρα μου χρειάζεται, τους λέει. Σάστισαν αυτοί, γιατί δεν του το είχανε του μικρού Τηλέμαχου να κάνει τέτοιο ταξίδι. Νομίζανε τόσον καιρό πως θα ήταν στις βοσκές ή και στα χτήματα του.

Τότε θυμώσανε πολύ κι αγριέψανε οι μνηστήρες.

Αποφασίσανε να πάρουν ένα πλοίο και να του στήσουνε καρτέρι στο στενό, ανάμεσα Σάμη και Ιθάκη. Εκεί θα τον τσακώνανε για.να τον ξεκάνουν, πριν φτάσει στο σπίτι του.

Το σχέδιο τους το άκουσε ο κήρυκας Μέδοντας κι έτρεξε να τα πει της Πηνελόπης.

Εχασε τη φωνή της εκείνη η κακομοίρα, γιατί ούτε ήξερε πως είχε φύγει ο μοναχογιός της. Έκλαιγε και χτυπιότανε και παρακαλούσε την Αθηνά να σώσει το παιδί της. Και η καλή θεά της έστειλε ένα όνειρο να την καθησυχάσει. Είδε την αδερφή της την Ιφθίμη που της έλεγε πως το παιδί της θα σωθεί.
Τότε η Πηνελόπη μέσα στον ύπνο της ρώτησε και για τον Οδυσσέα. – Γι’ αυτό δε θα σου πω, της λέει το φάντασμα και χάνεται.

Ο Δίας καλεί και πάλι τη συνέλευση των θεών και η Αθηνά ξαναφέρνει τη συζήτηση για τον Οδυσσέα που πάντα τον νοιάζεται.

Τούτη τη φορά γιατί γνωρίζει τα σχέδια των μνηστήρων, που θέλουν να εξοντώσουν τον Τηλέμαχο.

Κανόνισε, εσύ, να φτάσει πίσω ο Τηλέμαχος σώο και αβλαβής κι εγώ πάλι θα πω στον Ερμή γρήγορα να πάει στην Καλυψώ να τη διατάξει να βοηθήσει τον Οδυσσέα να φύγει.

Ο Ερμής, όπως τον διάταξε ο Δίας στη συνέλευση των θεών, φόρεσε αμέσως τα φτερωτά σαντάλια του, πήρε το ραβδί του και ξεκίνησε πετώντας σαν το γλάρο πάνω απ’ τη θάλασσα για το νησί της Καλυψώς.

Βρήκε την νεραίδα να κάθεται μέσα στη σπηλιά της και να υφαίνει στον αργαλειό, με ολόχρυση σαίτα. Τραγουδούσε ευτιχισμένη. Γύρω στη σπηλιά, σ’ ένα δάσος από κυπαρίσσια και λεύκες, φωλιάζανε όμορφα πουλιά. Μια κληματαριά γεμάτη σταφύλια στόλιζε την πόρτα   και τέσσερις πηγές, η μια κοντά στην άλλη, πότιζαν την αυλή.

Η Καλυψώ γνώρισε αμέσως τον Ερμή, γιατί αυτοί που είναι από θεϊκή γενιά ξέρουν ο ένας τον άλλο.
–    Καλώς τον τόν Ερμή, του είπε, τι σ’ έφερε στα μέρη μας. Κάθισε, πες μου κι ό,τι περνάει απ’ το χέρι μου θα κάνω για σένα.
. Του έστρωσε τραπέζι με αμβροσία και νέκταρ. Οταν έφαγε και ευχαριστήθηκε ο Ερμής της λέει:

– Ο Δίας μ’ έστειλε, παρά τη θέληση μου. Ε, δε θα ‘κανα και τέτοιο ταξίδι από μόνος μου, όλο πάνω από θάλασσα, χωρίς ούτε μια πολιτεία να συναντήσω, ούτε μυρωδιά από ψητό να ανεβαίνει στον ουρανό και πέθαινα στην πείνα! Ζητάει ν’ αφήσεις αμέσως τον Οδυσσέα να φύγει, να πάει στους δικούς του. Έτσι αποφασίσανε οι θεοί στο τελευταίο τους συμβούλιο.

– Ζηλιάρηδες όλοι σάς! Δεν αφήνετε μήτε άνθρωπο μήτε θεό να χαίρεται την αγάπη. Μόλις δείτε δυο να ζουν μαζί, μπαίνετε στη μέση να τους χωρίσετε. Εσείς φταίτε που ανεξήγητα καμιά αγάπη δεν κρατάει πολύ…, είπε θυμωμένη η Καλυψώ.

Τόσον καιρό τον έχω μες στην αγκαλιά μου τον αγαπώ και τον φροντίζω, τον έσωσα απ’ τα κύματα, γιατί δεν μπορώ να τον έχω όλο δικό μου;

–    Τι να σου πω, της λέει ο Ερμής, βουλή είναι αυτή, για όλα αποφασίζει. Δε θέλεις βέβαια να τα βάλεις με το κράτος.

Με μαύρη καρδιά η όμορφη Καλυψώ, αφού έφυγε ο Ερμής, κατέβηκε στην παραλία. Βρήκε τον Οδυσσέα ν’ αγναντεύει το πέλαγος. Δάκρυα κυλούσαν απ’ τα μάτια του.

Έλα, μην κλαις, θα φύγεις, θα πας στην πατρίδα σου, του είπε. Εγώ θα σε βοηθήσω κι ας μου καίγεται η καρδιά. Κόψε ξύλα να φτιάξεις ένα πλεούμενο κι εγώ πάω να σου φέρω φαγώσιμα για το ταξίδι.
Κατάπληκτος έμεινε ο Οδυσσέας. Τόσον καιρό του ‘λεγε πως δεν υπάρχει τρόπος να γυρίσει. Μήπως και ήταν εκδίκηση; Του ‘λεγε να φύγει για να του στείλει συμφορά στη μέση του δρόμου, να τον πνίξει; Καμιά γυναίκα δεν αφήνει να φύγει ο αγαπημένος της ξέροντας πως πάει να βρει άλλη γυναίκα, σκέφτηκε. Σίγουρα ήταν παγίδα. Έτσι, όταν γύρισε φέρνοντας κρασί και ψωμί για το ταξίδι, της είπε:

– Δε φεύγω, δεν πάω πουθενά, αν δεν είναι και δική σου θέληση κι αν δε μου ορκιστείς πως στο ταξίδι αυτό εσύ με προστατεύεις.

– Α, πονηρέ και άπιστε. Πώς θέλεις να σου πω ότι είναι η θέληση μου. Όχι, δε θέλω να φύγεις ούτε να πας στην Πηνελόπη. Θέλω όμως να μην κλαις και να ‘σαι ευτυχισμένος. Αυτό θα πει αγάπη, είπε κι αγκαλιαστήκανε.

Με το ξημέρωμα ξεκίνησαν να κόψουν λεύκες και έλατα ξερά που πλέουν εύκολα για να φτιάξουν μια σχεδία. Έκοψε είκοσι ο Οδυσσέας και τα πελέκησε με το τσεκούρι που του ‘δωσε η Καλυψώ. Τέσσερις μέρες του πήρε να στήσει το πλεούμενο και την πέμπτη του ‘φερε εκείνη το πανί. Το ύψωσαν στο κατάρτι. Του ‘δωσε νερό. κρασί και ζεστά ρούχα κι ακόμα είπε και φύσηξε πρύμο αεράκι. Καθισμένος στο τιμόνι ο Οδυσσέας την αποχαιρέτισε.

Τα άστρα τον οδηγούσανε. Κοίταζε την Πούλια και τον Ωρίωνα και ούτε ύπνος δεν τον έπαιρνε απ’ τη χαρά του. Σα νύχτωσε, πρόσεχε να ‘χει τη Μεγάλη Άρκτο στο αριστερό του χέρι καθώς ταξίδευε, για να ‘ναι σίγουρος, όπως του είπε η Καλυψώ, πως είναι στο σωστό δρόμο. Δεκαεφτά μέρες μες στη θάλασσα και στις δεκαοχτώ φάνηκε γη, η χώρα των Φαιάκων.

Για κακή του τύχη, όμως, αυτή τη μέρα επέστρεφε απ’ το γλέντι στην Αιθιοπία ο Ποσειδώνας. Από μακριά τον είδε που αρμένιζε στη θάλασσα και φούσκωσε ο θυμός του.
– Α, οι θεοί όσο έλειπα του δώσανε χάρη, βλέπω! Αλλά ακόμα δεν τελειώσαμε εμείς οι δυο, φίλε μου, είπε και μάζεψε μαύρα σύννεφα. Δίνει μια με την τρίαινα και ταράζει το πέλαγος. Σιρόκος, Νοτιάς και Ζέφυρος φυσάνε πάνω στη σχεδία. Στέλνει και παγωμένο το Βοριά με κύματα θηρία. Χτυπιέται από παντού, τον βάλανε στη μέση αέρηδες και κύματα.
« Πάει, δεν έχω γλιτωμό, σκέφτεται ο Οδυσσέας. Καλύτερα να είχα σκοτωθεί δοξασμένος στην Τροία και με τιμές να με είχαν θάψει.» Έρχεται ένα κύμα άγριο και τον πετάει στη θάλασσα, του δίνει ακόμα μια και τον πάει στο βυθό. Κάνει ν’ ανέβει πάνω, αλλά είναι τα ρούχα του βαριά και δεν μπορεί να κολυμπήσει. Βάζει δύναμη να βγει στον αφρό και να φτάσει τη σχεδία του που παραδέρνει δίπλα. Αρπάχτηκε και ανέβηκε πάνω, αλλά ούτε τιμόνι ούτε πανί είχαν απομείνει. Ο Βοριάς τον πέταγε στο Νοτιά κι ο Ζέφυρος στο Σιρόκο.

Και ότι σκεφτόταν να μείνει γαντζωμένος στη σχεδία, και όσο βαστάξει, του στέλνει ο Ποσειδώνας ένα πελώριο κυρα που τον κουκουλώνει και διαλύει τη σχεδία σαν τα άχυρα στον άνεμο. Ο Οδυσσέας πέφτει και κολυμπά. Ακούει τα κύματα που μουγκρίζουν και καταλαβαίνει πως η στεριά είναι κοντά. Οι ακτές όμως είναι απόκρημνες, όλο βράχια. Το ένα κύμα τον χτυπά στα βράχια και το άλλο τον ξαναπαίρνει στα βαθιά. Τρεις μέρες πάλεψε με τα κύματα μέχρι που αποκαμωμένο τον πέταξαν στα βότσαλα, στο άνοιγμα ενός ποταμού. Χώθηκε ανάμεσα σε δύο θάμνους, ξάπλωσε σ’ ένα σωρό φύλλα και βυθίστηκε στον ύπνο.

Ενώ ο Οδυσσέας κοιμάται, η θεά Αθηνά έφτασε στη χώρα των Φαιάκων απ’ τον ‘Ολυμπο. Πήγε στο παλάτι του άρχοντα Αλκίνοου, πέρασε μέσα αθώρητη και μπήκε στο δωμάτιο που κοιμότανε η κόρη του η Ναυσικά. Πήρε τη μορφή της πιο καλής της φίλης και φανερώθηκε στο όνειρο της.

— Ναυσικά, αύριο πρωί πρέπει να ζητήσεις απ’ τον πατέρα σου να σου δώσει ένα αμάξι. Μάζεψε όλα τα ρούχα που είναι για πλύσιμο να τα πάμε στο ποτάμι. Φτάνει η ώρα του γάμου σου και δεν έχεις τίποτα ετοιμάσει.

‘Οταν ξύπνησε η Ναυσικά θυμάται το όνειρο και πάει να βρει τον πατέρα της. Δεν του λέει για γάμο τίποτα, αλλά εκείνος καταλαβαίνει. Δίνει εντολή να ζέψουνε τα μουλάρια στο αμάξι και η μάνα της φέρνει φαγιά, κρασί και τα ρούχα που είναι για πλύσιμο. Ανεβαίνει η όμορφη Ναυσικά και οι παρακόρες της. Με γέλια και με χάχανα τραβάνε για την μπουγάδα.

‘Οταν φτάσανε στο ποτάμι, βάλανε τα ρούχα στο νερό να μουσκέψουν, τα τρίψανε και τα άπλωσαν στα βότσαλα για να στεγνώσουν. Μετά γδυθήκανε κι έλουσαν τα μαλλιά τους. Ξαπλώσανε στον ήλιο και αφού έφαγαν κοντά στην όχθη άρχισαν να παίζουν και να τραγουδούν. Η μέρα κόντευε να περάσει και τότε η Αθηνά για να κάνει να ξυπνήσει ο Οδυσσέας, που ακόμα εκεί κοντά κοιμότανε κρυμμένος, έβαλε τη Ναυσικά να πάρει το τόπι της και να το ρίξει σε μια παρακόρη. Κατά λάθος το τόπι πέφτει στο νερό και τότε απ’ τα γέλια, τα πλατσουρίσματα και· τις φωνές, ξυπνάει ο Οδυσσέας. Βάζει ένα φουντωτό κλαδί μπροστά του, να κρύψει τη γύμνια του, και βγαίνει απ’ την κρυψ.ώνα.
Τα κορίτσια σκορπίστηκαν τρομαγμένα. Σαν άγριο ζώο τους φάνηκε. Μόνο η Ναυσικά στάθηκε και τον κοίταξε.
–   Λυπήσου με, κυρά μου, δεν ξέρω αν είσαι θεά ή άνθρωπος, γιατί μοιάζεις με την Άρτεμη στο ύψος και στην ομορφιά. Θαμπώθηκα όταν σε είδα. Χτες με πέταξε η θάλασσα στο νησί σου, γι* αυτό είμαι εδώ γυμνός. Δώσε μου κάτι να φορέσω και δείξε μου πού είναι η πόλη. Κι εύχομαι έτσι όμορφη να σαι κι ευτυχισμένη και να σου χαρίσουν οι θεοί όσα ζητάει η καρδιά σου.

Η Ναυσικά χαμογέλασε και του είπε:
–   Σ’ αυτή τη χώρα, ξένε, δε θα σου λείψει τίποτα. Βοηθάμε τους ανθρώπους που φτάνουνε στα μέρη μας.
Φώναξε τις παρακόρες να φέρουνε ρούχα και φαγητό κι εκείνες ήρθανε κοντά, κάνοντας πως δεν τον βλέπουν.
–   Φύγετε λίγο να πλυθώ κι εγώ στο ποτάμι, γιατί ντρέπομαι έτσι γυμνός και βρόμικος που είμαι. Έκανε το μπάνιο του, αλείφτηκε με λάδι από χρυσό κανάτι κι έβαλε ένα χιτώνα που του άφησαν κοντά στην όχθη. ‘Οταν τον ξαναείδε έτσι όμορφο η Ναυσικά, έμεινε να τον κοιτάζει άφωνη.
« Μακάρι ο άντρας που θα παντρευτώ να μοιάζει με τον ξένο», σκέφτηκε.

– Τώρα πρέπει να γυρίσουμε στην πόλη, του είπε. Ανέβηκαν έξι κοπέλες πάνω στην άμαξα και εκείνος ακολουθούσε ξοπίσω μέχρι στην πόλη. Εκεί όμως έπρεπε να περιμένει, μέχρι να φτάσει η Ναυσικά στο παλάτι και σε λίγο να πάει μόνος του.

– Να περάσεις μέσα από τις σάλες και στην αίθουσα που καίει η φωτιά θα βρεις τη μάνα μου. Ζήτησε να σ’ ακούσει αυτή, γιατί είναι η πιο καλή, και θα σε φροντίσει.

Φτάσανε στην όμορφη πόλη των Φαιάκων με το διπλό λιμάνι και το μεγάλο ναό του Ποσειδώνα. Ο Οδυσσέας έμεινε έξω σ’ ένα δασάκι και περίμενε. Η Αθηνά τον τύλιξε σε σκοτεινό σύννεφο για να μπει μέσα απαρατήρητος. Το παλάτι έλαμπε σαν ήλιος, σαν φεγγάρι, γιατί είχε τοίχους από χαλκό και χρυσές πόρτες. Σκυλιά-αγάλματα από ασήμι και μάλαμα φυλάνε την πόρτα. Σε στολισμένους με ωραία υφάσματα θρόνους άρχοντες πίνουνε και τρώνε. Χρυσά αγάλματα παιδιών κρατάνε στα χέρια τους δαδιά αναμμένα και φωτίζουν. Πενήντα παρακόρες υφαίνουνε σε αργαλειούς λεπτά υφάσματα, γιατί όσο οι άνδρες Φαίακες είναι ξακουστοί για θαλασσινοί, τόσο οι γυναίκες τους για υφάντρες. Και γύρω απ’ το παλάτι είναι μια όμορφη αυλή κι ένας μεγάλος κήπος, γεμάτος δίφορες αχλαδιές, ροδιές, μηλιές, συκιές και ελιές, που έχουν καρπούς χειμώνα καλοκαίρι.
Ο Οδυσσέας, χωρίς κανένας να τον προσέξει, προχωρεί στο βάθος του παλατιού και βρίσκεται μπροστά στη μάνα της Ναυσιράς, την Αρήτη, που κάθεται μπροστά στο τζάκι. Γονατίζει και της λέει πως είναι ξένος, ναυαγός και ζητάει τη βοήθεια της, για να γυρίσει στην πατρίδα του.
– Στους Έλληνες ο ξένος είναι ιερός κι όποιος έρθει και κάτσει μπροστά στο τζάκι του σπιτιού θα ‘χει και προστασία, λέει ο πιο γέρος απ’ τους άρχοντες που βρίσκονταν στη σάλα. Αμέσως ο βασιλιάς Αλκίνοος παίρνει τον Οδυσσέα απ’ το χέρι και τον καθίζει σε θρόνο πλάι του.
Ελάτε, κεράστε κρασί να πιούμε στην υγειά του ξένου μας. Απόψε πάμε για ύπνο, γιατί είναι αργά, και από αύριο θα φροντίσουμε για την επιστροφή του ξένου στην πατρίδα του.
Η Αρήτη γνώρισε το ρούχο που φορούσε ο Οδυσσέας και τον ρώτησε πώς έφτασε ως το παλάτι.
Τότε εκείνος τους διηγήθηκε πώς, απ’ της Καλυψώς το νησί φεύγοντας μετά από εφτά χρόνια κι εκεί που είχε την ελπίδα πως φτάνει στην πατρίδα του, ξανά θαλασσοπνίγηκε και βγήκε στο νησί τους. Πώς τονε βρήκε η Ναυσικά και τονε είχε οδηγήσει ως εδώ.

Έτσι η καλή αρχόντισσα του ‘στρωσε κόκκινα χαλιά και απαλές φλοκάτες να κοιμηθεί, να ξεχαστεί και να ησυχάσει.

Το πρωί ο Αλκίνοος ξύπνησε τον Οδυσσέα και μαζί πήγανε στην αγορά που ήταν κοντά στο λιμάνι. Μαζεύτηκαν εκεί όλοι οι άρχοντες Φαίακες και κοίταζαν τον Οδυσσέα, που είχε μια χάρη κι ομορφιά όχι συνηθισμένη. Κι όταν γέμισε κόσμο η αγορά μίλησε ο Αλκίνοος:

— Δεν ξέρω ποιος είναι ο ξένος μας, αλλά ξέρω πως αμέσως, όπως το επιθυμεί, θα ετοιμάσουμε ένα καράβι και πενήντα δυο παλικάρια να τον οδηγήσουνε στην πατρίδα του. Γϊ’ αυτό σας καλώ όλους στο σπίτι μου για το αποχαιρετιστήριο γεύμα. Φωνάξτε τον τραγουδιστή Δημόδοκο να ‘ρθει να μας διασκεδάσει.

Μόλις είπε αυτά, σηκώθηκε να επιστρέψει στο αρχοντικό του, ενώ οι πενήντα δυο νέοι έριξαν στα νερά ένα μαύρο τρεχαντήρι, στήσανε το κατάρτι και το ετοιμάσανε για μακρινό ταξίδι.
Στο παλάτι έγινε γλέντι τρικούβερτο μέχρι που άρχισε να τραγουδάει ο Δημόδοκος τραγούδι πολεμικό, που έλεγε για δυο Αχαιούς στην εκστρατεία της Τροίας. Τραγούδαγε για τον Αχιλλέα, το φημισμένο Οδυσσέα και τα βάσανα που τους βρήκανε.

Τον Οδυσσέα τον πήρανε τα κλάματα και σκέπασε με την κάπα του το πρόσωπο να μη φανούν τα δάκρυα. Ο Αλκίνοος, όμως, που καθόταν πλάι του, τον πήρε χαμπάρι και για να σταματήσει τον τραγουδιστή πρότεινε να βγούνε τώρα έξω και να το ρίξουν στους αγώνες: πάλεμα, πήδημα και τρέξιμο.

Πολλά παλικάρια βγήκαν ν’ αγωνιστούνε και λέει τότε ο γιος του Αλκίνοου, ο Λαοδάμας, στον Οδυσσέα:

Έλα και συ, ξένε, να αγωνιστείς μαζί μας. Δεν είμαι για τέτοια εγώ, του λέει ο Οδυσσέας. Ο νους μου είναι στις πίκρες που πέρασα και στην επιστροφή μου.

Τότε ένας νέος τον πείραξε με θράσος;

Μήπως, ξένε, είσαι έμπορας και δεν έχεις ιδέα από ευγενικούς αγώνες; Μόνο στο κέρδος θα είναι ο νους σου.
θύμωσε ο Οδυσσέας με την αυθάδεια, σηκώθηκε, άρπαξε τον πιο βαρύ δίσκο και τον έριξε τόσο μακριά, που κανένας δεν μπορούσε να του παραβγεί.

Όλοι θαύμασαν και τότε ο Αλκίνοος, για να ξεχαστεί η προσβολή, είπε να συνεχίσουν με χορό το γλέντι. Φώναξαν πάλι το Δημόδοκο να ‘ρθει Ρ τη λύρα του. Άρχισε να λ&ι ένα τραγούδι πονηρό, για τους έρωτες των θεών, του Άρη και της Αφροδίτης.
Γνρίσανε στο αρχοντικό και όλοι φέρανε δώρα για τον Οδυσσέα: χρυσάφι, ρούχα κι άλλα. Η Αρήτη του ‘δωσε το πιο ωραίο σεντούκι της για να τα βάλει μέσα, και ο Αλκίνοος ένα μαλαματένιο ποτήρι.
Εκανε το τελευταίο του λουτρό, ντύθηκε και ήρθε στην αίθουσα για φαγητό. Εκεί, πίσω από μια κολόνα, είδε τη Ναυσικά όμορφη όσο ποτέ. Τον κοίταξε με τα γλυκά της μάτια και του είπε:

– Καλό δρόμο να ‘χεις, ξένε, και να μη με ξεχάσεις.

– θα σε λατρεύω σαν θεά, πάντα θα σε θυμάμαι, που μ’ έσωσες και με βοηθάς να φύγω.

Ποτέ δε θα την ξανάβλεπε, ούτε κι αυτή τον Οδυσσέα.

Και όταν άρχισε το γεύμα ήρθε ο Δημόδοκος να τραγουδήσει πάλι. Τότε ο Οδυσσέας του είπε:

–    Εσύ που έχεις τόση τέχνη, πες μας εκείνο το τραγούδι που λέει για το ξύλινο άλογο. Αυτό που έφτιαξε του Λαέρτη ο γιος και που μ5 αυτό καταχτήσανε οι Αχαιοί την Τροία.
Άρχισε ο τραγουδιστής να τα λέει και πάλι τον πήραν τα δάκρυα τον Οδυσσέα.

– Ας πάψει ο Δημόδοκος, λέει ο Αλκίνοος, το τραγούδι του δεν αρέσει σε όλους. Κάποιο βαρύ καημό φέρνει στο νου του ξένου μας. Αλλά πες μου, ξένε, γιατί εγώ σε θεωρώ αδερφό πια, πώς είναι το όνομα σου και ποια είναι η πατρίδα, που θα σε πάει το καράβι μας. Κι ακόμα πες μου γιατί κλαις κάθε φορά που ακούς για την Τροία.

– Ευγενικέ Αλκίνοε, τι να σου πρωτοδιηγηθώ απ’ τις συμφορές μου. Μόνο το όνομα μου θα σου πω, γιατί όσο μακριά κι αν είμαι, ή αν μου μέλλεται να χαθώ, θέλω να με θυμάσαι και να με λογαριάζεις φίλο σου. Είμαι ο γιος του Λαέρτη απ’ την Ιθάκη, ο Οδυσσέας. Από την πατρίδα μου τίποτα γλυκύτερο στον κόσμο δεν έχω. Πέρασα πολλά. Με βρήκαν μέρες άσχημες κι άλλες καλύτερες. Συνάντησα γυναίκες θεές, που θέλανε να με κρατήσουνε να ζω μέσα σε παλάτια πλούσια. Όμως, όλα τα καλά του κόσμου δεν τ’ αλλάζω με την πατρίδα κι ούτε κανένας κίνδυνος μπορεί να με σταματήσει, μέχρι να φτάσω σπίτι μου ή να χαθώ για πάντα.

Αυτά είπε ο Οδυσσέας κι άρχισε με κάθε λεπτομέρεια να διηγιέται την ιστορία του από τότε που έφυγε απ’ την Τροία και μέχρι που έφτασε στη χώρα των Φαιάκων.

Όταν τέλειωσε έμειναν όλοι άφωνοι. Εμπρός, ας μην κρατάμε άλλο εδώ τον ξένο μας που τον καίει ο καημός του γυρισμού. Να φέρουμε κι άλλα όώρα όλοι οι άρχοντες να του χαρίσουμε και τα έξοδα τα βγάζουμε απ’ τους φόρουςϋου λαού. Μετά θυσίασε ένα βόδι στο Δία και ευχήθηκαν όλοι «Καλό ταξίδι».
Ο Οδυσσέας αποχαιρέτισε την Αρήτη κι εκείνη του ‘δωσε τρεις παρακόρες να τον πάνε μέχρι το καράβι. Η μια κρατούσε σεντόνι φρεσκοπλυμένο και κουβέρτα, η άλλη το σεντούκι με τα δώρα και η τρίτη κόκκινο κρασί και τρόφιμα. Κι αφού τα βάλανε όλα μες στο καράβι μαζί με τα χάλκινα δοχεία, που είχε στείλει κάθε άρχοντας για δώρο, λύσανε το σκοινί και ξεκίνησε το γρήγορο καράβι. Έσκιζε τα κύματα και άφηνε πίσω αφρούς. Ούτε γεράκι δε θα το ‘φτανε.
Ήσυχος πια ο Οδυσσέας έστρωσε την κουβέρτα του στην πρύμη και κοιμήθηκε, τον πιο γλυκό και βαθύ ύπνο, ξεχνώντας ό,τι πέρασε. Είχε φανεί ο Αυγερινός όταν το γοργό καράβι έφτασε σ’ ένα λιμάνι της Ιθάκης. Ο Οδυσσέας ακόμα κοιμότανε.
Οι ναύτες τον σηκώσανε με την κουβέρτα και τον απόθεσαν προσεχτικά στην άμμο. Φέρανε τα δώρα του και τα έκρυψαν κοντά σε μιαν ελιά, και έβαλαν πλώρη να γυρίσουν στο νησί τους.

Ήτανε όμως άτυχοι. Σ’ αυτούς έμελλε να βγάλει τον τελευταίο του θυμό ο Ποσειδώνας, αφού πια ο Οδυσσέας είχε γλιτώσει. Λίγο πριν φτάσει το καράβι στο λιμάνι και μπροστά στα μάτια αυτών που ήρθαν να το υποδεχτούν το πέτρωσε. Κι έμεινε εκεί για πάντα, σαν βράχος μες στη θάλασσα.

Ξύπνησε καμιά φορά ο Οδυσσέας, μα δε γνώρισε τον τόπο που βρισκόταν. Η Αθηνά είχε πάλι σκορπίσει πυκνή ομίχλη γύρω του. Σύρθηκε πάνω στην άμμο και μέχρι κάτω απ’ την ελιά, όπου είδε μαζεμένους όλους τους θυσαυρούς του.

Αλίμονο μου, έλεγε, πού με παράτησαν; Ποια χώρα να είναι αυτή; Τι άλλο πια θα με βρει; Κι ενώ σκεφτότανε αυτά, βλέπει, να έρχεται ένας όμορφος νεαρός βοσκός. Ήτανε η θεά Αθηνά κι αυτός χωρίς να τη γνωρίσει τρέχει και πέφτει στα πόδια της.
Πες μου, καλέ μου άνθρωπε, πού είμαι; Α, θα ‘ρχεσαι από μακριά, ξένε, του είπε αυτός. Γιατί όλοι γνωρίζουνε αυτόν τον τόπο. Δεν έχει βέβαια δρόμους αμαξωτούς κι είναι γεμάτος βράχια, αλλά βγάζει κρασί, σιτάρι, έχει γίδια και βόδια, λογής λογής δέντρα και πολλές πηγές. IV αυτό η Ιθάκη είναι ξακουστή μέχρι μακριά στην Τροία.

Ο Οδυσσέας χάρηκε, αλλά το ‘κρυψε αμέσως. Είπε πως, ναι, είχε ακούσει για την Ιθάκη κι ότι τώρα μόλις γύριζε από την Τροία. Είπε ακόμα πως είχε κάνει κάποιο φονικό στην Κρήτη και επειδή τον κυνηγούσαν ζήτησε βοήθεια απ’ τους Φοίνικες να τον φέρουν ως εδώ. Η Αθηνά χαμογέλασε, άλλαξε τη μορφή της, έγινε πάλι γυναίκα, τον χάιδεψε και του είπε:

Είσαι σοφός και πονηρός μαζί, Οδυσσέα, σ’ αρέσει να λες και μερικές ψευτιές, ωραίες ιστορίες, αλλά ούτε κι εσύ δε με γνώρισες, παρ’ όλο που είμαι πάντα πλάι σου και σου παοαστέκω.

– Δύσκολο να σε γνωρίσω, θεά, γιατί όλο αλλάζεις. Ποτέ. ποτέ μου δεν ξεχνώ πόσο μου στάθηκες στις μάχες της Τροίας. Από κει και πέρα δε σε κατάλαβα, βλέπω όμως πόσες φορές μ’ έσωσες από σίγουρο χαμό. Αλλά, σ’ εξορκίζω, πες μου, γιατί δεν μπορώ να το πιστέψω, έφτασα αλήθεια στην Ιθάκη;

Είναι στο χαρακτήρα σου πάντα να αναρωτιέσαι, παρ’ όλο που έχεις καλό μυαλό, κανένα δεν πιστεύεις, γι’ αυτό και τυραννιέσαι.
Έλα, λοιπόν, να δεις με τα μάτια σου, είπε και τράβηξε την ομίχλη.

» Να το λιμάνι του Φόρκυνα, με την ελιά στο βάθος. Να κι η βαθιά σπηλιά με τις Νεράιδες που ερχόσουνα παλιά κι έκανες θυσίες. Να και το ψηλό βουνό, το Νήριτο, που είναι γεμάτο δάση. Έσκυψε ο Οδυσσέας και φίλησε το χώμα.

–   Έλα, ας μη χάνουμε καιρό, να κρύψουμε τους θησαυρούς μέσα στη σπηλιά κι ας κάτσουμε στη ρίζα της ελιάς να μελετήσουμε πώς θα τιμωρήσεις τους μνηστήρες που μπαινοβγαίνουν στο σπίτι σου και θέλουν να σκοτώσουν το παιδί σου. Θα σε αλλάξω, να μη γνωρίζεσαι, έτσι πιο εύκολα θα πας κοντά και μόνος σου αποφασίζεις πώς θα τους αντιμετωπίσεις. Εγώ θα είμαι πλάι σου.

Και του ζαρώνει το πετσί, του ασπρίζει τα μαλλιά και τονε ντύνει με κουρέλια. Τα μάτια του τα λαμπερά θαμπώνει και τονε κάνει άσκημο κι αγνώριστο.

–   Πήγαινε πρώτα να βρεις τον παλιό επιστάτη το βοσκό, που πάντα σ’ αγαπούσε, κι απ’ αυτόν θα μάθεις όσα θέλεις, μέχρι να πεταχτώ εγώ στη Σπάρτη να φέρω τον Τηλέμαχο που έχει πάει να βρει το Μενέλαο να τον ρωτήσει για σένα.

Έτσι χωρίστηκαν κι ο καθένας πήρε το δρόμο του.

Ο Οδυσσέας, όταν τον άφησε η Αθηνά, ανηφόρισε γρήγορα το μονοπάτι μέσα από το δάσος που οδηγούσε στις βουνοκορφές. Εκεί που του είχε πει πως θα βρει την καλύβα του χοιροβοσκού του, Εύμαιου. Τον βρήκε να κάθεται μέσα σε μια όμορφη αυλ||» Είχε δώδεκα μάντρες για πρόβατα και χοίρους όμορφα χτισμένες. Χωρούσαν η καθεμιά πενήντα ζώα. Τέσσερα σκυλιά φυλάγανε τη στάνη.

Μόλις τα μαντρόσκυλα είδαν τον Οδυσσέα πέσανε πάνω του να τον ξεσκίσουν. Εκείνος πέταξε το ραβδί απ’ το χέρι κι έκατσε κάτω για να τα ηρεμώσει. Ο χοιροβοσκός έτρεξε κι έδιωξε τα σκυλιά με πέτρες και φωνές.

Έλα μέσα, γέρο, είπε στον Οδυσσέα. Δεν έχω πολλά να σε φιλέψω, γιατί έχω νέα αφεντικά. Αν ήταν ο αφέντης μου που με αγαπούσε, θα ‘μουνα καλά βολεμένος. Αλλά, αλίμονο, χάθηκε στον πόλεμο της Τροίας.
Πήρε απ’ τις σούβλες κρέας και κέρασε τον Οδυσσέα; .

Φάε, ξένε, απ’ το δικό μας. Τα τρυφερά θρεφτάρια τα τρώνε οι μνηστήρες, κι όχι ένα και δυο. Έτσι όπως πάει δε θα μείνει τίποτα από το βιος του χαμένου μου αφέντη.
Ίσως τον έχω γνωρίσει κι εγώ τον αφέντη σου. Μπορεί κάπου να τον έχω δει, να μην είναι χαμένος.
Έτσι καυχιέται ο καθένας που έρχεται από περιπλανήσεις, ζητώντας να φιλοξενηθεί στο σπίτι του Οδυσσέα. Αλλά είναι όλα ψέματα και μας αφήνουν πιο πικραμένους από πριν. Άσ’ τα λοιπόν αυτά. Τα ‘χουμε ξανακούσει. Εμείς θα σε φιλέψουμε γιατί είμαστε φιλόξενοι κι όχι για ψεύτικα μαντάτα, είπε και του ‘βαλε κρασί.

Καλά, λοιπόν, εγώ δε σου ζητώ τώρα να μου δώσεις τα συχαρίκια για την είδηση. Αλλά σου λέω πως στο τέλος αυτού του μήνα ο Οδυσσέας φτάνει. Όταν τον δεις τότε θα μου τα δώσεις. Σκοτείνιασε, γυρίσανε και οι άλλοι βοσκοί με το κοπάδι και βάλανε να κοιμηθούν κοντά στο τζάκι. Η νύχτα ήταν άγρια χωρίς φεγγάρι. Φυσούσε δ«ατός Ζέφυρος κι έπιασε βροχή. Ο χοιροβοσκός έδωσε στον Οδυσσέα την κάπα του να σκεπαστείς πήρε ο ίδιος μια άλλη, φόρεσε το σπαθί τΘυ και βγήκε να κοιμηθεί έξω, κάτω από ένα βράχο κοντά στα ζωντανά.
Ο Οδυσσέας αποκοιμήθηκε χαρούμενος, που ο πιστός βοσκός τού είχε τέτοια αγάπη και φρόντιζε το βιος του με θυσίες.

Η Αθηνά έφτασε στη Σπάρτη για να θυμήσει στον Τηλέμαχο πως ήταν καιρός να γυρίσει στην πατρίδα. Τον βρήκε στο παλάτι του Μενέλαου ξαπλωμένο να συλλογίζεται. Κοντά του ο γιος του Νέστορα γλυκοκοιμόταν.

—          Τηλέμαχε, φτάνει πια η ξενιτιά. Είναι καιρός να γυρίσεις σπίτι σου γιατί όσο λείπεις και το αφήνεις αφύλαχτο, άλλοι σου τρων το βιος σου. Κι αν αλλάξει γνώμη η μητέρα σου και παντρευτεί τον Ευρύμαχο, τον πιο γενναιόδωρο απ’ τους μνηστήρες, τι θα γίνει; Θα ξεχάσει κι εσένα και τον πατέρα σου. Φύγε λοιπόν να πας κοντά της, γιατί ο αδερφός της κι ο πατέρας της την πιέζουνε ν’ αποφασίσει. Έχε το νου σου όμως γυρίζοντας, γιατί σου ‘χουνε στήσει καρτέρι οι μνηστήρες ανάμεσα Σάμη και Ιθάκη με σκοπό να σε ξεκάνουνε. Μην πλησιάσεις αυτό το πέρασμα, μη σταματήσεις πουθενά, κι όλη τη νύχτα αρμένιζε. Εκεί που θα πρωτοπιάσετε στην Ιθάκη, κατέβα και τράβα με τα πόδια για την μάντρα του χοιροβοσκού. Άσε τους συντρόφους σου να πάνε το καράβι στο λιμάνι της χώρας και να ειδοποιήσεις τη μάνα σου πως έφτασες πίσω γερός.
Αυτά του είπε και χάθηκε στον Όλυμπο.

Ο Τηλέμαχος ξύπνησε το γιο του Νέστορα και του είπε να ξεκινήσουνε αμέσως.

—          Στάσου να ξημερώσει, πώς θα φύγουμε χωρίς ούτε να αποχαιρετίσουμε.
Με την αυγή ήρθε και τους βρήκε ο Μενέλαος.

– Στείλε με πίσω στην πατρίδα μου, Μενέλαε, γιατί με τρώει η αγωνία για τα όσα μπορεί να γίνονται στο σπίτι μου, τώρα που είμαι μακριά.

– Καταλαβαίνω και δε σε κρατάω, γιατί αυτό δε θα ήταν φιλοξενία να σε αναγκάζω να μένεις, ενώ θέλεις να φύγεις. Πάω μόνο να πω να ετοιμάσουν ένα τραπέζι να φάτε καλά πριν ξεκινήσετε, να ‘χετε δύναμη στο ταξίδι.

Ζέψανε τα ζώα στο αμάξι και το φόρτωσαν με δώρα. Καθώς τους ξεπροβόδιζε ο Μενέλαος είδαν έναν αετό να πετάει προς τα δεξιά. Κρατούσε στα νύχια του μια λευκή χήνα.

Φάνηκε σ’ όλους πως αυτό ήταν θεϊκό σημάδι και η Ελένη μάντεψε πως σήμαινε ότι κι ο Οδυσσέας έτσι, σαν τον αετό, θ’ αρπάξει τους μνηστήρες.

–    Μακάρι να γίνει έτσι όπως λες, είπε ο Τηλέμαχος και οι δυο νέοι ξεκίνησαν βιαστικά,
να γυρίσουνε στην Πύλο.

Όταν φτάσανε, ο Τηλέμαχος είπε στο γιο του Νέστορα:

– Μη με πας προς το σπίτι σου, γιατί φοβάμαι ότι θα με κρατήσει κι άλλο ο Νέστορας να με φιλοξενήσει και καταλαβαίνΐις πόσο με τρώει η ανάγκη να κάνω πανιά το γρηγορότερο.

– Καλά λοιπόν, είπε εκείνος, αν και θα θυμώσει ο πατέρας μου.

Σήκωσαν το κατάρτι, δέσανε τα ξάρτια και ανέβασαν το πανί. Έπιασε αεράκι πρύμο. Το καράβι όρμησε στα κύματα. Με τη δύση του ήλιου πλησιάζανε στα στενά. Ο Τηλέμαχος σκεφτότανε αν θα γλιτώσει, γιατί δεν ήξερε πού ήταν στημένη η παγίδα.

Χοιροβοσκός κι αφέντης κοντά στη φωτιά λέγανε ιστορίες. Ο Οδυσσέας για να τον δοκιμάσει, του λέει πως για να μην του δίνει βάρος σκοπεύει να φύγει και έχει στο νου του να πάει να ζητήσει δουλειά απ’ τους μνηστήρες.

–     Δεν κάνεις εσύ γι’ αυτούς. Οι υπηρέτες τους είναι νέοι κι όμορφοι κι αρχοντικά ντυμένοι. Μείνε καλύτερα εδώ μαζί, να μοιραστούμε ό,τι έχω, μέχρι να γυρίσει ο Τηλέμαχος κι αυτός θα σε φροντίσει.

Ακούστηκαν πατήματα έξω στην αυλή. Τα σκυλιά σηκώθηκαν και κουνούσαν την ουρά τους.
–     Κάποιος γνωστός σου έρχεται, είπε ο Οδυσσέας και είδε ν’ ανοίγει η πόρτα και να μπαίνει το παιδί του.

Όρμησε ο βοσκός και φιλούσε τον Τηλέμαχο, στα χέρια, στο κεφάλι κι έκλαιγε απ’ τη χαρά του.

– Αχ, αγαπημένο μου παιδί, του λέει, νόμιζα πως δε θα σε ξαναδώ.

– Πες μου τα νέα απ’ το σπίτι. Τι έγινε όσο έλειπα.

– Οπως τα ‘φησες είναι όλα. Η μάνα σου πικραμένη και μονάχη. Έλα όμως να καθίσεις, του είπε και του πήρε το κοντάρι απ’ το χέρι.

Ο Οδυσσέας σηκώθηκε, να του δώσει τη θέση του.

–     Οχι, κάθισε, ξένε, θα βρω κάπου άλλη γωνιά να βολευτώ. Ο Εύμαιος ο χοιροβοσκός έφερε ψωμί, κοψίδια και κρασί να πιούνε.

– Ποιος είναι ο ξένος, πώς ήρθε ως εδώ, ρώτησε ο Τηλέμαχος.

– Είναι απ’ την Κρήτη. Πέρασε πολλά μέχρι να φτάσει εδώ και περιμένει εσένα να τον Φιλοξενήσεις.

– Αλίμονο μου, πώς, μέσα σ’ αυτό το σπίτι που αλωνίζουν οι μνηστήρες. Αν τον πειράξει κανείς, πώς να του σταθώ, να τον υπερασπίσω. Κράτα τον εσύ κοντά σου, εγώ θα του στείλω ρούχα και τρόφιμα εδώ.

– Μια και το ‘φερε η κουβέντα, είπε ο Οδυσσέας, μου καίγεται η καρδιά να ακούω αυτά που τραβάς εσύ, τέτοιος λεβέντης, από τους αναιδείς μνηστήρες.

– Έτσι είναι, ξένε, και βαλαν με το νου τους να με καθαρίσουνε για να μην έχουνε εμπόδιο κανένα. Αλλά πήγαινε, Εύμαιε, να μηνύσεις στη μάνα μου πως ήρθα και είμαι καλά, για να μην ανησυχεί. Σε όλους τους άλλους τσιμουδιά.

Μόλις η Αθηνά είδε πως γιος και πατέρας είχαν μείνει μόνοι, φανερώθηκε στον Οδυσσέα μόνο και του έγνεψε να πάει έξω απ’ τη στάνη.

–    Τώρα μπορείς να πεις στο γιο σου ποιος είσαι. Μελετήστε οι δυο σας πώς θα ξεκάνετε τους μνηστήρες. Κατεβείτε στη χώρα κι εγώ θα είμαι πλάι σας.
Μετά τον άγγιξε με το μαλαματένιο της ραβδί κι έγινε νέος, όμορφος και καλοντυμένος.

Στάθηκε στην πόρτα με την καινούρια του μορφή κι ο Τηλέμαχος τα ‘χασε.

– Θεός είσαι και δεν το ‘ξερα, συγχώρεσε με, του είπε.

– Δεν είμαι θεός, αλλά είμαι ο πατέρας σου που εξαιτίας μου τόσα βάσανα έχεις περάσει. Τα μάτια του τρέχανε δάκρυα που τόσην ώρα προσπαθούσε να τα συγκρατήσει.

– Κάποιος θεός μου παίζει παιχνίδι, είπε ο Τηλέμαχος, που ακόμα δυσκολευόταν να πιστέψει. Πριν ήσουνα γέρος, τώρα νέος, μόνο οι αθάνατοι μπορούν να τα κάνουν αυτά.

Μην απορείς, Τηλέμαχε. Είναι καμώματα αυτά της Αθηνάς για να μας βοηθήσει. Εγώ είμαι ο πατέρας σου που λείπω είκοσι χρόνια τώρα.
Ο Τηλέμαχος τον αγκάλιασε κι άρχισε να κλαίει από χαρά. Κι αφού χΰσανε δάκρυα και αλλάξανε φιλιά και χάδια, του είπε ο Οδυσσέας πώς έφτασε με το καράβι των Φαιάκων.
Μετά του ζήτησε τα ονόματα των μνηστήρων και πόσοι είναι όλοι μαζί, για να σΐίφτούν πώς θα ετοιμάσουν την εκδίκηση τους.

– Ξέρω, του λέει ο Τηλέμαχος, πως είσαι πρώτος στο σπαθί, αλλά πώς θα τα βάλουμε δύο άντρες εμείς με τόσους; Πενήντα δυο είναι απ’ το Δουλίχι, λεβέντες όλοι, κι έχουνε έξι παραγιούς. Απ’ τη Σάμη είναι είκοσι τέσσερις, άλλοι είκοσι απ’ τη Ζάκυνθο και δώδεκα Ιθακήσιοι.

– Μη σε νοιάζει, θα τα βγάλουμε πέρα γιατί έχουμε βοηθούς την Αθηνά και το Δία. Τώρα εσύ ξεκίνα να πας στο σπίτι μας. Μάζεψε με τρόπο όλα τα όπλα. Άφησε μόνο δυο σπαθιά κι ασπίδες για μας.

» Καλόπιασε τους μνηστήρες και ρώτησε τη μητέρα σου ποιοι απ’ τους παραγιούς κι απ’ τις παρακόρες έμειναν πιστοί, γιατί οι άλλοι θα τιμωρηθούνε μαζί με τους μνηστήρες.
Πριν προλάβει να επιστρέψει ο Εύμαιος, φάνηκε η Αθηνά και ξανά τον μεταμόρφωσε σε ζητιάνο.

Οι μνηστήρες, όταν είδαν να επιστρέφει το καράβι με αυτούς που είχαν στήσει καρτέρι στον Τηλέμαχο άπρακτους, άρχισαν να κάνουν άλλα σχέδια για να τον σκοτώσουν. Τα πρόλαβε ο κήρυκας στην Πηνελόπη κι αυτή από φόβο για το παιδί της, βγήκε απ’ τον πύργο της και ήρθε και τους βρήκε.
– Πάψτε να κατατρέχετε τον Τηλέμαχο! Είναι ντροπή να κάνετε τέτοιες σκέψεις. Ο Δίας θα σας τιμωρήσει.
Ο Ευρύμαχος ορθώθηκε και της υποσχέθηκε πως κανείς απ’ τους μνηστήρες δε θα απλώσει χέρι στο γιο της.

Οταν ξημέρωσε στη στάνη, σηκώθηκε ο Τηλέμαχος, φόρεσε τα σανδάλια του και είπε στον Εύμαιο:

– Πάω να δω τη μάνα μου, εσύ οδήγησε τον ξένο στη χώρα, αργότερα. Ας ζητήσει βοήθεια κι από άλλους, εγώ αρκετές φουρτούνες έχω. Ελπίζω να μην του κακοφανεί αυτό που λέω.

– Όχι, παιδί μου, είπε ο Οδυσσέας. Έχεις δίκιο, θα βρώ άλλη βοήθεια, γιατί έτσι γέρος που είμαι τι να προσφέρω στο μαντρί να βγάλω το ψωμί μου. Μόλις ζεστάνει η μέρα θα ‘ρθω στη χώρα.

Έφυγε ο Τηλέμαχος κι έφτασε στο παλάτι.
Έστησε το κοντάρι του σε μια κολόνα και πήγε να βρει τη μάνα του. Η Πηνελόπη τον έσφιξε στην αγκαλιά της και τον φιλούσε στο κεφάλι και στα μάτια.

– Φως μου, παιδί μου, νόμιζα πως σ’ έχασα. Τι νέα μας φέρνεις για τον πατέρα σου; Πες μου τα όλα, όσα είδαν τα μάτια σου σ’ αυτό το ταξίδι.

– ‘Ασ’ τα, μάνα, μη θες τώρα να με σϋναχωρέσεις; Εδώ με το ζόρι γλίτωσα, εγώ ο ίδιος. Τι άλλο θέλεις να σου πω. Όμως κάνε θυσία στους θεούς, γιατί μόνο ο Δίας μπορεί πια να μας σώσει.

Οι μνηστήρες μπροστά στο παλάτι διασκέδαζαν ρίχνοντας το δίσκο και το κοντάρι, περιμένοντας να έρθει η ώρα του φαγητού.
Ο Οδυσσέας κι 0 Εύμαιος πλησιάζανε στην πόλη, όταν εκεί στη μαρμαρένια βρύση απαντηθήκανε με το Μελάνθιο το γιδοβοσκό που έφερνε θρεφτάρια για το γεύμα των μνηστήρων.
–   Α, μπράβο, ωραία ταιριάξατε εσείς οι δυο, ένας χαμένος γερο-χοιροβοσκός κι ένας ζητιάνος! Πού τον πας αυτόν το ζήτουλα τον τεμπέλη; είπε και δίνει μια κλοτσιά στον Οδυσσέα. Κρατήθηκε να μην του ορμήσει εκείνος και συνέχισε να κάνει τον κακομοίρη.

– Νεράιδες των Βρυσών, κόρες του Δία, κάνετε να επιστρέψει ο αφέντης μου, να του τσακίσει αυτού του άπιστου τα μούτρα. Που είναι πουλημένος στους μνηστήρες, παράτησε τη δουλειά και ξέχασε τον αφέντη του.

– Τι τσαμπούνας, παλιόγερε. Ο Οδυσσέας πάει πια κι αποχαιρέτα και το φίλο σου τον Τηλέμαχο. Λίγες είναι οι μέρες του!

Έφυγε γελώντας και πήγε να βρει τους μνηστήρες που είχαν κιόλας στρογγυλοκαθίσει για φαΐ.

Όταν φτάσανε στο παλάτι λέει ο Οδυσσέας στον Εύμαιο:

Πέρασε εσύ πρώτος. Εγώ θα ‘ρθω μετά να ζητήσω βοήθεια. Μη σε νοιάζει, δεν είμαι αμάθητος από προσβολές, αφού πρέπει να ζητιανεύω το φαΐ μου.

Ένα γέρικο σκυλί, που ήταν ξαπλωμένο εκεί πλάι μέσα στις κοπριές, σήκωσε το κεφάλι του, τέντωσε το λαιμό του και τ’ αυτιά του κι έκανε να σηκωθεί, αλλά δεν μπορούσε.

Τίνος είναι τούτο το σκυλί, είπε ο Οδυσσέας και γύρισε αλλού το πρόσωπο, γιατί τρέχανε τα μάτια του.

Είναι ο ‘Αργός του Οδυσσέα που τον άφησε κουτάβι όταν έφυγε. Δεν πρόλαβε να το χαρεί. Γέρασε το καημένο και κανείς δεν το φροντίζει.

Το σκυλί κούνησε με δυσκολία την ουρά του στον Οδυσσέα, κατέβασε τα αυτιά του και ψόφησε.

Ο Τηλέμαχος πρώτος είδε το χοιροβοσκό να μπαίνει στο παλάτι και του ‘δειξε ένα σκαμνί να κάτσει κοντά του. Πίσω του μετά από λίγο μπήκε κι ο Οδυσσέας. Στάθηκε στην πόρτα, είδε μέσα κι ακούμπησε σε μια κολόνα.

Πάρε αυτά τα φαγητά, δώσ’ τα στον ξένο και ας ζητιανέψει απ’ τον κάθε μνηστήρα κι άλλα, είπε ο Τηλέμαχος και γέμισετις χούφτες του Εύμαιου με ψωμί και κρέας.

Ο Οδυσσέας δέχτηκε το φαΐ και κάθισε στη γωνιά του.

Άρχισε ένα τραγούδι ο τραγουδιστής.

Τότε, ήρθε αόρατη η Αθηνά και στάθηκε δίπλα στον Οδυσσέα. Κι όταν άρχισε να ζητιανεύει απ’ τον ένα στον άλλονε, κάποιος ρώτησε πού βρέθηκε αυτός ο ξένος μες στο παλάτι.

Πετάχτηκε ο Μελάνθιος να τους πληροφορήσει:

–    Τον έφερε ο χοιροβοσκός. Τους είδα και πιο πριν στη βρύση. Ποιος ξέρει από πού κρατάει η σκούφια του.

Ο Αντίνοος, ένας απ’ τους μνηστήρες, μίλησε αυστηρά στον Εύμαιο:

–    Σαν να μη μας φτάνανε οι ζητιάνοι αυτής της χώρας, μας κουβαλάς και ξένους. Ή δε σε νοιάζει να σκορπίζεται το βιος του αφεντικού σου.

– Αν ήταν για διασκέδαση ή για να κάνει μια δουλειά κι εσύ θα τον καλούσες. Αλλά τον φτωχό κανένας δεν τον θέλει, είπε ο Εύμαιος. Κι εσύ, Αντίνοε. είσαι ο πιο σκληρός απ’ τους ανθρώπους αυτού του παλατιού, που στο κάτω κάτω είναι ακόμα το σπίτι του Τηλέμαχου και της Πηνελόπης.

– Σώπα, μη λογοφέρνεις μ’ αυτόν εδώ, μπήκε στη μέση ο Τηλέμαχος. Βλέπεις είναι απ’ αυτούς που προτιμάνε να τρώνε μόνοι τους τις ξένες περιουσίες!

Τηλέμαχε, κράτα τη γλώσσα σου! του απάντησε αυτός;

.Οι άλλοι μνηστήρες έδωσαν όλοι κάτι στον Οδυσσέα κι αυτός, αφού γέμισε ταπεινά το σακούλι του. πήγε και στάθηκε μπροστά στον Αντίνοο.

– Εσύ, που μοιάζεις ο πρώτος απ’ όλους, πρέπει να μου δώσεις τα περισσότερα. Ήμουν κι εγώ κάποτε άρχοντας σε πλούσιο σπίτι και έδινα πάντα στους φτωχούς.

– Τράβα από δω, δίνε του. Ξέρουν να σου χαρίζουνε οι άλλοι απ’ αυτά που δεν είναι δικά τους.

– Ωραίος είσαι, αλλά μυαλό δεν έχεις.

– Μου φαίνεται πως δε θα βγεις ζωντανός από δω μέσα, γέρο, είπε.

Άρπαξε ένα σκαμνί και του το πέταξε. Τον χτύπησε στην πλάτη, αλλά έμεινε ασάλευτος και δεν είπε λέξη. Έβραζε μέσα του και αμίλητος ξαναγύρισε στη γωνιά του.

–    Δεν είναι σωστό να χτυπάς ένα ζητιάνο, είπε ένας απ’ τους μνηστήρες. Σκέψου μόνο πως μπορεί να είναι θεός μεταμορφωμένος κι ήρθε ανάμεσα μας για να μετρήσει τ’ άδικα…

Η Πηνελόπη άκουσε πως χτυπήσανε το ζητιάνο μέσα στο σπίτι της κι έστειλε να φωνάξουν το χοιροβοσκό.

–    Εύμαιε, φέρε τον ξένο εδώ μπροστά μου να μου τα πει. Αν κάνει πως επιστρέφει ο Οδυσσέας θα δουν τι έχουν να πάθουν αυτοί που τον πειράξανε.

Πήγε να τον φέρει ο Εύμαιος, αλλά ο Οδυσσέας της παράγγειλε πως θα ‘ρθει να τη βρει, όταν θα είναι μόνη της, το βράδυ, γιατί τάχα τώρα φοβόταν τους μνηστήρες.

Η βραδιά περνούσε και ο Οδυσσέας παρατηρούσε όλα όσα γίνονταν μέσα στο σπίτι του, καθισμένος στη γωνία του, όταν ξαφνικά φάνηκε στη πόρτα άλλος ζητιάνος. Ήταν αδύνατος και πολύ ψηλός. Τον φώναζαν Ίρο. Αμέσως τα ‘βαλε με τον Οδυσσέα, που του πήρε τη θέση.

– Φεύγα γρήγορα από δω μέσα, πριν σε πετάξω έξω.

– Εγώ δε σου ‘κανα κακό, του λέει ο Οδυσσέας. Και οι δυο ζητιάνοι είμαστε. Ζήτα κι εσύ να πάρεις, εμένα δε με νοιάζει. Μη με βλέπεις γέρο. Αν σε βάλω κάτω, θα μετανιώσεις. Είναι καλύτερα για σένα να μην έρθουμε στα χέρια.

– Για κοίτα που βγάζει και γλώσσα, ο παλιόγερος.

Μπήκε στη μέση ο Αντίνοος τότε και είπε πως αυτή ήτανε μοναδική ευκαιρία να διασκεδάσουνε! Να βάλουν τους ζητιάνους να παλέψουνε κι όποιος νικήσει να καθίσει στο τραπέζι να φάει μαζί τους.

Σήκωσε ο Οδυσσέας τα κουρέλια του και τα μάζεψε γύρο απ’ τη μέση. Φάνηκαν τότε τα γερά του πόδια, τα μπράτσα του και το πλατύ δυνατό του στήθος. Οι μνηστήρες σάστισαν. «Για δες εκεί ο γέρος», ψιθυρίζανε ο ένας στον άλλον, «τι κορμοστασιά έκρυβε! Θα το φάει το κεφάλι του ο Ίρος.»
Το ίδιο τρόμαξε κι ο Ίρος, όταν είδε τι σώμα φάνηκε μέσα απ’ τα κουρέλια, ήταν όμως αργά. Του ‘δωσε μια ο Οδυσσέας και τον ξάπλωσε φαρδύ πλατύ στο χώμα.

Πέθαναν στα γέλια οι μνηστήρες και ο Οδυσσέας τον έπιασε απ’ το πόδι και τον έσουρε έξω στην αυλή.
–    Κάτσε εδώ τώρα να κάνεις παρέα με τα γουρούνια, για να μάθεις να διαφεντεύεις τους φτωχούς.
Γύρισε έπειτα στη γωνιά του και περίμενε.
Η θεά Αθηνά έβαλε στο νου της Πηνελόπης να ‘ρθει στους μνηστήρες και να τους μιλήσει, για τη δει και ο Οδυσσέας. Κάλεσε δυο κοπέλες να ι συνοδεύσουν, σκεπάστηκε με το πέπλο της και όμορφη όσο ποτέ μπήκε στην αίθουσα που γλεντούσαν οι μνηστήρες.

– Τηλέμαχε, είπε αυστηρά, τι είναι αυτά που μαθαίνω. ΓΓώς άφησες μπροστά στα μάτια σου. μέσα στο σπίτι μας, να χτυπήσουν έναν ξένο:

– Έχεις δίκιο να τα βάζεις μαζί μου, είπε ο Τηλέμαχος, αλλά τα ‘χω χαμένα κι εγώ με τούτους τους μνηστήρες και δεν είναι κανένας με το μέρος μου να με βοηθήσει.

Τους διέκοψε ο Ευρύμαχος που κοίταζε μαγεμένος την Πηνελόπη:

– Είσαι τόσο όμορφη απόψε, που αν σε βλέπανε θ ‘ρχόντουσαν άλλοι τόσοι υποψήφιοι μνηστήρες στο σπίτι σου.

– Ευρύμαχε, οι χάρες μου είναι μόνο για τον άντρα μου, που αλίμονο φαίνεται πως τον έχω χάσει. ξέρω πως αργά ή γρήγορα θα αναγκαστώ να ξαναπαντρευτώ, αλλά τι είδους μνηστήρες είσαστε εσείς όλοι. Αντί να φέρνετε δώρα στη νύφη κάθεστε και τρώτε το βιος της.

Ο Οδυσσέας χάρηκε που τ’ άκουσε όλα αυτά. Τι ωραία που τους τα ‘λεγε η Πηνελόπη! Χωρίς να τους θυμώνει, τους έφερνε στο φιλότιμο.

– Έχεις δίκιο, είπε ο Αντίνοος, αλλά εμείς δε σκοπεύομε να φύγομε πριν διαλέξεις έναν από μας. Θα σου προσφέρουμε δώρα, ο καθένας ό.τι έχει καλύτερο, και θα σε περιμένουμε.

Η Πηνελόπη γύρισε στα δωμάτια της κι αυτοί άρχισαν να τραγουδάνε και να χορεύουν. Να γλεντάνε με τις παρακόρες του σπιτιού, μπροστα στα μάτια του Οδυσσέα. Μεθυσμένοι φύγανε αργά. ο καθένας για το σπίτι του.

Μείνανε μόνοι τους ο Τηλέμαχος και ο Οδυσσέας. Έλα να μαζέψουμε όλα τα άρματα που κρέμονται στους τοίχους, είπε ο Οδυσσέας, που άλλο πια δε σκεφτόταν παρά το πώς θα καθαρίσει τους μνηστήρες.
Διώξε όλες τις παρακόρες να πάνε για ύπνο, μην πάρουνε χαμπάρι και το μαρτυρήσουν στους μνηστήρες αύριο το πρωί.

Ο Τηλέμαχος φώναξε τη γριά βάγια του, την Ευρύκλεια, και της είπε:

Μάζεψε τις κοπέλες όλες, πες τους να πάνε για ύπνο. Εγώ θα μείνω να μαζέψω τα άρματα να τα πάω στην αποθήκη, γιατί ο καπνός τα μαύρισε εδώ μέσα και θα καταστραφούν.

Και ποιος θα σου φέξει ως εκεί, είπε η βάγια.

Ο ξένος θα με βοηθήσει.

Μαζέψανε τα κράνη, τις ασπίδες και τα μυτερά κοντάρια. Το παλάτι ήταν λουσμένο στο φως γιατί τους έφεγγε άφαντη η Αθηνά με θεϊκό φως. Όταν τέλειωσαν, ο Οδυσσέας είπε στον Τηλέμαχο να πάει να κοιμηθεί.

Η Πηνελόπη δεν είχε ύπνο. Άνοιξε η πόρτα του δωματίου της και ήρθε μαζί με δυο κοπέλες να καθίσει κοντά στη φωτιά. Είδε τον Οδυσσέα και τον κάλεσε κοντά της.

Πες μου, ξένε, ποιος είσαι και πού έρχεσαι;

Μη με ρωτάς, κυρά μου, να σου πω πράγματα που μου σκίζουν την καρδιά. Γιατί δεν είναι σωστό να κλαίγεται κανείς συνέχεια σε ξένο σπίτι.

Η Πηνελόπη όμως ήθελε να πει τους δικούς της καημούς και διηγήθηκε στον ξένο πώς ως τώρα είχε καταφέρει να αποφύγει τον άλλο γάμο, αλλά πια δεν ήξερε άλλα κόλπα. Έφτασε η ώρα που θα ‘πρεπε να πάρει την απόφαση, μια που πιέζανε όλοι.

Τότε εκείνος άρχισε να της λέει μια ιστορία ψεύτικη, που ‘μοιαζε σαν αληθινή. Πως τάχα καταγόταν απ’ την Κρήτη κι εκεί είχε γνωρίσει τον Οδυσσέα όταν τον έφερε μια κακοκαιρία ο νησί, τότε που ξεκινούσε για την Τροία.

Και τι φορούσε ο Οδυσσέας; ρώτησε η Πηνελόπη για να βεβαιωθεί πως δεν της έλεγε ψέματα ο ξένος.

Έχουν περάσει είκοσι χρόνια και ξέχασα, αλλά νομίζω ότι το ρούχο του ήταν κόκκινο και είχε μια χρυσή καρφίτσα σκαλιστή, που έδειχνε ένα σκυλί να πνίγει ένα ζαρκάδι. Κι ακόμα στους ώμους είχε ριγμένο ένα χιτώνα κεντημένο. Έκλαψε τότε η Πηνελόπη τον άντρα της που καθόταν μπροστά της.

Ναι, είναι αλήθεια, ξένε. Την καρφίτσα αυτή του τη χάρισα εγώ και τα ρούχα του όταν έφυγε ήταν αυτά που περιγράφεις. Γι’ αυτό από δω κα μπρος θα λογαριάζεσαι φίλος του σπιτιού.

Τώρα θα σου πω και κάτι άλλο, καλή βασίλισσα Πριν κλείσει αυτός ο μήνας ο Οδυσσέας θα ‘ρθει σπίτι του!

Αχ, καλέ μου φίλε, ούτε αυτός θα ‘ρθει ούτε κι εσύ θα φύγεις. Γιατί μόνο εκείνος, αν ήταν εδώ. θα σε βοηθούσε να γυρίσεις στην πατρίδα σου. Ήξερε να φιλοξενεί τους ξένους, αλλά και να τους κατευοδώνει. Τώρα όμως θα φωνάξω τις κοπέλες να σε λούσουνε και να σου δώσουνε καινούρια ρούχα, γιατί αύριο με το καλό θα καθίσεις πλάι στον Τηλέμαχο στο τραπέζι του σπιτιού μας.

Ο Οδυσσέας φοβήθηκε πως θα τον αναγνωρίσου\ αν βγάλει τα κουρέλια του.

Έχω συνηθίσει στη βρομιά και στα κουρέλια μου και ντρέπομαι να με λούζουν νέες κοπέλες.

Έχεις δίκιο που δεν τις θέλεις. Αυτές πριν από λίγο σε περιπαίζανε. Μα στάσου, θα φωνάξω τη γριά Ευρύκλεια να σου πλύνει τα πόδια σου.

Τραβήχτηκε σε μια σκοτεινή γωνιά και περίμενε. Ήρθε η Ευρύκλεια με ζεστό νερό και μια λεκάνη και καθώς έπιασε το πόδι να το πλύνει, βλέπει ένα σημάδι πάνω από το γόνατο! Ένα όμοιο είχε ο Οδυσσέας, από παιδί, όταν τον δάγκασε ένα αγριογούρουνο στο κυνήγι. Έχασε τη φωνή της. Εκείνος, χωρίς να τον δει κανείς, έβαλε το χέρι του στο στόμα της και της είπε σιγά στο αυτί:

Μη μιλάς, μην πεις τίποτα, αν δε θέλεις να χαθώ. Κανείς δεν πρέπει να ξέρει πως είμαι εδώ, πριν εξοντώσω τους μνηστήρες.

Η Πηνελόπη τον φώναξε πάλι κοντά της. Ξένε, θέλω να σου διηγηθώ ένα όνειρο που είδα, του είπε. Είκοσι χήνες βγήκαν έξω απ’ το νερό και τις τάιζα με στάρι. Τότε από μια ψηλή κορφή κατέβηκε ένας αετός μεγάλος και περήφανος. Έπεσε πάνω τους, τους έκοψε το λαιμό, τη μια μετά την άλλη, και πέταξε μακριά. Έκλαιγα μέσα στον ύπνο μου κι ο αετός ξαναγύρισε και κάθισε στη στέγη. Με ανθρώπινη φωνή μου είπε: «Μην κλαις, Πηνελόπη, εγώ είμαι ο άντρας σου και οι χήνες είναι οι μνηστήρες που ήρθα να τους τιμωρήσω.»
Σωστό είναι το όνειρο που είδες, θα βγει αληθινό κυρά μου, είπε ο Οδυσσέας.

Αχ, δεν τα πιστεύω τα όνειρα. Αύριο πρωί πρέπει πια να βάλω τέλος. Έτσι, σαν τελευταία ελπίδα σκέφτηκα να ορίσω έναν αγώνα σαν αυτόν που έκανε ο Οδυσσέας. Να στήσω όρθια δώδεκα τσεκούρια, το ένα πίσω απ’ τ’ άλλο, κι από μακριά να ρίχνουν τη σαίτα. Όποιος απ’ τους μνηστήρες την περάσει μέσα απ’ τις τρύπες των τσεκουριών, αυτός να γίνει άντρας μου.

Αυτό να κάνεις και μη σε νοιάζει. Πριν τα βγάλουν πέρα μ’ ένα τόσο δύσκολο αγώνισμα οι μνηστήρες, θα ‘χει γυρίσει ο Οδυσσέας.

Καλέ μου ξένε, θα μπορούσα να κάθομαι εδώ όλη τη νύχτα να σ’ ακούω. Πάω όμως να κοιμηθώ και μόνη μου να κλάψω ακόμα,μια φορά για το χαμένο άντρα μου. Πέσε κι εσύ και ξεκουράσου μέχρι αύριο.

Πλαγιάζει και ο Οδυσσέας, αλλά που να κλείσει μάτι, ο νους του στριφογυρίζει. Μέσα στο σκοτάδι βλέπει τις παρακόρες που ξεπορτίζουνε κρυφά να παν να γλεντήσουνε με τους μνηστήρες και βράζει μέσα του ο θυμός. Τότε παρουσιάζεται ξανά η Αθηνά. Κοιμήσου, του είπε, και να ‘χεις πίστη σε μένα. Εδώ άλλοι βασίζονται σ5 ένα φίλο κι ας είναι κι αδύνατος. Εσύ έχεις ολόκληρη θεά να σε προστατεύει.
Ξέγνοιασε και τον πήρε ένας γλυκός ύπνος ως το πρωί. Τον ξύπνησε η φωνή της Πηνελόπης, που παρακαλούσε την Άρτεμη να την πάει στον Άδη, παρά να πάρει άλλον άντρα. Πρωί πρωί τα κλάματα, γιατί όλο το βράδυ έβλεπε τον Οδυσσέα στον ύπνο της.
Μάζεψε τα σκεπάσματα και βγήκε γρήγορα έξω, γιατί για μια στιγμή φοβήθηκε πως τον είχε γνωρίσει κι εκείνη. Τράβηξε κατά τους μύλους όπου δώδεκα παρακόρες αλέθανε σιτάρι. Κοίταξε τον ουρανό και παρακάλεσε το Δία να τον βοηθήσει αυτή τη μέρα, να του στείλει ένα σημάδι. Τότε βρόντησε ο ουρανός κι έπεσε αστροπελέκι. Μια απ’ τις κοπέλες που αλέθανε είπε:
Αυτό είναι θεϊκό σημάδι, γιατί ο ουρανός δεν είχε ούτε ένα σύννεφο. Μακάρι να σημαίνει πως τούτο το ψωμί που φτιάχνουμε θα ‘ναι το τελευταίο που θα φάνε οι μνηστήρες. Μου λυγίσανε τα γόνατα απ’ τον κόπο. θα τους εκδικηθώ τους κλέφτες!» σκέφτηκε ο Οδυσσέας.
Ξύπνησε ο Τηλέμαχος και ήρθε να βρει τον Οδυσσέα.
Απόψε θα καθίσεις στο τραπέζι μου, του είπε και μετά βγήκε έξω μαζί με τα δυο σκυλιά του. Η Ευρύκλεια έτρεχε πάνω κάτω και έδινε οδηγίες στις παρακόρες να πλύνουν τα τραπέζια να σκουπίσουν και να στρώσουνε τα καθίσματα με κόκκινα χαλιά.

Σήμερα έχουμε γιορτή, τους έλεγε. Ήρθε ο χοιροβοσκός κι έφερε τρία θρεφτάρια για ψήσιμο κι ο γιδοβοσκός ο Μελάνθιος μόλίς είδε τον Οδυσσέα είπε:

– Ακόμα θα ‘χουμε τον μπελά σου μέσα στο σπίτι. Δεν πας να βρείς αλλού να γεμίσεις την κοιλιά σου, ξεδιάντροπε ζητιάνε.

Ο Οδυσσέας αμίλητος τα δεχόταν όλα κι ετοίμαζε τη φοβερή του εκδίκηση. Άρχισαν να έρχονται και οι μνηστήρες συζητώντας ακόμα το θάνατο του Τηλέμαχου. Όμως, εκεί που τα ‘λεγαν πέταξε από αριστερά τους ένας αετός που κρατούσε ένα περιστέρι.
–   Αφήστε αυτό το σχέδιο, τους είπε ο Αμφίνομος. Βλέπετε τον αετό, είναι σημάδι πως δεν το θέλει ο  Δίας.
Άρχισε το φαγοπότι. Για να βράζει όλο και πιο πολύ ο θυμός μέσα του, έβαλε η Αθηνά πάλι τους μνηστήρες να περιπαίζουνε τον Οδυσσέα. Ένας απ’ αυτούς, σε μια στιγμή άρπαξε ένα βοδινό ποδάρι απ’ τα κρέατα που τρώγανε και του το πέταξε. Έσκυψε όμως εκείνος και τη γλίτωσε.

– Αλίμονο σου αν τον χτύπαγες, του είπε ο Τηλέμαχος, θα σ’ έκανα κομμάτια! Δε φτάνει που τρώτε τζάμπα εδώ μέσα, αλλά βασανίζετε τους ξένους μου. Προτιμώ να πεθάνω, παρά να βλέπω αυτές τις ξεδιαντροπιές.

– Έχεις δίκιο, Τηλέμαχε, είπε ο Αγέλαος. Αυτά όλα πρέπει να σταματήσουν. Μόνο πες πια στη γλυκιά μητέρα σου να πάρει την απόφαση, να διαλέξει έναν από μας. Δε θα ‘ρθει πια ο Οδυσσέας.

– Δεν μπορώ εγώ, είπε ο Τηλέμαχος, να αναγκάσω τη μητέρα μου να φύγει απ’ το σπίτι της. Αυτή αποφασίζει.

Τυφλοί απ’ το μεθύσι γελάγανε οι μνηστήρες τόσο, που δάκρυα τρέχαν απ’ τα μάτια τους. Παράξενο όμως, ένας απ’ αυτούς, ο Θεοκλύμενος, είχε ένα κακό προαίσθημα.

– Βλέπω σκοτάδι να κυκλώνει τα κεφάλια σας. Βλέπω να στάζουν αίμα οι τοίχοι. Χάθηκε ο ήλιος και γέμισε ίσκιους νεκρών το σπίτι.

– Πάει τρελάθηκε, λέγαν γελώντας οι μνηστήρες.

Εγώ φεύγω, είπε ο Θεοκλύμενος. Βλέπω κακό μεγάλο να ‘ρχεται.

Δώστου και γελούσαν οι μνηστήρες κι όλο πείραζαν τον Τηλέμαχο. Κι εκείνος κοίταζε τον πατέρα του περιμένοντας.

Η Πηνελόπη πήρε το κλειδί και πήγε στο δωμάτιο που φύλαγε το τόξο του Οδυσσέα. Πήρε τα βέλη και σ’ ένα καλάθι έβαλε τα τσεκούρια. Φώναξε τις παρακόρες και τους είπε να τα κουβαλήσουνε στην αίθουσα που γλεντούσαν οι μνηστήρες. Εκείνη έμεινε μόνη της κι έκλαψε σφίγγοντας στην αγκαλιά της το τόξο του άντρα της, μετά σκούπισε τα μάτια της και ήρθε και τους βρήκε.

Είπε στον Εύμαιο το χοιροβοσκό και στον πιστό βοσκό των βοδιών του Οδυσσέα, το Φιλοίτιο, να ετοιμάσουν το τόξο, να τεντώσουν τη χορδή. Με δάκρυα στα μάτια, το πήρανε στα χέρια τους και το χαϊδεύανε, σαν να αγγίξανε τα χέρια του αφέντη τους.

Σηκώθηκε ο Τηλέμαχος, πέταξε την κόκκινη χλαμύδα από τους ώμους του, έβγαλε το σπαθί του και μ’ αυτό έσκαψε ένα αυλάκι στο χώμα. Μέσα κει έστησε όρθια τα τσεκούρια το ένα πίσω απ’ το άλλο και πάτησε το χώμα γύρω. Μετά πρώτος πήρε το τόξο και τρεις φορές δοκίμασε να το τεντώσει και να σημαδέψει τις τρύπες στα τσεκούρια για να ρίξει τη σαΐτα να τα περάσει και τα δώδεκα μαζί.
Την τέταρτη φορά το τέντωσε, αλλά κράτησε την ορμή του γιατί είδε τον πατέρα του να του γνέφει να σταματήσει.

– Δεν έχω δύναμη αρκετή, γι’ αυτό ελάτε εσείς να δοκιμάσετε ένας ένας, να δούμε ποιος είναι ο πιο γερός και ικανός και να τελειώσει ο αγώνας. Ακούμπησε το τόξο γυρτό πάνω στην πόρτα, στο κατώφλι, και πλάι τη φτερωτή σαΐτα.

Ωραία, είπε ο Αντίνοος, αρχίζουμε από δεξιά. Ας έρθει ο Λειώδης.
Δοκίμασε αυτός, αλλά τίποτα. Είχε αδύνατα χέρια. Το παράτησε.

Με τούτο το αγώνισμα θα βγούμε όλοι άχρηστοι και κανένας μας δε θα φανεί άξιος να πάρει την Πηνελόπη, είπε.

Να μιλάς για τον εαυτό σου, απάντησε ο Αντίνοος. Τώρα θα δεις πόσοι από μας μπορούν να το τεντώσουν. Μελάνθιε, είπαν στο γιδοβοσκό, πήγαινε φέρε λίπος να αλείψουμε το δοξάρι να μαλακώσει.
Εγινε κι αυτό κι έπιασαν να δοκιμάζουν όλοι, μα του κάκου.

Την ίδια ώρα βγήκανε έξω ο χοιροβοσκός και ο πιστός φύλακας των βοδιών. Πίσω τους ήρθε ο Οδυσσέας.
θέλετε εσείς, οι δυο πιστοί βοσκοί, να βοηθήσετε τον Οδυσσέα; ρώτησε. Αν φανερωνόταν μπροστά σας έτσι ξαφνικά, με πομτν θα πηγαίνατε, μ’ αυτόν ή με τους μνηστήρες;

Ας ήτανε να ‘ρχότανε. Θα ‘βλεπες τη δύναμη, είπαν οι βοσκοί, και πώς θα του παρασταθούμε.

Λοιπόν, να με εδώ μπροστά σας! Είμαι εγώ ο Οδυσσέας. Μόνο από σας τους δυο άκουσα λόγια αγάπης και πίστης, γι’ αυτό σας φανερώθηκα. Τώρα όμως ο σκοπός μου είναι να ξεκάνω πρώτα τους μνηστήρες και από σας περιμένω βοήθεια, είπε.

Και μετά τους έδειξε το σημάδι στο πόδι του, που είχε αναγνωρίσει και η Ευρύκλεια. Όλοι οι δικοί του γνωρίζανε αυτό το σημάδι. Οι βοσκοί τον αγκάλιαζαν και τον φιλούσαν με δάκρυα χαράς που τρέχανε ποτάμια.

Αφήστε τώρα τα κλάματα. Πάμε πάλι μέσα. Εσύ, Εύμαιε, τρέχα πάρε το τόξο μου και δώσ’ το μου στο χέρι, και εσύ, Φιλοίτιε, κλείδωσε όλες τις πόρτες της αυλής και του σπιτιού για να μην μπορέσει κανείς να το σκάσει.

Ο Ευρύμαχος είχε στα χέρια του ακόμα το τόξο και αγωνιζότανε να το τεντώσει.

Δε με νοιάζει τόσο να χάσω την Πηνελόπη απ’ αυτό το αγώνισμα, έλεγε, αλλά δε δέχομαι να φανώ κατώτερος απ’ αυτό που ήταν ο Οδυσσέας.
–   Άσ’ το, πέταξε το, του είπε ο Αντίνοος. Έλα να γλεντήσουμε απόψε. Ο αγώνας μπορεί να αναβληθεί για αύριο.
Αυτό άρεσε σ’ όλους τους μνηστήρες. Πλύνανε τ χέρια τους και στρογγυλοκάθισαν στο τραπέζι.

– Θα ήθελα κι εγώ να δοκιμάσω να τεντώσω το τόξο, είπε ο Οδυσσέας και όλοι έμειναν κατάπληκτοι.

– Νομίζω πως παραπήρες θάρρος, ξένε. του είπε ο Αντίνοος. Μήπως σε χτύπησε το κρασί στο κεφάλι;

Η Πηνελόπη σηκώθηκε απ’ το σκαμνί της και είπε στον Αντίνοο:

Ο ξένος μας δε θέλει να σας συναγωνιστεί, ούτε γυναίκα του θέλει να με πάρει. Έχει όμως δικαίωμα να δοκιμάσει όλα όσα προσφέρει το σπίτι μας σε τούτη τη διασκέδαση. Δώστε του, λοιπόν, αμέσως το τόξο.

– Εγώ θα δώσω το τόξο στον ξένο μας, είπε ο Τηλέμαχος. Εσύ όμως, τώρα, πήγαινε να κάνεις τις δουλειές σου, θα μείνω εγώ να παρακολουθήσω τον αγώνα.

Παραξενεύτηκε με τα λόγια αυτά η Πηνελόπη. Πήρε τις παρακόρες της κι έφυγε για τα δωμάτια της.

Ο χοιροβοσκός έδωσε το τόξο στον Οδυσσέα. Εκείνος το έπιασε, το κοίταξε καλά, το χάιδεψε, τέντωσε τη χορδή του μ’ ευκολία και με το δεξί του χέρι τη δοκίμασε σαν να ήτανε χορδή από κιθάρα.

Οι μνηστήρες κοίταζαν κατάπληκτοι.

Έβγαλε μια σαΐτα απ’ τη θήκη, σημάδεψε και έριξε απ’ το σκαμνί που καθόταν. Με το πρώτο η σαΐτα πέρασε όλα τα τσεκούρια στη σειρά. Μπήκε απ’ την πρώτη τρύπα και βγήκε απ’ την τελευταία.

Βλέπεις, Τηλέμαχε, είπε, κάτι αξίζω ακόμα και του έγνεψε να ‘ρθει κοντά του. Κι εκείνος έβγαλε το μυτερό σπαθί του, πήρε το κοντάρι του και στάθηκε πλάι στον πατέρα του.

Ο Οδυσσέας μεμιάς πέταξε από πάνω του τα κουρέλια, άρπαξε τη σαϊτοθήκη και ανέβηκε στο κατώφλι της πόρτας.
Αυτός ο αγώνας τέλειωσε, £ίπε. Τώρα θα ρίξω σ’ άλλο σημάδι.
Σήκωσε το τόξο. Το πρώτο βέλος που έριξε πέτυχε τον Αντίνοο στο λαιμό, την ώρα που σήκωνε το ποτήρι του για να πιει. Έγειρε δίπλα και έπεσε παρασύροντας όλο το τραπέζι και τα φαγιά στο πάτωμα.
Οι μνηστήρες πετάχτηκαν όρθιοι και σκόρπισαν μες στο δωμάτιο. Κολλήσανε στους τοίχους τρομαγμένοι.
Σκυλιά, ήρθε η ώρα της εκδίκησης, είπε ο Οδυσσέας. Τόσον καιρό τρώτε και πίνετε χωρίς να σέβεστε τίποτε μέσα στο σπίτι μου, μα τώρα απλώθηκαν πάνω σας τα δίχτυα του θανάτου.
Ζαρώσανε έντρομοι οι μνηστήρες.
Αν είσαι αλήθεια εσύ ο Οδυσσέας, πετάχτηκε ο Ευρύμαχος, έχεις πάρει την εκδίκηση σου. Για όλα φταίει ο Αντίνοος που τον σκότωσες. Ήταν δική του ιδέα να βασιλέψει στη θέση σου. Καλά να πάθει αυτός. Λυπήσου μας εμάς κι ό,τι σου σπαταλήσαμε θα σ’ τα γυρίσουμε πίσω.
Ευρύμαχε, απ’ τα χέρια μου κανείς δε θα γλιτώσει.
Τραβήξτε τα μαχαίρια σας, φώναξε ο Ευρύμαχος. Ρίξτε τα τραπέζια και κρυφτείτε πίσω τους, και όρμησε πάνω στον Οδυσσέα.
Η σαΐτα του Οδυσσέα τον βρήκε στην καρδιά κι έπεσε νεκρός. Όρμησε ο Αμφίνομος με το μαχαίρι να βγει απ’ την πόρτα, αλλά τον βρήκε
κονταριά του Τηλέμαχου και τον έριξε μπρος κατώφλι. Πήδηξε αυτός πλάι στον πατέρα του και του είπε:

– Πάω να φέρω ασπίδες και κοντάρια ν’ αρματωθούμε ο Εύμαιος, ο βοσκός κι εγώ.

– Τρέχα, όσο βαστάνε οι σαΐτες μου, είπε ο Οδυσσέας.

Πήγε κι ήρθε σαν αστραπή ο Τηλέμαχος, αλλά ο γιδοβοσκός Μελάνθιος τον παρακολουθούσε. Χώθηκε κι αυτός κρυφά κι έφερε όπλα στους μνηστήρες από την αποθήκη που είχε ξεχαστεί ανοιχτή.
Άσχημα τα πράγματα, πιο πολλοί εκείνοι και τώρα γερά αρματωμένοι. Ήρθε όμως η Αθηνά μ τη μορφή του Μέντορα και στάθηκε πλάι τους. Την είδε ο Οδυσσέας και κατάλαβε. Και οι μνηστήρες νομίζοντας πως ήτανε ο Μέντορας τον φοβερίζουν και τον απειλούν.
–   Οδυσσέα, λέει η Αθηνά, εσύ που πολέμησες στην Τροία μη φοβηθείς τους μνηστήρες. Έλα και στάσου δίπλα μου, να δεις πώς πολεμάει ο Μέντορας τους εχθρούς του.

Και αφού είπε αυτά, έγινε χελιδόνι και πήγε και κάθισε στην οροφή.

Ορμήσανε πάλι οι μνηστήρες και ρίξανε με τα κοντάρια, αλλά τα ‘φερε έτσι η Αθηνά, που πήγαιναν χαμένα.
Ρίχνουν ο Οδυσσέας και οι δικοί του και ξέκαναν τέσσερις. Οι άλλοι τρέχουν σαν τρελοί τριγύρω μέχρι που δεν έμεινε κανείς. Μονάχα ο τυφλός τραγουδιστής ο Φήμιος βγήιε από κει που ήτανε κρυμμένος και παρακάλεσε τον Οδυσσέα να τον σπλαχνιστεί.
Κάτω από μια προβιά ξεπρόβαλε κι ο κήρυκας Μέδοντας και του ‘πεσε στα πόδια.
–   Στάσου, είπε ο Τηλέμαχος, είναι αθώοι τούτοι οι δυο, μην τους σκοτώνεις.

Τα κουφάρια των μνηστήρων τα σύρανε έξω στην αυλή. Φωνάξανε την Ευρύκλεια να φέρει τις παρακόρες να πλύνουνε την αίθουσα και να μπούνε όλα σε μια τάξη.

Η γριά χαρούμενη του ‘φερε ρούχα να αλλάξει, κι ανέβηκε να βρει την Πηνελόπη,

– Ξύπνα, κυρά μου, και ήρθε ο άντρας σου.

– Καημένη γριούλα, της λέει εκείνη, σου σάλεψε το μυαλό. Τι με ξυπνάς πάλι με ψέματα και φαντασίες;

– Δε σε γελώ, παιδάκι μου. Ο ξένος είναι ο άντρας σου, που κρυβότανε μέχρι να ξεκάνει τους μνηστήρες. Σήκω μόνη σου να δεις, τους σκότωσε όλους σαν το λιοντάρι.

– Κάποιος θεός θα το ‘κανε, είπε η Πηνελόπη, που δεν μπορούσε να πιστέψει ακόμα.

Γεμάτη αμφιβολίες μπήκε στην αίθουσα και στάθηκε απέναντι στον Οδυσσέα, κοντά στη φωτιά που έκαιγε. Εκείνος κοιτούσε στη γη και περίμενε με λαχτάρα να την ακούσει. Τον κοίταγε και πότε νόμιζε πως τον γνώριζε πότε πως δεν τον είχε ξαναδεί.

–    Μάνα μου, πώς μένεις μακριά απ’ τον πατέρα μου που έχεις είκοσι χρόνια να τον δεις; της λέει ο Τηλέμαχος.

–     Έχω σαστίσει, παιδί μου, δεν μπορώ να το πιστέψω. Έχουμε όμως, εγώ κι ο πατέρας σου, κάποια μυστικά που δεν τα ξέρουν άλλοι.
Άφησε μας μόνους. Αν είναι εκείνος θα γνωρίσω τα σημάδια.

— Πήγαινε, Τηλέμαχε, και πες στον τραγουδιστή να πιάσει να παίξει στην αυλή κι όσοι θέλουν να χορέψουν. Όσοι περνάνε απέξω να ακούνε και να νομίζουνε πως γίνεται γάμος μες
στο σπίτι μας.
Πήγε μετά και λούστηκε κι έβαλε όμορφα ρούχα. Η Αθηνά τον έκανε να λάμπει. Στάθηκε απέναντι στη γυναίκα του, όμορφος σαν θεός, και της είπε:

– Καημένη γυναίκα μου, οι θεοί σου χάρισαν αδάμαστη ψυχή. Καμία άλλη δε θα είχε τη δύναμη να σταθεί έτσι υπομονετικά μακριά από τον άντρα της που επιστρέφει μετά από είκοσι χρόνια στο σπίτι του. Η καρδιά σου είναι από πέτρα. Πρόσταξε όμως να μου στρώσουν να κοιμηθώ.

Ευρύκλεια, είπε εκείνη, βγάλε έξω το κρεβάτι του Οδυσσέα απ’ το υπνοδωμάτιο μου και στρώσε του να ξαπλώσει.

– Ποιος μπορεί να κουνήσει το κρεβάτι μου, είπε αυτός θυμωμένα. Είναι σκαλισμένο πάνω στη ρίζα μιας ελιάς που είχα στην αυλή μου. Έχτισα το δωμάτιο γύρω της, έκοψα τα κλαδιά της κι έκανα στο φαρδύ κορμό της σκαλιστό το κρεβάτι μου. Μόνο θεός μπορεί να το μετακινήσει.

Τότε έτρεξε η Πηνελόπη κι έπεσε στην αγκαλιά του. Αυτό ήταν το σημάδι που μόνο οι δυο τους ξέρανε. Αγκαλιά πήγανε για ύπνο και εκείνο το βράδυ η Αθηνά κράτησε την αυγή, την καθυστέρησε να μη βγει και ξημερώσει, για να κρατήσει η νύχτα της χαράς τους πιο πολύ.

Την άλλη μέρα ο Οδυσσέας φόρεσε τ’ άρματα του, ξύπνησε τον Τηλέμαχο, τον Εύμαιο και το βοσκό, και τους είπε να ετοιμαστούν να πάνε μαζί του να βρουν το Λαέρτη, τον πατέρα του. Στη γυναίκα του είπε να μείνει μέσα με τις παρακόρες της, γιατί θα μαθευότανε ο θάνατος των μνηστήρων αργά ή γρήγορα και η πόλη θα ξεσηκωνότανε.

Ο Ερμής ήρθε και πήρε τις ψυχές των μνηστήρων να τις οδηγήσει στον κάτω κόσμο. Περάσανε μέσ’ απ’ τα στενά του Ωκεανού στο ποτάμι που οδηγεί στο λιβάδι με τους ασφόδελους. Εκεί σαν ίσκιοι γυρίζουν οι ψυχές των πεθαμένων. Είναι ο Αχιλλέας με τον Πάτροκλο που πέσανε στην Τροία κι ο βασιλιάς Αγαμέμνονας που τον σκότωσε ο Αίγισθος.

Ο Αγαμέμνονας γνώρισε τους μνηστήρες. Τους είχε συναντήσει παιδιά, όταν πήγε να πάρει τον Οδυσσέα απ’ την Ιθάκη να ξεκινήσουν για την εκστρατεία της Τροίας.

–    Ποια συμφορά σας έφερε όλους εδώ, τον ανθό της λεβεντιάς απ’ την Ιθάκη; Πώς πέσατε έτσι μαζωμένοι, βούλιαξε το καράβι σας ή χαθήκατε πολεμώντας μ’ εχθρούς που υπερασπιζόντουσαν τα κάστρα και τις γυναίκες τους.

Μίλησε η ψυχή του Αμφιμέδοντα και του είπε:

– Η αλήθεια είναι, Αγαμέμνονα, πως μας σκότωσε όλους ο Οδυσσέας. Για χάρη της γυναίκας του που θέλαμε ο καθένας να την παντρευτεί. Μέσα στο σπίτι της τρία χρόνια μας ξεγέλαγε αναβάλλοντας το γάμο με την ελπίδα πως θα γυρίσει ο άντρας της. Ήρθε λοιπόν ο Οδυσσέας ντυμένος με κουρέλια και κανένας μας δεν τον γνώρισε. Κι αφού είδε τα έργα μας κι έφαγε προσβολές ένα σωρό, μια μέρα, με τη βοήθεια του γιου του, μας έκλεισε στο παλάτι και μας ξέκανε έναν έναν.

– Τυχερός ο Οδυσσέας, είπε ο Αγαμέμνονας. Είχε πιστή και καλή γυναίκα να τον περιμένει. Όχι σαν τη δική μου, που σκότωσε τον άντρα της κι άφησε πίσω της κακή φήμη και φόβο για όλο των γυναικών το γένος.

Ο Οδυσσέας και οι δικοί του βγήκαν έξω από την πόλη μέχρι που έφτασαν στο χωράφι του Λαέρτη. Εκεί περνούσε τον καιρό του ο γέρος συντροφιά με τους πιστούς βοηθούς του, βοσκούς και αγρότες.

Εσείς να πάτε να ετοιμάσετε το φαγητό, είπε ο Οδυσσέας στον Τηλέμαχο και στους δυο βοσκούς. Εγώ θα πάω μόνος μου να μιλήσω στο Λαέρτη.

Βρήκε τον πατέρα του να σκαλίζει ένα δεντράκι. Στάθηκε στη σκιά μιας αχλαδιάς και τον κοίταζε με δάκρυα στα μάτια, γερασμένο, κουρελή, θλιμμένο, μόλις που έσερνε τα πόδια του.

– Βλέπω ο κήπος σου είναι πολύ όμορφος, γέρο. Αχλαδιές, ελιές και κλήματα όλα περιποιημένα, μόνο εσύ είσαι αφρόντιστος, του είπε πειραχτικά, κι όμως έχεις την όψη βασιλιά.

– Εγώ είμαι ο Λαέρτης, ο πατέρας του βασιλιά της Ιθάκης, που αλίμονο χάθηκε στον πόλεμο. Τώρα άλλοι διαφεντεύουνε το σπίτι του, γι’ αυτό βλέπεις τούτα τα χάλια.

– Κι εγώ είμαι φίλος του Οδυσσέα και ήρθα εδώ να τον συναντήσω.

– Ο Οδυσσέας πέθανε, είπε ο γέρος και θάμπωσαν τα μάτια του.

Πήρε χώματα και τα ‘ριξε πάνω στην άσπρη κεφαλή του κι έκλαιγε και χτυπιότανε.

Ο Οδυσσέας δεν άντεξε άλλο. Όρμησε, τον αγκάλιασε και του είπε:

– Εγώ είμαι το παιδί σου, μην κλαις πια. Μόνο κοίτα να με βοηθήσεις, γιατί σκότωσα τους μνηστήρες και μόλις μαθευτεί θα έρθει όλη η πόλη ζητώντας εκδίκηση.

– Δεν μπορώ να το πιστέψω πως είσαι εσύ, του λέει ο Λαέρτης. Δείξε μου σημάδια, θέλω να βεβαιωθώ.

–   Να, δες την πληγή που μου ‘κανε στο πόδι το αγριογούρουνο όταν ήμουνα παιδί, κι αν θέλεις κι άλλη απόδειξη, θα σου πω τα δέντρα τον περιβολιού μας που μου είπες πως μου χαρίζεις. Ήμουνα παιδάκι και περπατούσαμε στον κήπο. Μου έδωσες δώδεκα αχλαδιές, σαράντα συκιές, δέκα μηλιές και πενήντα σειρές κλήματα με λογιώ λογιώ σταφύλια.

Λύθηκαν τα πόδια του Λαέρτη κι έπεσε λιπόθυμος στην αγκαλιά του γιου του. Όταν συνήλθε κι άνοιξε τα μάτια είπε:

– Υπάρχουνε, λοιπόν, ακόμα θεοί στον ουρανό!

– Έλα, πάμε τώρα να βρούμε τον Τηλέμαχο που μας περιμένει στο καλύβι σου κι έχουν ετοιμάσει ωραίο ψητό να φάμε.

Ο γέρος αναστήθηκε, πλύθηκε, άλλαξε και ήταν σαν να ξανάνιωσε απ’ τη χαρά του. Κάθισαν γύρω απ’ το τραπέζι. Τότε γύρισαν απ’ τη βοσκή οι άνθρωποι του Λαέρτη, ό γερο-Δολίος και οι γιοι του κουρασμένοι απ’ τη δουλειά. Τα ‘χασαν που είδαν τον Οδυσσέα.

–   Καθίστε, είπε εκείνος. Θέλαμε από ώρα ν’ αρχίσουμε να τρώμε, αλλά σας περιμέναμε. Τρέξανε αυτοί και του σφίγγανε τα χέρια, τον φιλούσανε να τον καλωσορίσουν.

Κι ενώ τρώγανε και πίνανε έφτασε η φήμη στην πόλη για τη σφαγή των μνηστήρων. Μαζεύτηκε όλος ο λαός και τους μίλησε ο πατέρας του Αντίνοου:
Αυτός ο άνθρωπος κατάστρεψε τον τόπο, είπε για τον Οδυσσέα. Χάθηκε όλος ο στρατός, χιλιάδες παλικάρια και καράβια που έσυρε μαζί του στη Τροία. Τώρα επιστρέφει μετά από τόσα χρόνια και ξεπαστρεύει σε μια νύχτα τους πρώτους λεβέντες της Ιθάκης και των γειτονικών νησιών. Πριν μας το σκάσει, πρέπει να τον πιάσουμε. Πρέπει οι φονιάδες των παιδιών μας να πληρώσουν!
Δεν είναι έτσι τα πράγματα, σηκώθηκε και μίλησε ο κήρυκας Μέδοντας, που γλίτωσε απ’ τη σφαγή. Εγώ ήμουνα μπροστά και μπορώ να σας πω πως το άδικο είναι με τους γιους σας. Αυτοί χρόνια τρώγανε, πίνανε στο σπίτι του Οδυσσέα και σημασία δε δίνανε στη σεβαστή γυναίκα του και στο μικρό παιδί του. Τον ίδιο τον προσβάλανε νομίζοντας πως ήτανε ζητιάνος και του ανάψανε το θυμό τόσο, που δεν έπαιρνε άλλο. Έπειτα, είχε μαζί του τους θεούς. Εγώ το είδα με τα μάτια μου. Πλάι του πολεμούσαν κι αν δεν το θέλανε αυτοί, δε θα τα είχε βγάλει πέρα με τόσους.
Δεν άκουσαν τα λόγια του, αλλά με τον πατέι του Αντίνοου μπροστά ξεκίνησαν με άρματα πανε να βρουν τον Οδυσσέα.
Ο Οδυσσέας, που είχε πάντα το νου του, άκο που ζυγώνανε στο καλύβι του πατέρα του.
– Εμπρός, ντυθείτε τ’ άρματα! Τηλέμαχε, κοίτο ντροπιάσεις τον πατέρα σου.
– Τι χαρά, είπε ο γερο-Λαέρτης, με το γιο μου τον εγγονό θα μπω κι εγώ ακόμα μια φορά σι μάχη.
Κι άρχισε πάλι ο σκοτωμός κι ο πόλεμος δε είχε τέλος. Ήρθε, όμως, ανάμεσα τους η Αθηνά με τη μορφή του Μέντορα και φώναξε:
Κάτοικοι της Ιθάκης, σταματήστε, χωριστείτε, είναι πια καιρός για ειρήνη. Φτάνουν οι αιματοχυσίες, να μη θυμώσουν οι θεοί.
Το άκουσαν εκείνοι και χλώμιασαν από φόβο πέταξαν τα όπλα στη γη και το ‘βαλαν στα πόδια. Ο Οδυσσέας όμως δοκίμασε να συνεχίσει. Ή Δίας έριξε κεραυνό γεμάτο καπνιά και η Αθηνά τον πρόσταξε να σταματήσει. Συμμορφώθηκι Οδυσσέας και ορκίστηκε πως από δω και πέρα η αγάπη θα βασιλεύει. Γύρισε στο σπίτι του κι αυτός και όλος ο λαός της Ιθάκης.

12. Ο Θησέας

Greek mythology
Greek mythology

Οι γονείς του Θησέα ήταν η όμορφη Αίθρα, η κόρη του Πυθέα, του βασιλιά της Τροιζήνας και ο Αιγέας, ο Βασιλιάς της Αθήνας.

Η ιστορία τους, όπως και τόσων άλλων βασιλιάδων, δε θα μπορούσε να ξεφύγει από αυτό που η μοίρα είχε ορίσει για τη ζωή και το θάνατο τους.

Η προφητεία

0 Αιγέας βασανιζόταν μέρα και νύχτα από ένα πρόβλημα. Παρόλο που είχε παντρευτεί ήδη δύο φορές, δεν είχε ακόμα αποκτήσει διάδοχο, Ετσι, μια μέρα αποφάσισε να ταξιδέψει μέχρι το μαντείο των Δελφών, για να συμβουλευτεί την ιέρεια του ναού του Απόλλωνα. Η Πυθία έδωσε στον Αιγέα τον παρακάτω χρησμό: «Αιγέα, πρόσεχε! Μην ανοίξεις το λαιμό του ασκού με το κρασί πριν επιστρέψειε στην Αθήνα».
Όμως ο Βασιλιάς δεν καταλάβαινε τι σήμαιναν τα λόγια αυτά. Όσο κι αν ικέτεψε την ιέρεια να του δώσει κάποιες εξηγήσετε, εκείνη έμεινε σιωπηλή και δεν πρόσθεσε τίποτα άλλο στο χρησμό.
Στο δρόμο της επιστροφής ο Αιγέας θυμήθηκε πως στην Τροιζήνα βασιλιάς ήταν ο Πυθέας, ένας σοφός και έμπειρος άνθρωπος.
“Ισως αυτός θα μπορέσει να με βοηθήσει” σκέφτηκε.
Όταν έφτασε στην Τροιζήνα, ο Αιγέας επισκέφτηκε τον Γηθέα, ο οποίος αμέσως κατάλαβε πως κάτι σοβαρό απασχολούσε το βασιλιά της Αθήνας. 0 Αιγέας επανέλαβε στο σοφό οικοδεσπότη του τα λόγια της ιέρειας και ζήτησε τη βοήθεια του. 0 Πιτθέας προσποιήθηκε πως δεν μπορούσε να καταλάβει τη σημασία του χρησμού, αλλά στην πραγματικότητα ήξερε καλά τι εννοούσε η Πυθία.
0 Αιγέας θα αποκτούσε σύντομα ένα γιο και θέλημα των θεών ήταν το παιδί αυτό να γεννηθεί στην Αθήνα, έτσι ώστε να υπάρξει συνεχεία στη γενιά του βασιλιά.

Η γέννηση του Θησέα

0 Πυθέας, όμως, που είχε μια κόρη, την Αίθρα, η οποία ήταν σε ηλικία γάμου, σκέφτηκε πως έπρεπε να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία και να παντρέψει την κόρη του με τον ισχυρό άνδρα της Αθήνας. Στο γεύμα που οργάνωσε προς τιμήν του φιλοξενούμενου του το κρασί έρες άφθονο και, σύμφωνα με τιε διαταγές του βασιλιά τηε Τροιζήνας, το ποτήρι του Αιγέα δεν έμενε ποτέ άδειο. 0 Αιγέας δεν άργησε να μεθύσει, και έτσι, όπωε είχε προβλέψει ο οικοδεσπότης του, ο Αθηναίος βασιλιάς κοιμήθηκε με την όμορφη Αίθρα.
Εκείνο το βράδυ η Αίθρα συνέλαβε το Θησέα. Όταν έφτασε ο καιρός που ο Αιγέας έπρεπε να επιστρέψει στην Αθήνα, το μωρό δεν είχε ακόμα γεννηθεί. Πριν, όμως, φύγει από την Τροιζήνα αποφάσισε να αφήσει στον Πιτθέα δύο από τα πιο αγαπημένα του αντικείμενα: το πολύτιμο σπαθί του, που είχε λαβή από ελεφαντόδοντο, και τα αγαπημένα του σανδάλια.
«θέλω ν’ αφήσω εδώ, στην πόλη όπου θα γεννηθεί ο διάδοχός μου, αυτά τα αγαπημένα μου πράγματα, θα σκάψω ένα λάκκο κάτω από ένα βράχο για να τα κρύψω και θα πρέπει να μείνουν εκεί μέχρι την ημέρα που ο γιος μου θα γίνει άντρας. Μόνο τότε θα μάθει ποιος είναι ο πατέρας του και θα του επιτρέψετε να έρθει να με βρει στην Αθήνα. Οταν τον δω να φορά τα σανδάλια μου και να κρατά το αγαπημένο μου σπαθί, θα τον αναγνωρίσω και θα τον δεχτώ στην πόλη μου με τις  τιμές που αρμόζουν σε ένα μελλο­ντικό βασιλιά».
Αυτές ήταν οι οδηγίες του Αιγέα προς τον Πυθέα. Έτσι, παρά την προφητεία τηε Πυθίας, ο θησέας γεννήθηκε στην Τροιζήνα και μεγάλωσε σαν πρίγκιπας στην αυλή του παππού του.

Η συνάντηση με τον Ηρακλή

Από μικρός ο γιος του Αιγέα φαινόταν ότι είχε εξαιρετικό θάρρος. Πα πρώτη φορά το απέδειξε αυτό όταν ο ατρόμητος Ηρακλής, σε ένα από τα πολλά του ταξίδια, σταμάτησε για λίγο στην Τροιζήνα. 0 βασιλιάς Πιτθέας είχε οργανώσει ένα συμπόσιο για να πμήσει το φημισμένο ήρωα, αφού οι άθλοι του και τα κατορθώματα του είχαν γίνει θρύλος. 0 Ηρακλής, συγκινημένος για την τιμή που του έκανε ο βασιλιάς, δέχτηκε με χαρά να συμμετάσχει στη γιορτή. Τα πιο σημαντικά πρόσωπα της  πόλης  και όλοι οι ευγενείς νέοι που στο μέλλον θα έπαιρναν υψηλά αξιώματα είχαν συγκεντρωθεί για να υποδεχτούν τον Ηρακλή. Πριν καθίσει στο τραπέζι, ο Ηρακλής έβγαλε από πάνω του τη λεοντή, που τον έκανε άτρωτο, και   την πέταξε στο έδαφος. Τα παιδιά του παλατιού νόμιισαν πως ένα ζωντανό λιοντάρι είχε μπει στο παλάτι και έφυγαν τρέχοντας φοβισμένα. 0 θησέας, όμως, άρπαξε ένα μικρό σπαθί και όρμησε για να αντιμετωπίσει το θηρίο. Από τότε, οι δρόμοι του Θησέα και του Ηρακλή θα διασταυρώνονταν πολλές φορές στο μέλλον.

Φεύγοντας  για την Αθήνα

Σε ηλικία δεκαέξι ετών ο θησέας έμαθε επιτέλους το όνομα του πατέρα του.
«Αγόρι μου» του είπε μια μέρα ο παππούς του «ήρθε πια ο καιρός να μάθεΐς ποιος είναι ο πατέρας σου. Μάθε, λοιπόν, πως είναι ο Αιγέας, ο γενναίος και ισχυρός βασιλιάς της Αθήνας».
Μόλις άκουσε τα λόγια του παππού του, ο νεαρός θησέας έτρεξε στο σημείο όπου ο πατέρας του τόσα χρόνια πριν είχε κρύψει το σπαθί και τα σανδάλια του, σήκωσε με ευκολία την τεράστια πέτρα που κάλυπτε το λάκκο και πήρε στα χέρια του τα πολύτιμα αντικείμενα. Λίγες μέρες αργότερα, ο θησέας αναχώρησε για την Αθήνα.

Περιφήτης

Εκείνο τον καιρό στο δρόμο που ένωνε την Πελοπόννησο με την Αττική σύχναζαν πολλοί κακοποιοί που λήστευαν και σκότωναν τουε ανυποψίαστους ταξιδιώτες.
0 Ηρακλής δεν μπορούσε να εγγυηθεί την ασφάλεια των περαστικών, αφού και ο ίδιος ήταν αιχμάλωτος στη Λυδία, όπου τον είχε οδηγήσει μια από τις πολλές του περιπέτειες. Χωρίς, λοιπόν, την παρουσία αυτού του γενναίου τιμωρού, οι κακοποιοί της περιοχής είχαν ξαναβρεί τα πα­λιά τους λημέρια και έκαναν τις επιθέσεις τους ανενόχλητοι.
0 θησέας, λοιπόν, πηγαίνοντας στην Αθήνα χρειάστηκε να έρθει αντιμέτωπος με ένα σωρό δυσκολίες και εμπόδια. 0 πρώτος κακοποιός που συνάντησε ήταν ο Περιφήτης, γνωστός και με το παρατσούκλι «ο άνθρωπος με το ρόπαλο». Λεγόταν πως ήταν γιος του Ηφαίστου, του θεού της φωτιάς και των μετάλλων. 0 πατέρας του, όταν ο Περιφήτης ήταν ακόμα μικρός, του είχε δωρίσει ένα σιδερένιο ρόπαλο, αλλά εκείνος, όταν μεγάλωσε, αντί να το χρησιμοποιεί για να προστατεύει τους αδυνάτους, το είχε μετατρέψει  σε όπλο και με αυτό λήστευε τους ταξίδιώτες. Κρυβόταν στους θάμνους στην άκρη του δρόμου και, μόλις έβλεπε κάποιο μοναχικό διαβάτη, πεταγόταν από την κρυψώνα του, του έπαιρνε με τη βία καθετί πολύτιμο και μετά, χτυπώντας τον με το σιδερένιο ρόπαλο, τον σκότωνε. Ο Θησέας ήρθε αντιμέτωπος με το ληστη και τον σκότωσε παίρνοντας μαζί του και το πελώριο σιδερένιο ρόπαλό του.

Σίνης ο βασανιστής

Όταν, όμως, το θύμα του υπάκουε και γονάτιζε ταπεινωμένο για να του πλύνει τα πόδια, ο Σκίρωνας του έδινε μια απότομη κλοτσιά και το έριχνε στη θάλασσα, όπου η πεινασμένη χελώνα το κατασπάραζε. 0 θησέας κατάλαβε αμέσως πως ο άνθρωπος αυτός ήταν επί κίνδυνος. Έτσι, όταν γονάτισε μπροστά του και ο Σκίρωνας ήταν έτοιμος να τον κλοτσήσει, ο ατρόμητος νέος με μια γρήγορη κίνηση απέφυγε την κλοτσιά, άρπαξε τη μεταλλική λεκάνη που βρισκόταν μπροστά του και χτύπησε με αυτήν το κεφάλι του Σκίρωνα. Εκείνος ζαλισμένος έχασε την ισορροπία του και έπεσε στη θάλασσα, όπου τον κατασπάραξε η τεράστια χελώνα.

Κοντά στην πόλη της Ελευσίνας ο θησέας συνάντησε τον Κερκύονα, ένα θεόρατο, μυώδη άντρα, ο οποίος ανάγκαζε τους ταξιδιώτες να παλέψουν μαζί του, τους νικούσε και ύστερα τους σκότωνε. Παρά τη θαυμαστή ικανότητα του Κερκύονα στην πάλη, ο θησέας κατάφερε να αποκρούσει τα χτυπήματα του και με τα δυνατά του χέρια σήκωσε το μεγαλόσωμο άνδρα στον αέρα, τον πέταξε με δύναμη στο χώμα και τον σκότωσε.

Προκρούστης

0 τελευταίος κακοποιός που συνάντησε ο θησέας πριν φτάσει στην Αθήνα ήταν ο
Δαμάστης, ο οποίος  απο τον τρόπο με τον οποίο βασάνιζε τα θύματα του είχε το παρατσούκλι «Προκρούστης», που σημαίνει εκείνος που τεντώνει. Αυτός είχε δύο κρεβάτια, ένα κοντό και ένα μακρύ. Ανάγκαζε, λοιπόν, τους ταξιδιώτες να ξαπλώνουν στο ένα κρεβάτι και ύστερα προσπαθούσε να τουε φέρει στα μέτρα του κρεβατιού. Αν ο άτυχος άνθρωπος ήταν πιο ψηλός, ο Προκρούστης πριόνιζε τα άκρα του, ενώ, αν ήταν πιο κοντός, έδενε στα άκρα του βάρη και τα τραβούσε για να μακρύνουν. Τέλος σκότωνε τα θύματα του με ένα σφυρί.
0 Θ ησέας αποφάσισε, όπως έκανε και με τους άλλους κακοποιούε, να σκοτώσει τον Προκρούστη με τον ίδιο τρόπο που σκότωνε κι εκείνος τα θύματα του. Έτσι, ο Δαμάστης δοκίμασε τον πόνο που ο ίδιος είχε προκαλέσει σε τόσους άλλους αθώους ανθρώπους.
Η φήμη του Θησέα και των σημαντικών κατορθωμάτων του είχε φτάσει στην Αθήνα πριν από το νεαρό πρίγκιπα.

Φτάνοντας στην Αθήνα

Παρά το δυνατό και ανεπτυγμένο του σώμα, ο Θησέας δεν ήταν παρά ένας έφηβος δεκαέξι ετών. Δεν είχε βγάλει ακόμα γένια, τα μαλλιά του ήταν μακριά και φορούσε μια μακριά εσθήτα, που στην Αθήνα θεωρούνταν γυναικείο ένδυμα, Ετσι, ήταν πολύ εύκολο να τον περάσει κανείς για κορίτσι. Πράγματι, λίγο πριν μπει στην πόλη τηε Αθήνας, κάποιοι εργάτες που τον είδαν να βαδίζει μόνος άρχισαν τα πειράγματα, νομίζοντας πως επρόκειτο για κοπέλα.
0 θησέας φυσικά θίχτηκε και αντέδρασε με τρόπο βίαιο. Όρμησε καταπάνω τους και άρχισε να τους πετά ό,τι έβρισκε μπροστά του, πέτρες, φτυάρια, ρόδες.

Ο Αιγέας έμαθε για το συμβάν και πληροφορήθηκε πως ο ανίκητος ήρωας Θησέας είχε φτάσει στην Αθήνα. Μην μπορώντας να φανταστεί πως αυτός ο νέος ήταν γιος του, άρχισε να ανησυχεί για το μέλλον του θρόνου του.
“Κι αν αυτός ο ατρόμητος άνδρας θελήσει να μου πάρει την εξουσία; θα πρέπει να προετοιμαστώ…” σκεφτόταν.
Στο δείπνο που δόθηκε στο παλάτι προς τιμήν του γενναίου επισκέπτη, ο βασιλιάς τού πρόσφερε μια κούπα με κρασί μέσα στο οποίο είχε ρίξει δηλητήριο. Το παλικάρι, όμως, αντίθετα με τον Αιγέα, που δεν είχε ακόμα αναγνωρίσει το γιο του, ήξερε πως βρισκόταν πλέον κοντά στον πατέρα του.Πρίν λοιπόν φέρει το ποτήρι στα χείλη του, αποφάσισε να κόψει ένα κομμάτι κρέας με το σπαθί του. Μόλις ο Θησέας έβγαλε από την θήκη το σπαθί, Ο Αιγέας κάρφωσε τα μάτια του πάνω στο σπάνιο όπλο.
Είδε τη λαβή από ελεφαντόδοντο και έπειτα, στρέφονταε το βλέμμα του στα πόδια του νέου, αναγνώρισε τα αγαπημένα του σανδάλια. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβε πως μπροστά του είχε τον αγαπημένο του γιο. “Αρπαξε αμέσως από το χέρι του νέου την κούπα με το δηλητηριασμένο κρασί και τον πήρε στην αγκαλιά του.
«Γιε μου, χρόνια περιμένω τον ερχομό σου» του είπε με συγκίνηση. «Και τώρα, οι θεοί ανταμείβουν την υπομονή μου στέλνοντάς μου ένα γενναίο και τιμημένο ήρωα. Καλωσόρισες, Θησέα. Αυτό το Βασίλειο από σήμερα θα είναι το σπίτι σου!»

Ο ταύρος του Μαραθώνα

0 θησέας πέρασε τα νεανικά του χρόνια στην Αθήνα, όπου δεν του έλειπαν οι ευκαιρίες να αποδείξει το μεγάλο θάρρος και την ανδρεία του. Δύο από τα ονομαστά του κατορθώματα σχετίζονταν με δύο ταύρους.
Ο πρώτος από τους ταύρους αυτούς τριγύριζε στην περιοχή του Μαραθώνα. Ηταν ο ίδιος ταύρος που κάποια χρόνια πριν είχε φέρει ο Ηρακλής από την Κρήτη έχοντας πραγματοποιήσει έναν από τουε φημισμένους άθλους του. 0 τιμημένος ήρωας είχε εμπιστευτεί αυτό το ζώο στον Ευρυσθέα, ο οποίος, όμως, δεν είχε γυρίσει ούτε καν να το κοιτάξει.
Τότε ο Ηρακλής, βαθιά απογοητευμένος από την αγνωμοσύνη του βασιλιά, είχε σπάσει τις αλυσίδες του ζώου και το είχε αφήσει να τρέξει ελεύθερο έξω από τα τείχη των Μυκηνών.
Αυτό, όμως, δεν ήταν καλή ιδέα, γιατί ο ταύρος ήταν άγριος από τη μύτη του έβγαιναν φλόγες, κατέστρεφε τις σοδειές και σκότωνε όποιον άτυχο χωρικό συναντούσε στο δρόμο του.
0 θησέας, όμως, δε λύγισε μπροστά στην τρομακτική όψη του θηρίου. Έπιασε τον ταύρο από τα κέρατα, έβαλε τα δάχτυλα των ποδιών του στη μύτη του ζώου για να μην τον κάψουν οι φλόγες και ανάγκασε τον ταύρο να γονατίσει στα μπροστινά του πόδια. Όταν το ζώο ηρέμησε, το έδεσε με ένα χοντρό σχοινί και, τραβώνταε το από το λαιμό, το οδήγησε στην Αθήνα, όπου και το πρόσφερε θυσία στον Απόλλωνα. Οι κάτοικοι της πόλης ενθουσιάστηκαν όταν άκουσαν τα νέα για την αιχμαλωσία του ταύρου. Η χαρά τους ήταν, άλλωστε, διπλή. Πρώτον, ήταν πλέον ελεύθεροι να περπατούν στα χωράφια τους χωρίς το φόβο μιας επίθεσης από το μανιασμένο ταύρο και, δεύτερον, είχαν πλέον εκδικηθεί τον άνθρωπο που είχε προκαλέσει ένα τόσο μεγάλο κακό στην πόλη τους. Γιατί πρέπει να πούμε πωε λίγα χρόνια πριν ο Αιγέας είχε διατάξει τον Ανδρόγεο, έναν από τους
γιους του Μίνωα, του βασιλιά της Κρήτης, να αντιμετωπίσει τον ταύρο. 0 Ανδρόγεος, που ήταν θαρραλέος και δυνατός, είχε υπακούσει στη διαταγή του Αιγέα, αλλά ήταν ακόμα πολύ νέος και άπειρος στη μάχη. Οταν, λοιπόν, βρέθηκε αντιμέτωπος με το θηρίο, δεν πρόλαβε να αμυνθεί και σκοτώθηκε από τα μυτερά κέρατα του ζώου. Όταν ο Μίνωας έμαθε για το χαμό του γιου του, κατηγόρησε τον Αιγέα και θεώρησε ότι εκεινος έφταιγε που έστειλε μόνο του το νεαρό παίδι ενάντια στο τεράστιο θηρίο.
«Την κατάρα μου να έχεις, Αιγέα» είχε βροντοφωνάξει ο θλιμμένος βασιλιάς. «θα κηρύξω πόλεμο στην πόλη σου και δε θα σταματήσω μέχρι να την ισοπεδώσω».
Η πολιορκία της Αθήνας κράτησε πολύ καιρό και οι κάτοικοι της πέθαιναν αργά και βασανιστικά απο την πείνα και τις αρρώστιες. Τελικά ο βασιλιάς της Αθήνας αναγκάστηκε να παραδοθεί και να δώσει στο Βασιλιά της Κρήτης ό,τι του ζητούσε. Έτσι, οι Αθηναίοι αναγκάστηκαν να πληρώνουν κάθε εννιά χρόνια στο Μίνωα ένα φρικτό φόρο: έπρεπε να στέλνουν στην Κρήτη επτά νέα παλικάρια και επτά νεαρές κοπέλες με τα οποία τρεφόταν ο Μινώταυρος, το ανθρωποφάγο τέρας που ο Μίνωας κρατούσε φυλακισμένο στο Λαβύρινθο, στην Κνωσό.

0 Μινώταυρος

Το τέρας αυτό ήταν γιος της Πασιφάης, της γυναίκας του Μίνωα, και ενός ταύρου, τον οποίο ο Ποσειδώνας, ο θεός της θάλασσας, τον είχε βγάλει από τη θάλασσα και τον είχε δωρίσει στο βασιλιά της Κρήτης.
0 Μινώταυρος, που γεννήθηκε από μια αφύσικη σχέση, είχε σώμα ανθρώπου και κεφάλι ταύρου. 0 Μίνωας ντρεπόταν πολύ για τη γέννηση αυτού του τέρατος και αποφάσισε να το φυλακίσει μέσα σ’ενα παλάτι από το οποίο δε θα μπορούσε να βγει ποτέ.
Το παλάτι αυτό το σχεδίασε και το κατασκεύασε ένας Αθηναίος καλλιτέχνης, ο Δαίδαλος. Το παλάτι είχε εκατοντάδες διαδρόμους και δωμάτια και όποιος έμπαινε μέσα σε αυτό έχανε τον προσανατολισμό του και ήταν πλέον αδύνατον να βγει, γι’ αυτό και το παλάτι ονομαζόταν Λαβύρινθος.

Είχαν περάσει σχεδόν είκοσι επτά χρόνια από τότε που ο Μίνωας είχε επιβάλει στην Αθήνα αυτόν το θλιβερό φόρο και πλησίαζε και πάλι ο καιρός που ο Αιγέας θα έπρεπε να διαλέξει τα επόμενα δεκατέσσερα νέα παιδιά που θα καταδικάζονταν σε Θάνατο. Ηταν η τρίτη φορά που η Αθήνα θα έπρεπε να θυσιάσει τα παιδιά της και όλη η πόλη ήταν βυθισμένη στο πένθος και την απόγνωση.
0 Αιγέας έκανε την επιλογή των παιδιών με Βαριά καρδιά και διέταξε να επιβιβαστούν σε ένα πλοίο το οποίο θα έπλεε προς την Κρήτη με μαύρα πανιά, σαν σύμβολο του πένθους της Αθήνας. 0 θησέας, ανήμπορος ν’ αντέξει αυτή τη μεγάλη αδικία, πήρε μια γενναία αλλά και δύσκολη απόφαση και την ανακοίνωσε στον πατέρα του.
«Πατέρα, δεν μπορώ να βλέπω την πόλη μου να πληρώνει τόσο ακριβά τα λάθη του παρελθόντος και να θυσιάζει τόσο βάρβαρα τα παιδιά της. θέλω να ταξιδέψω κι εγώ μαζί τους στην Κρήτη και να αντιμετωπίσω το Μινώταυρο δίπλα στουε νέους συμπολίτες μου».
Ακούγοντας αυτά τα λόγια, ο Αιγέας είδε για πρώτη φορά έπειτα από τόσα χρόνια τα πρόσωπα των Αθηναίων να φωτίζονται με ένα χαμόγελο ελπίδας και αισιοδοξίας. Παρά το φόβο του για την τύχη του αγαπημένου του παιδιού, δεν μπόρεσε παρά να δεχτεί την πρόταση του Θησέα και να τον αφήσει να φύγει. Την ημέρα της αναχώρησης του μοιραίου πλοίου, ο Αιγέας γεμάτος θλίψη φίλησε το γιο του και του είπε:
«Μέσα στην καρδιά μου έχω την ελπίδα πως θα παλέψεις με το Μινώταυρο και θα τον νικήσετε. Σου ζητώ μονάχα μια χάρη: αν βγεις από αυτή τη δοκιμασία νικητής, όταν επιστρέψεις, πριν μπεις στο λιμάνι, κατέβασε τα μαύρα πανιά και σήκωσε άσπρα. Ετσι θα καταλάβω πως όλα πήγαν καλά και πως τα μαρτύρια μας τελείωσαν».

Ο μίτος της Αριάδνης

Το πλοίο που μετέφερε τα δεκατέσσερα νέα παιδιά και το Θησέα ξεκίνησε το ταξίδι του με την προστασία μιας Νηρηίδας, της Αμφιτρίτης, που ήταν η βασίλισσα της θάλασσας. Μόλις έφτασαν στην Κρήτη, η Αμφιτρίτη εμφανίστηκε στο Θησέα και τον υπο δέχτηκε προσφέροντάς του ένα πολύτιμο δώρο.
«θέλω να φοράς πάντα αυτό το στέμμα» του είπε. «Είναι στολισμένο με πολύτιμα πετράδια που λάμπουν στο σκοτάδι και φωτίζουν τα πάντα γύρω τους. Σίγουρα θα σου φανεί πολύ χρήσιμο μέσα στο Λαβύρινθο».
0 θησέας την ευχαρίστησε και πήρε το δρόμο για την Κνωσό, αποφασισμένος να μπει πρώτος μέσα στο καταραμένο παλάτι του Μινώταυρου.
Πριν φτάσει, όμως, συνάντησε στο δρόμο την Αριάδνη, την κόρη του Μίνωα και της Πασιφάης. Η κοπέλα καθόταν κάτω από ένα δέντρο  με πυκνό φύλλωμα και έγνεθε. Μόλις ο θησέας την αντίκρισε, ένιωσε την καρδιά του να χτυπά σαν τρελή. Ηταν η πιο όμορφη γυναίκα που είχε δει ποτέ του!
0 ήρωας, όμως, δεν ήξερε πως, εκτός από τον ίδιο, ήταν ερωτευμένος μαζί της και ο θεός Διόνυσος. Στην καρδιά του Θησέα γεννήθηκε η ελπίδα πωε κάποια μέρα θα παντρευόταν την όμορφη αυτή πριγκίπισσα. Στάθηκε, λοιπόν, δίπλα της και τηε διηγήθηκε τη ζωή του και το λόγο που τον είχε φέρει στην Κρήτη.

«Αριάδνη, η ομορφιά σου με έχει μαγέψει και έχει κλέψει την καρδιά μου, αλλά μάθε πως έχω έρθει εδώ για να σταματήσω τους άδικους φόνους του Μινώταυρου που στερούν τη ζωή τόσων νέων ανθρώπων!»

Για να αποδείξει τον έρωτα του, ο θησέας χάρισε στην Αριάδνη το στέμμα με τα πολύτιμα πετράδια και της ζήτησε να τον παντρευτεί. Η Αριάδνη, που δεν μπορούσε να κρύψει άλλο τον έρωτα της για το Θησέα, αποφάσισε να τον ακολουθήσει όπου κι αν πήγαινε. Συγκινημένη από τα λόγια του, δέχτηκε να τον βοηθήσει στη δύσκολη δοκιμασία που τον περίμενε.

Μέσα στο Λαβύρινθο

Όταν έφτασαν στην είσοδο του Λαβύρινθου, η Αριάδνη έδωσε στο Θησέα το νήμα που έγνεθε όταν την πρωτοείδε και του εξήγησε το σχέδιο που είχε σκαρφιστεί για να τον βοηθήσει,     «Δέσε την άκρη αυτού του κουβαριού στην είσοδο του Λαβύρινθου και, καθώε θα περπατάς μέσα στους διαδρόμους, ξετύλιγε λίγο λίγο το νήμα. Μόνο έτσι θα καταφέρεις να ξαναβρείς το δρόμο για την έξοδο χωρίε να χαθείς» του είπε. Όταν ο θησέας πήρε την απόφαση να μπει στο Λαβύρινθο, η Αριάδνη στάθηκε δίπλα του και μαζί άρχισαν να προχωρούν στους σκοτεινούς διαδρόμους, ενώ το πολύτιμο στέμμα που του είχε δώσει η Αμφιτρίτη φώτιζε το δρόμο με τα λαμπερά πετράδια του.
0 Μινώταυρος εκείνη τη στιγμή κοιμόταν στο πιο απομονωμένο δωμάτιο του Λαβύρινθου, αλλά ξύπνησε μόλις άκουσε τον ήχο των βημάτων που πλησίαζαν. Όταν είδε το Θησέα, όρμησε καταπάνω του για να τον εξοντώσει.
Το αιμοβόρο κτήνος προσπαθούσε με το ένα χέρι να πνίξει τον ήρωα, ενώ με το άλλο πάσχιζε να χτυπήσει το κεφάλι του με μια πέτρα. 0 θησέας, έχοντας βγάλει το σπαθί από την θήκη του και παλεύοντας για να αποφύγει τα χτυπήματα του Μινόταυρου, προσπαθούσε να μαχαιρώσει τον αντιπαλό του στα πλευρά.

Η μάχη ήταν άγρια και μέχρι την τελευταία στιγμή κάνεις δεν μπορούσε να διακρίνει ποιός θα νικούσε, αλλά η γενναιότητα του Θησέα τον οδήγησε τελικά στο θρίαμβο. Νικητής πια, ο θησέας τράβηξε το νεκρό σώμα του Μινώταυρου έξω από το Λαβύρινθο ακολουθώντας το νήμα της Αριάδνης.
Οι νεαροί Αθηναίοι που περίμεναν έξω από το παλάτι αγωνιούσαν να μάθουν αν ο θησέας είχε καταφέρει να τουε γλιτώσει από το σίγουρο θάνατο που τουε περίμενε. Οταν τον είδαν να βγαίνει από το Λαβύρινθο θριαμβευτής, έτρεξαν κοντά του τρελοί από χαρά και τον αγκάλιασαν κλαίγοντας.
Όμως ο θησέας ήξερε πως δεν μπορούσαν ακόμα να χαρούν και να γιορτάσουν τη νίκη.
«Πάμε γρήγορα πίσω στο πλοίο μας! Πρέπει να σαλπάρουμε το συντομότερο δυνατόν, γιατί από στιγμή σε στιγμή ο Μίνωας θα μάθει όλα όσα έγιναν» τους είπε.
Για να προφυλάξει τον ίδιο και τους συντρόφους του, ο θησέας έσπασε όλες τις καρίνες των πλοίων του Μίνωα που ήταν αραγμένα στο λιμάνι, ώστε να μην τους καταδιώξουν όταν πλέον γινόταν γνωστός ο άθλος του.

Ένα σημαδιακό όνειρο

Αμέσως μόλις έφτασαν στο λιμάνι, ο θησέας και η ομάδα του ανέβηκαν στο πλοίο τουε και πήραν το δρόμο της επιστροφής. Όπως είχε υποσχεθεί, ο θησέας πήρε μαζί του και την Αριάδνη, για να την κάνει γυναίκα του όταν πια θα έφταναν στην Αθήνα. Όταν το πλοίο τουε ξεκίνησε το ταξίδι προς την Αθήνα, ήταν ήδη σούρουπο, όμως συνέχισαν χωρίς σταμάτημα μέχρι που νύχτωσε. Τότε, όπως συνηθιζόταν την εποχή εκείνη στα ναυτικά ταξίδια, αποφάσισαν να βρουν ένα μέρος για να περάσουν τη νύχτα. Το πιο κοντινό νησί ήταν η Νάξος μόλις, λοιπόν, βρήκαν ένα βολικό όρμο, άραξαν το πλοίο και βγήκαν στην παραλία για να κοιμηθούν, έτοιμοι να ξανασαλπάρουν με το πρώτο φως του ήλιου. Κατά τη διάρκεια τηε νύχτας, στο όνειρο του Θησέα εμφανίστηκε ο Διόνυσος.
«Η Αριάδνη είναι δική μου και μόνο δική μου» του είπε ο θεός. «Την αγάπησα από την πρώτη στιγμή που την είδα και είναι γραφτό να γίνει γυναίκα μου. Δέξου το και άφησε τη σε αυτό εδώ το νησί. Διαφορετικά, οι σύντροφοί σου δεν πρόκειται να ξαναδούν ποτέ τις ακτές της Αττικής».
0 θησέας ξύπνησε τρομαγμένος από το παράξενο όνειρο και έβγαλε το σπαθί του έτοιμοε να παλέψει με τον άνδρα που είχε δει μπροστά του. Γρήγορα, όμως, κατάλαβε πως δεν υπήρχε κανείς γύρω του και πως όλα αυτά ήταν απλώς ένα όνειρο. Δεν μπορούσε, όμως, να αγνοήσει αυτό το τόσο σημαδιακό όνειρο. Είχε καταλάβει πωε έπρεπε να υποταχθεί στη θέληση του θεού .Έτσι, με βαριά καρδιά, ξύπνησε όσο πιο ήρεμα μπορούσε τους συντρόφους του και χωρίς τον παραμικρό θόρυβο ανέβηκαν όλοι στο πλοίο και σάλπαραν για την Αθήνα. Η Αριάδνη, σύμφωνα με το θέλημα του Διόνυσου, συνέχιζε τον ύπνο τηε στην παραλία. Όταν η κοπέλα ξύπνησε, ο Διόνυσος βρισκόταν δίπλα της με όλη του την ακολουθία στο πλευρό του. Με λόγια τρυφερά της εξομολογήθηκε τον ερωτά του:
«Από την πρώτη στιγμή που σε είδα, ήξερα πως είσαι η γυναίκα της ζωής μου. Παντρέψου με κι εγώ θα σε κάνω θεά μου!»
Η Αριάδνη δέχτηκε και εκείνος την έκανε αθάνατη.
Εν τω μεταξύ ο θησέας συνέχιζε το ταξίδι του προς την Αθήνα. Απελπισμένος, όμως, από το τέλος της σχέσης του με την Αριάδνη, ξέχασε να σηκώσει τα λευκά πανιά στα κατάρτια, όπως του είχε ζητήσει ο πατέρας του.
0 Αιγέας, που στεκόταν στην Ακρόπολη και κοιτούσε προς το λιμάνι, είδε το πλοίο με τα μαύρα πανιά και πίστεψε πως ο γιος του ήταν νεκρός και πως η αποστολή του είχε αποτύχει. 0 πόνος του για το χαμό του Θησέα ήταν τόσο μεγάλος, που δεν άντεξε. Πήδησε στη θάλασσα από ένα πανύψηλο βράχο και πνίγηκε. Από τότε, το πέλαγος αυτό ονομάζεται Αιγαίο Πέλαγος.

Ο Θησέας, βασιλιάς της Αθήνας

Μετά τον θάνατο του βασιλιά Αιγέα, Ο Θησέας πήρε την εξουσία στην Αττική και βασίλεψε πολλά χρόνια με σωφροσύνη και δικαιοσύνη. Καθιέρωσε τις βασιλικές αρχές της δημοκρατίας, εργάστηκε για την ευημερία των πολιτών και στόλισε την πόλη του με μεγαλοπρεπούς ναούς και πανέμορφα κτήρια. Επίσης, έκανε σημαντικές αλλαγές στς θρησκευτικές τελετές, ενώ στις ημέρες του γιορτάστηκαν για πρώτη φορά τα Παναθήναια. Στη σημαντική αυτή γιορτή συμμετείχαν όλοι οι οικισμοί της Αττικής, τους οποίους ο Θησέας ένωσε σε μία ενιαία δύναμη κάτω, φυσικά, από την ηγεμονία της Αθήνας.

Παρά τις πολλές υποχρεώσεις που είχε ως βασιλιάς, ο Θησέας δεν έπαψς κάθε τόσο να διακρίνεται για τις ηρωικές του πράξεις, που πολλές φορές ήταν παράτολμες.

Αχώριστος σύντροφος στις αναρίθμητες περιπέτειες του ήταν ο βασιλιάς των Λαπιθών, ο Πειρίθοος. Μαζί πολέμησαν εναντίον των κένταυρων και ταξίδεψαν μέχρι την Σπάρτη για να απαγάγουν την Ελένη, που ήταν κόρη του Δία και αδελφή των Διόσκο΄θρων. Η Ελένη, που τότε ήταν μολίς δώδεκα ετών, ήταν η πιο όμορφη γυναίκα του αρχαίου κόσμου και για χάρη της ξεκίνησε η πιο αιματερή σύγκρουση στην αρχαία Ελλάδα, ο Τρωίκος πόλεμος.

Πάντα με τον Πειρίθοο, έκανε επίσης το πιο επικύνδινο ταξίδι που θα μπορούσε να κάνει ποτέ ένας θνητός: επισκέφτηκε τον κάτω κόσμο.

Από τον Κάτω Κόσμο στην εξορία

0 Πειρίθοος ήταν τρελά ερωτευμένος με την Περσεφόνη, την αρχόντισσα του Κάτω Κόσμου, και ήθελε με κάθε τρόπο να την κάνει δική του. 0 θησέας του υποσχέθηκε πως θα τον συντρόφευε σ’ αυτή του την περιπέτεια.
Οι δύο φίλοι πήραν το δρόμο για το βασίλειο του Άδη, αλλά μόλις πέρασαν τον Αχέροντα ποταμό τούς σταμάτησαν οι Ερινύες και τους έδεσαν, σύμφωνα με τις διαταγές του Άδη, σε ένα βράχο που είχε τη δύναμη να τραβά σαν μαγνήτης όποιον καθόταν επάνω του. Από τα παράξενα αυτά δεσμά τούς ελευθέρωσε ένας άλλος ήρωας που δεν ήξερε τι σημαίνει φόβος ο Ηρακλής.
0 Ηρακλής απελευθέρωσε πρώτα το Θησέα, αλλά, πριν προλάβει να επιστρέψει για να σώσει και τον Πειρίθοο, ένας σεισμός συντάραξε τον Άδη και όλα τα περάσματα καταστράφηκαν. Από τότε, ο Θησέας παρέμεινε στο πλευρό του σωτήρα του και έγινε αχώριστος σύντροφός του σε αναρίθμητες περιπέτειες. Για πρώτη φορά, οι δύο ήρωες πολέμησαν μαζί ενάντια στις Αμαζόνες.
Στο βασίλειο των Αμαζόνων, ο θησέας κέρδισε την αγάπη της βασίλισσάς τους, της Ιππολύτης, που του χάρισε κι ένα γιο, τον Ιππόλυτο. Οταν οι πολεμοχαρείς αυτές γυναίκες επιτέθηκαν στους άνδρες του Ηρακλή, παρασυρμένες από την Ήρα, που ήθελε να τιμωρήσει το γιο του Δία, η Ιππολύτη πάλεψε με όλες της τις δυνάμεις στο πλευρό του άντρα της, αλλά τελικά βρήκε το θάνατο από ένα βέλος που μια από τιε Αμαζόνες εκτόξευσε εναντίον της.

Μόλις ο Θησέας επέστρεψε στην Αθήνα, όμως, έπειτα από αυτή του την περιπέτεια, βρήκε στο θρόνο του ένα σφετεριστή. Οι Διόσκουροι, που ήθελαν να απελευθερώσουν την Ελένη, είχαν καταλάβει την Αττική και είχαν δώσει την εξουσία στο Μενεσθέα, που ήταν πλέον ο νέος βασιλιάς της πόλης.

Αντί να ξεκινήσει έναν εμφύλιο πόλεμο στην ίδια του την πόλη, ο θησέας προτίμησε να φύγει εξόριστος και να ταξιδέψει μέχρι τη Σκύρο, όπου τον φιλοξένησε στο παλάτι του ο βασιλιάς του νησιού Λυκομήδης. 0 ηγεμόνας, όμως, αυτός, παρά την ευγένεια που έδειξε στον Αθηναίο βασιλιά, στην πραγματικότητα φοβόταν τη δύναμη και την εξουσία του. Για να προστατεύσει, λοιπόν, τον εαυτό του και το θρόνο του, αποφάσισε να σκοτώσει το Θησέα.

Ο θάνατος του ήρωα

«Αγαπητέ Θησέα, θαύμασε την υπέροχη θέα του νησιού!» του είπε μια μέρα ο Λυκομήδης, οδηγώντας τον στο ψηλότερο σημείο του παλατιού. Αυτά ήταν και τα τελευταία λόγια που άκουσε ο τιμημένος ήρωας, καθώς ο βασιλιάς τον έσπρωξε από ένα βράχο και τον σκότωσε.
Για αιώνες, τα ίχνη του φημισμένου βασιλιά τηε Αθήνας είχαν χαθεί και κανείς δεν ήξερε πού ήταν θαμμένος. Μόνο μετά το τέλος των Περσικών Πολέμων, οι Αθηναίοι κατάλαβαν τη μεγάλη αδικία που είχε γίνει εις βάρος του δίκαιου βασιλιά τουε και έκτισαν προς τιμήν του ένα ναό.
Τα λείψανα του Θησέα βρέθηκαν πολλά χρόνια αργότερα στη Σκύρο, έπειτα από υπόδειξη του μαντείου των Δελφών. «Σκάψτε κάτω από το λόφο όπου έχει τη φωλιά του ένας πελώριοε αετός» είχε πει η ιέρεια.
Πράγματι, εκεί, βρέθηκαν τα οστά του γενναίου Θησέα: το περήφανο αρπακτικό τα φυλούσε σαν θησαυρό και οι Αθηναίοι τα πήραν για να αποδώσουν, όπως έπρεπε, έπειτα από τόσα χρόνια τις νεκρικές τιμές και να τα θάψουν.

13. Ο Περσέας

Ο Ακρίσιος, ο Βασιλιάς του Άργους, είχε μία μοναχοκόρη, τη Δανάη, αλλά δεν είχε γιους ώστε να κληρονομήσουν το βασίλειο του.

Η επιθυμία του να αποκτήσει ένα γιο ήταν τόσο μεγάλη, που αποφάσισε να ταξιδέψει μέχρι το μαντείο των Δελφών για να συμβουλευτεί την Πυθία. «Όχι εσύ, Ακρίσιε, αλλά η κόρη σου Δανάη θα αποκτήσει ένα γιο. Κι αυτό το παιδί θα είναι η αιτία του θανάτου σου!» του είπε η ιέρεια του μαντείου. Για να εμποδίσει την πραγματοποίηση του χρησμού, ο Ακρίσιος έδωσε εντολή να κατασκευαστεί μια υπόγεια φυλακή, στο κέντρο της αυλής του παλατιού του, όπου έκλεισε την όμορφη Δανάη.

Μόνο η τροφός της Δανάης μπορούσε να την επισκέπτεται καθημερινά σ’ αυτό το παράξενο κελί που έμοιαζε με τάφο, για να της πηγαίνει φαγητό και να τη φροντίζει. Όμως το σχέδιο του Ακρίσιου δε στάθηκε ικανό να εμποδίσει το Δία να δει την κοπέλα και να την ερωτευτεί. Για να καταφέρει να την πλησιάσει, ο πατέρας των θεών μεταμορφώθηκε σε χρυσή βροχή που μπήκε μέσα στην υπόγεια φυλακή από μια σχισμή στη μεταλλική σκεπή της. Έτσι, έπειτα από λίγο καιρό η Δανάη έφερε στον κόσμο ένα γιο, τον Περσέα, και με τη βοήθεια τηε τροφού της τον κράτησε κρυφό από τον κόσμο.

Η οργή του Ακρίσιου

Είχαν περάσει τρία με τέσσερα χρόνια, όταν μια μέρα, περπατώντας στην αυλή του παλατιού του, ο Ακρίσιος άκουσε μια παιδική φωνή κάτω από το έδαφος. Ήταν η φωνή του Περσέα, που γέλαγε χαρούμενος παίζοντας. Οργισμένος ο βασιλιάς που εξαπατήθηκε, καταδίκασε σε θάνατο την τροφό της κόρης του και ανάγκασε τη Δανάη να ομολογήσει μπροστά στο ιερό του Δία το όνομα του πατέρα του παιδιού της.
«Το όνομα του είναι Δίαε» ομολόγησε η Δανάη, αλλά ο Ακρίσιος θύμωσε ακόμα περισσότερο, πιστεύοντας πως η κόρη του έλεγε ψέματα.
«Κλείστε μητέρα και παιδί σε μια λάρνακα, σφραγίστε τη και πετάξτε τη στη θάλασσα» διέταξε ο βασιλιάε.
Έτσι κι έγινε, αλλά η λάρνακα δε βούλιαξε. Παρασυρμένη από τα θαλάσσια ρεύματα, ταξίδεψε στο πέλαγος και έφτασε έπειτα από καιρό στη Σέριφο, ένα από τα νησιά των Κυκλάδων. Εκεί βασιλιάς ήταν ο Πολυδέκτης.

Ένας ψαράς που τον έλεγαν Δίκτη είδε τη λάρνακα να επιπλέει στο νερό και με τη βοήθεια μερικών συντρόφων του πέταξε στη θάλασσα ένα δίχτυ και την τράβηξε στη στεριά. Ετσι η Δανάη και ο Περσέας σώθηκαν από βέβαιο πνιγμό, αλλά όχι και από τΐς συμφορές που ήταν γραφτό να τους βρουν στο μέλλον.

Στο νησί της Σερίφου
0 Περσέας μεγάλωσε στο νησί και έγινε ένα δυνατό παλικάρι που φρόντιζε τη μητέρα του, η οποία στο μεταξύ είχε γοητεύσει το βασιλιά Πολυδέκτη. Μια μέρα, ο βασιλιάς κάλεσε τον Περσέα σε ένα από τα συμπόσια του παλατιού ζητώντας του, όπως και με τους υπολοιπούς καλεσμένους, να του φέρει δώρο ένα άλογο. Βέβαιος πως ο Περσέας, που είχε μεγαλώσει δίπλα σε έναν απλό ψαρά, δε θα μπορούσε να εκπληρώσει την επιθυμία του. 0 νέος, όμως, δεν πτοήθηκε και ανακοίνωσε στο Βασιλιά πως θα ερχόταν στο συμπόσιο, αλλά αντί για άλογο θα του έφερνε το κεφάλι της Μέδουσας.

Οι Γοργόνες
Η Μέδουσα ήταν μία από τις Γοργόνες, τις τρείς τρομακτικές αδελφές με μορφή τεράτων. Στα χέρια τους είχαν νύχια αρπακτικού, στο κεφάλι τους αντί για μαλλιά ζωντανά φίδια και στην πλάτη χρυσά φτερά που τους επέτρεπαν να πετούν. Τα μάτια τους, με βλέμμα ανατριχιαστικό, μεταμόρφωναν σε πέτρα όποιον θνητό τα κοιτούσε. Από τις τρείς αδελφές η μόνη θνητή ήταν η Μέδουσα.
Όταν ο Περσέας ξανασκέφτηκε την υπόσχεση που τόσο απερίσκεπτα είχε δώσει στο βασιλιά, ρίγησε. Ήταν υποχρεωμένος να τηρήσει την υπόσχεση του, αλλά δεν είχε ιδέα πώς θα τα κατάφερνε! Σκεπτικός, άρχισε να περπατά κατά μήκος της ακτής του νησιού. Είχε φτάσει στην άκρη της ακτής, αλλά ακόμα δεν είχε βρει τη λύση.

Αποκαμωμένος, κάθισε σ’ ένα βράχο και έβαλε τα κλάματα. «Αλίμονο, πώε θα βρω τις Γοργόνες; Και με τι τρόπο θα καταφέρω να πιάσω την τρόμερή Μέδουσα;» αναρωτιόταν. 0 πρώτος από τους θεούς που βοήθησε τον Περσέα ήταν ο Ερμής, ο αγγελιαφόρος των θεών. «Οι Γοργόνες ζουν στην άλλη άκρη του Ωκεανού, κοντά στους κήπουε των Εσπερίδων, εκεί όπου αρχίζει το Βασίλειο της Νύχτας» είπε ο Ερμής προσφέροντας στον Περσέα ένα κοφτερό ξίφος.
Μόλις έφυγε ο Ερμής, μπροστά στα έκπληκτα μάτια του Περσέα εμφανίστηκε η Αθηνά, που τον οδήγησε στιε Ναιά δες, τις Νύμφες του υγρού στοιχείου, που κατοικούσαν στο νησί, σε μια σπηλιά εκεί κοντά. «Μόνο εσείς μπορείτε να βοηθήσετε τον Περσέα» τιε παρακάλεσε η Αθηνά.

Αμέσως, οι Ναιάδες έσπευσαν να βοήθησουν το νέο. Η μία του έδωσε ένα ζευγάρι φτερωτά σανδάλια, η άλλη του φόρεσε στο κεφάλι το κράνος του Άδη που έκανεαόρατο όποιον το φορούσε, ενώ η τρίτη του έδωσε ένα σακί μέσα στο οποίο θα έπρεπε να βάλει το κομμένο κεφάλι της Μεδούσας.

Ο θάνατος της Μέδουσας

0 Περσέας ξεκίνησε αμέσως το ταξίδι του. Ελαφρύς σαν πούπουλο χάρη στα φτερωτά του σανδάλια, μπορούσε να πετάει ψηλά στον αέρα. Διέσχισε με ευκολία τον Ωκεανό και έφτασε γρήγορα στα σύνορα του βασιλείου της Νύχτας. Εκεί, στιε υπόγειες στοές μιας μυστηριώδους σπηλιάς, που τη φυλούσαν οι Γραίες, κρύβονταν οι εφιαλτικές Γοργόνες.
Οι Γραίες, κόρες κι αυτές, όπως και οι Γοργόνες, του θαλασσινού θεού Φόρκη, ήταν τρεις θεές με μορφή γερασμένων γυναικών. Φαλακρές από τότε που γεννήθηκαν, είχαν ένα μόνο δόντι και ένα μόνο μάτι, που το δανείζονταν με τη σειρά. Για το λόγο αυτό, φυλούσαν την είσοδο της σπηλιάς μία κάθε φορά και ποτέ όλες μαζί. Τη στιγμή, μάλιστα, που η μία από τις Γραίες έβγαζε το μάτι για να το παραδώσει στην επόμενη ήταν και οι τρεις τουε τυφλές. 0 Περσέας φόρεσε το κράνος του Άδη που τον έκανε αόρατο, πλησίασε τις θεές και, τη στιγμή που το μοναδικό τους μάτι άλλαζε χέρια, το άρπαξε σαν αστραπή.
«θα σας επιστρέψω το μάτι σας, αν μου δείξετε πού κρύβονται οι Γοργόνες» απάντησε αποφασιστικά ο Περσέας στιε τρεις γριές που άρχισαν να διαμαρτύρονται.
Αφού πήρε την απάντηση που ήθελε, ξεκίνησε το ταξίδι του μέσα στη σπηλιά, με την προστασία της Αθηνάς, που τον ακολουθούσε σιωπηρά. Περπάτησε αρκετή ώρα μέσα στο λαβύρινθο με τις υπόγειες σήραγγες, ώσπου έφτασε στην κρυψώνα των Γοργόνων, που κοιμόνταν ανυποψίαστες. Πλησίασε τη Μέδουσα και, κοιτάζοντας την αντανάκλαση της στην ασπίδα της Αθηνάς, ώστε να αποφύγει το θανατηφόρο βλέμμα της, σήκωσε το σπαθί του και με μια γρήγορη κίνηση έκοψε το φοβερό κεφάλι.
Πήγασος, το φτερωτό άλογο
Από το άψυχο σώμα της τερατώδους Μέδουσας δεν έτρεξε μόνο αίμα. Από τον ακέφαλο λαιμό τηε πετάχτηκε ένα φτερωτό άλογο, ο Πήγασος, και ένας γίγαντας, ο Χρυσάορας. 0 Περσέας, αφού έβαλε το κομμένο κεφάλι της Μέδουσας στο σακί του, ανέβηκε στη ράχη του φτερωτού Πήγασου και πέταξε μακριά από τη σπηλιά.
Οι άλλες δύο Γοργόνες, που στο μεταξύ είχαν ξυπνήσει, Βλέποντας το ακέφαλο σώμα της αδελφής τους, πήραν στο κυνήγι τον Περσέα. Έτρεξαν οργισμένες έξω από τη σπηλιά και συνέχισαν την καταδίωξη στον ουρανό. Όμως ο Περσέας, φορώντας το κράνος του Αδη, έγινε αόρατος και κατάφερε να τους ξεφύγει και να εξαφανιστεί.

Ανδρομέδα

Στον δρόμο της επιστροφής του από την Σέριφο, ο Περσέας πέρασε από την Αιθιοπία. Εκεί, αντίκρισε μια πανέμορφη κοπέλα αλυσοδεμένη πάνω σε ένα βράχο, την Ανδρομέδα, κόρη του βασιλιά Κηφέα και της Κασσιόπειας. Η μητέρα της κοπέλας, περήφανη για την ομορφιά της, είχε τολμήσει να ανταγωνιστεί τις Νηρηίδες. Εκείνες, θυμωμένες, έτρεξαν στον πατέρα τους, τον Ποσειδώνα, για να εκδικηθεί την προσβολή. 0 θεός, οργισμένος, έστειλε ένα φοβερό δράκο που γεννήθηκε από τα αφρισμένα κύματα, για να καταστρέψει την Αιθιοπία. 0 βασιλιάς της χώρας, απελπισμένος, έτρεξε στο μαντείο του Άμμωνα για να ζητήσει βοήθεια.
«Η κόρη του Κηφέα και της Κασσιόπειας, η Ανδρομέδα, πρέπει να θυσιαστεί για να σταματήσει η συμφορά» ήταν ο τρομερός χρησμός που έδωσε το μαντείο.
Έτσι, η κοπέλα δέθηκε πάνω στο βράχο για να την κατασπαράξει το θαλάσσιο τέρας του Ποσειδώνα, και εκεί την είδε για πρώτη φορά ο Περσέας. «θα ελευθερώσω την κόρη σας, αν μου υποσχεθείτε ότι θα μου δώσετε το χέρι της» είπε ο Περσέας στους γονείς της κοπέλας.
Έχοντας ακόμα μαζί του τα θεϊκά όπλα που του είχαν δώσει οι Νύμφες, δε δυσκολεύτηκε καθόλου να σκοτώσει το δράκο.Όμως ο Φινέας, αδελφός του Κηφέα, που είχε βάλει σκοπό να παντρευτεί εκείνος την Ανδρομέδα, επιτέθηκε στον Περσέα για να τον εξοντώσει. Εκείνος, όμως, χρησιμοποιώντας το κεφάλι της Μέδουσας με το θανατηφόρο βλέμμα, μεταμόρφωσε σε πέτρα το Φινέα και τους στρατιώτες του. Ελεύθερος και με την όμορφη Ανδρομέδα στο πλευρό του, ο Περσέας μπορούσε πλέον να επιστρέψει στη Σέριφο.

Η επιστροφή στη Σέριφο
Όταν έφτασε στο νησί, ο Περσέας χρησιμοποίησε για άλλη μια φορά τιε μαγικές δυνάμεις της Μέδουσας ώστε να γλιτώσει τη μητέρα του Δανάη από την ενοχλητική πολιορκία του βασιλιά Πολυδέκτη. 0 ήρωας έβγαλε από το σακί του το κομμένο κεφάλι της Γοργόνας και το κράτησε μπροστά στα μάτια του βασιλιά, ο οποίος μεταμορφώθηκε αμέσως σε πέτρα.
«Από εδώ και μπρος βασιλιάς τηε Σερίφου θα είναι ο Δίκτης» ανακοίνωσε ο Περσέας, ανταμείβοντας έτσι τον άνθρωπο που του είχε σώσει κάποτε τη ζωή και τον είχε μεγαλώσει σαν πατέρας.
0 Ερμής, που είχε τόσο βοηθήσει τον Περσέα στις περιπέτειες και τα κατορθώματα του, ανέλαβε να επιστρέψει στις Ναϊάδες τα μαγικά αντικείμενα που τους ανήκαν: τα φτερωτά σανδάλια, το σακί και το κράνος του Άδη. 0 Περσέας εμπιστεύτηκε στην Αθηνά το κεφάλι της Μέδουσας, το οποίο η θεά τοποθέτησε στο κέντρο , της ασπίδας της.

Οι περιπέτειες του Περσέα, όμωε, δεν είχαν φτάσει στο τέλος τους. 0 χρησμός που τόσα χρόνια πριν είχε προβλέψει το χαμό του παππού του Ακρίσιου δεν είχε ακόμα επαληθευτεί.

Η επιστροφή στο Άργος
Ο Περσέας φλεγόταν από την επιθυμία να επιστρέψει στην πατρίδα του, το Άργος. 0 βαστλιάς Ακρίσιος, μαθαίνοντας τις προθέσεις του εγγονού του, εγκατέλειψε την πόλη και κατέφυγε στη Λάρισα ελπίζοντας να αποφύγει την εκπλήρωση του φοβερού χρησμού.
0 Περσέας, που ήταν ήδη στο δρόμο για το Άργος ταξιδεύοντας με τη γυναίκα του, την Ανδρομέδα, αποφάσισε να πάει στη Λάρισα, για να λάβει μέροε στους αγώνες που διοργάνωνε ο βασιλιάς της πόλης προς τιμήν του πατέρα του.
Επέλεξε τη δισκοβολία, πήρε θέση στον αγωνιστικό χώρο και έριξε με όλη του τη δύναμη το δίσκο όσο πιο μακριά μπορούσε. Το βαρύ αντικείμενο, όμωε, ξέφυγε από την πορεία του και χτύπησε έναν από τους θεατές στο κεφάλι σκοτώνοντάς τον στη στιγμή. 0 άτυχος θεατής δεν ήταν άλλος από τον Ακρίσιο. Έτσι, ο ηλικιωμένος γεμόνας του Αργους σκοτώθηκε από το χέρι του εγγονού του, όπως ακριβώς είχε προβλέψει το μαντείο των Δελφών χρόνια πριν.

Ανάμεσα οτ’ αστέρια του ουρανού
0 Περσέας δε δέχτηκε να στεφθεί νέος βασιλιάς του Άργους. 0 πόνος του για το χαμό του παππού του, που ο ίδιος προκάλεσε άθελα του, ήταν αβάσταχτος.«θα γίνω βασιλιάς της Τίρυνθας, στη θέση του εξαδέλφου μου Μεγαπένθη, ο οποίος με τη σειρά του θα γίνει Βασιλιάς του Άργουδ» αποφάσισε ο Περσέας.
Από τον ευτυχισμένο γάμο του με την Ανδρομέδα, ο Περσέας απέκτησε πολλά παιδιά, από τα οποία ήταν γραφτό να γεννηθούν πολλοί και σημαντικοί ήρωες, ανάμεσα τους και ο Ηρακλής.
Στο τέλος της επίγειας ζωής τους, οι δύο σύζυγοι τιμήθηκαν ως ημίθεοι και έγιναν αστερισμοί. 0 Περσέας και η Ανδρομέδα στέλνουν πλέον τη λάμψη τους στον κόσμο από τον ουρανό, διατηρώντας ζωντανές στη μνήμη των ανθρώπων τις θαυμαστές τους περιπέτειες.

 

14. Η μυθολογία των Κυκλάδων

Different myths say that the name of the group of islands rooted from the Greek word kiklos (which means circle), as the islands are scattered around the sacred island of Delos or because the winds that blow strongly in this region forced the boats to spin out of control.
Mythical fables are attributed to the formation of each island, while legends reflect their turbulent history. Due to the location of the Cyclades between the continents of Greece, Asia and Africa, they were a trading link throughout their history and spread the development of culture to the surrounding regions.